Μετωπική Κωνσταντοπούλου-Στουρνάρα για την Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής: «Απαράδεκτη», σύμφωνα με την πρόεδρο της Βουλής

Μετωπική Κωνσταντοπούλου-Στουρνάρα για την Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής : «Απαράδεκτη», σύμφωνα με την πρόεδρο της Βουλής
Eurokinissi

Μετωπική σύγκρουση έλαβε χώρα μεταξύ της προέδρου της Βουλής, Ζωής Κωνσταντοπούλου, και του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, με την κ. Κωνσταντοπούλου να επιστρέφει ως «απαράδεκτη» την Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2014-2015 της ΤτΕ, κατηγορώντας ταυτόχρονα τον κ. Στουρνάρα ότι «με μια αντιθεσμική κίνηση σπεύδει στα κλεφτά να αποστείλει ένα διαβιβαστικό, στα γρήγορα, για να παρέμβει απαραδέκτως στην διαδικασία» αποστέλλοντας την Έκθεση και προβαίνοντας «σε μία σειρά από κρίσεις και διατυπώσεις που αναντίρρητα επηρεάζουν αυτά που τεκταίνονται».

«Τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα παραβιάζουν το δικαίωμα του λαού στην αλήθεια και την διαφάνεια», είπε η Ζ. Κωνσταντοπούλου, σε παρέμβασή της στην πρώτη παρουσίαση των συμπερασμάτων της Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους και συμπλήρωσε ότι την επόμενη εβδομάδα ο Γ. Στουρνάρας θα κληθεί στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής καθώς «έχει συμπράξει στην οικονομική πολιτική που περιγράφηκε».

Όπως υπογράμμισε η κ. Κωνσταντοπούλου, ο διοικητής της ΤτΕ απέστειλε την έκθεση μονομερώς και χωρίς συνεννόηση, σε στικάκι, χωρίς τυπωμένο αντίτυπο, σημειώνοντας ότι «στικάκια δεν παραλαμβάνει το Κοινοβούλιο, στικάκια άλλοι κρατούσαν στα συρτάρια τους». Επίσης το συνέδεσε με την παρουσίαση των συμπερασμάτων της Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους.

«Ήταν τέτοια η σπουδή, η ανησυχία παρέμβαση που έπρεπε να σταλεί 10.40 το πρωί, την ώρα που ξεκινά η παρουσίαση των στοιχείων που αποτελούν ανυπέρβλητο επιχείρημα», τόνισε. «Αυτό το έγγραφο επιστρέφεται ως απαράδεκτο. Είναι απαράδεκτη παρέμβαση και στην λαϊκή εντολή και την λειτουργία του Κοινοβουλίου».

«Θέλω ως Πρόεδρος της Βουλής και συστήσασα την Επιτροπή να πω στον κ. Στουρνάρα ότι αυτό το έγγραφο επιστρέφεται ως απαράδεκτο. Είναι απαράδεκτη παρέμβαση και στην λαϊκή εντολή και την λειτουργία του Κοινοβουλίου» ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία που ακολούθησε ο Γ. Στουρνάρας «εκθέτει ανεπανόρθωτα τον Διοικητή της ΤτΕ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα».

Η κ. Κωνσταντοπούλου είπε ότι στις 21 Μαΐου 2015 η Υποεπιτροπή της Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους που έχει αναλάβει την συλλογή στοιχείων από αρμόδιες αρχές και ιδρύματα, ζήτησε από τον Διοικητή της ΤτΕ να της χορηγήσει όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα και αναγκαία για την διεξαγωγή του πλήρους λογιστικού ελέγχου. Από πλευράς του ο κ. Στουρνάρας, με επιστολή του απαντά ότι «χορηγεί αυτά που είναι δημοσιευμένα στο ίντερνετ, αυτά που μπορούσαμε να βρούμε και από αλλού και ότι οι τηρήσεις των λογαριασμών του ελληνικού δημοσίου συμπεριλαμβανομένων και από τροφοδότες λογαριασμούς καλύπτονται από το απόρρητό των τραπεζικών καταθέσεων», υποστήριξε η Πρόεδρος της Βουλής. «Απαντά ότι είναι απόρρητα για το Κοινοβούλιο τα στοιχεία κίνησης των λογαριασμών από τους οποίους υποτίθεται ότι έχουν περάσει τα χρήματα που φέρονται ότι πέρασαν τα χρήματα που δόθηκαν ως οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα», τόνισε η πρόεδρος της Βουλής, και τονίζοντας ότι «η άρνηση δεν γίνεται αποδεκτή, η Επιτροπή θα επανέλθει».

Η Έκθεση

Απαραίτητη είναι η σύναψη μιας νέας συμφωνίας με τους εταίρους προκειμένου να αποσοβηθούν οι άμεσοι κίνδυνοι που υπάρχουν για την οικονομία, να περιοριστεί η αβεβαιότητα και να δοθεί μια διατηρήσιμη αναπτυξιακή προοπτική στη χώρα, αναφέρεται στην έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2014-2015, που υποβλήθηκε στην πρόεδρο της Βουλής της Ελλήνων και το υπουργικό συμβούλιο.

Αντίθετα, σημειώνεται, η αποτυχία στις διαπραγματεύσεις θα είναι η αρχή «μιας επώδυνης πορείας που θα οδηγήσει αρχικά σε πτώχευση και τελικά στην έξοδο της χώρας από τη ζώνη του ευρώ και – πιθανότατα – από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια ελεγχόμενη κρίση χρέους, όπως αυτή που διαχειριζόμαστε σήμερα με τη βοήθεια των εταίρων, θα μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη κρίση, με μεγάλους κινδύνους για το τραπεζικό σύστημα και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η έξοδος από το ευρώ θα προσθέσει στο ήδη βεβαρημένο περιβάλλον μια νέα οξύτατη συναλλαγματική κρίση που θα εκτινάξει τον πληθωρισμό».

Όλα αυτά, συμπληρώνεται στην έκθεση, σημαίνουν βαθιά ύφεση, δραματική μείωση των εισοδημάτων, πολλαπλασιασμό της ανεργίας και κατάρρευση όσων έχει πετύχει η ελληνική οικονομία στα χρόνια της ένταξης στην ΕΕ και κυρίως την περίοδο του ευρώ. «Η Ελλάδα από ισότιμο μέλος στον πυρήνα των ευρωπαϊκών χωρών θα μετατραπεί σε μια φτωχή χώρα της Νότιας Ευρώπης».

«Για αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος υποστηρίζει ακράδαντα ότι η συμφωνία με τους εταίρους είναι ιστορική επιταγή που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Από όλες τις ενδείξεις που υπάρχουν μέχρι σήμερα φαίνεται ότι υπάρχει σοβαρή προσέγγιση στους όρους και η απόσταση που απομένει να διανυθεί για την ολοκλήρωση της συμφωνίας είναι μικρή. Άλλωστε, η μείωση των σκοπούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων είναι μια κεφαλαιώδους σημασίας απόφαση, που επεκτείνει σημαντικά τον αναγκαίο χρόνο της δημοσιονομικής προσαρμογής και προσθέτει βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής. Εξίσου σημαντική θα είναι η επαναβεβαίωση και εξειδίκευση της πρόθεσης των εταίρων για την αναδιάρθρωση του χρέους, όπως διατυπώθηκε αρχικά στη σύνοδο του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012. Χρειαζόμαστε σήμερα μια βιώσιμη συμφωνία που θα στηριχθεί σε βιώσιμο χρέος, απαλλάσσοντας τις επόμενες γενιές από τα βάρη που δεν δικαιούμαστε να τους κληροδοτήσουμε».

Απαισιόδοξες εκτιμήσεις

Τα πρόσφατα στοιχεία για το ΑΕΠ δείχνουν επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης και συρρίκνωση του ΑΕΠ σε τριμηνιαία βάση για δύο συνεχόμενα τρίμηνα. Η επιδείνωση των δεικτών οικονομικού κλίματος και των συνθηκών χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα υποδηλώνουν ότι η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας θα γίνει εντονότερη το β’ τρίμηνο του 2015, με κίνδυνο η οικονομία να μπει σε μια νέα φάση ύφεσης.

Άμεση και σοβαρότερη συνέπεια της αβεβαιότητας που επικράτησε τους τελευταίους μήνες, υποστηρίζεται στην έκθεση της ΤτΕ, ήταν η απώλεια εμπιστοσύνης. Αυτή αποτυπώθηκε στην άνοδο της απόδοσης των ελληνικών ομολόγων και τον αποκλεισμό των ελληνικών εταιρειών από χρηματοδότηση στις αγορές κεφαλαίων. Παράλληλα, δυσχέρανε ουσιαστικά τις διαπραγματεύσεις, ενισχύοντας όσους επιδιώκουν αποκοπή της Ελλάδος από τη ζώνη του ευρώ.Στο εσωτερικό, ο υψηλός βαθμός αβεβαιότητας απεικονίστηκε στην επιδείνωση των δεικτών οικονομικού κλίματος και εμπιστοσύνης και στην εκροή καταθέσεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών από τις τράπεζες. Ενδεικτικό είναι ότι στην παρούσα φάση οι εκροές καταθέσεων (οι οποίες προσέγγισαν τα 30 δισεκ. ευρώ στο διάστημα Οκτωβρίου 2014-Απριλίου 2015) αφορούν σε σημαντικό βαθμό αναλήψεις τραπεζογραμματίων από τραπεζικούς λογαριασμούς, τα οποία ακολούθως αποθησαυρίζονται, ενώ καταγράφεται και φυγή κεφαλαίων προς το εξωτερικό.

«Οι εκροές καταθέσεων περιόρισαν σημαντικά τη χρηματοδοτική ικανότητα του τραπεζικού συστήματος και οι τράπεζες αναγκάστηκαν να προσφύγουν σε έκτακτη χρηματοδότηση από την Τράπεζα της Ελλάδος (ELA). Η προσφυγή των τραπεζών στον ELA κατέστη επίσης αναγκαία, καθώς μια σημαντική κατηγορία εξασφαλίσεων στα χαρτοφυλάκιά τους (οι ελληνικοί κρατικοί τίτλοι και τα χρεόγραφα, όπως λ.χ. τα τραπεζικά ομόλογα, που καλύπτονται από εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου) έπαυσαν από το Φεβρουάριο 2015 να γίνονται αποδεκτές στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος.Επιβαρυντικό στοιχείο για τη ρευστότητα ήταν η αναβολή πληρωμών του Δημοσίου κυρίως προς τους προμηθευτές των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και η άντληση των διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης μέσω βραχυπρόθεσμου δανεισμού. Επίσης, το πρώτο τετράμηνο του 2015 το ταμειακό πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης παραμένει σε πλεόνασμα, αλλά εμφανίζει επιδείνωση σε σχέση με πέρυσι».

Σύμφωνα με την έκθεση, οι προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας παραμένουν ιδιαίτερα επισφαλείς. «Με δεδομένο ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική οικονομία οφείλονται στην αβεβαιότητα και την απώλεια εμπιστοσύνης είναι βάσιμο να προβλεφθεί ότι αν βελτιωθεί το κλίμα, η οικονομία μπορεί να επανέλθει σχετικά σύντομα σε ανοδική τροχιά. Βασική, απόλυτα καθοριστική προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι να αποκλειστεί το ενδεχόμενο πιστωτικού γεγονότος και να διασφαλιστεί η παραμονή της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν, σε πρώτη φάση, επιτευχθεί σύντομα ρεαλιστική συμφωνία και στη συνέχεια, εάν εφαρμοστούν με συνέπεια και χωρίς καθυστερήσεις οι όροι της μέσα σε συνθήκες πολιτικής σταθερότητας».

Δημοφιλή