ΕΙΔΗΣΕΙΣ
27/05/2016 12:33 EEST | Updated 27/05/2016 13:29 EEST

Τα πραγματικά περιθώρια στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας

ΓΕΣ

Στο ευρύτερο πλαίσιο της επίσκεψης Πούτιν και της συζήτησης πάνω στις ελληνορωσικές σχέσεις, αξίζει να ασχοληθεί κανείς ιδιαίτερα με το κομμάτι της στρατιωτικής συνεργασίας. Ο πρώτος λόγος για αυτό είναι προφανής, καθώς είναι αυτονόητη η σημασία της στρατιωτικής ισχύος στη γεωπολιτική. Ωστόσο, ο δεύτερος εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο ενός πιο «ελληνικού» φαινομένου- εννοώντας αντιλήψεις που καλλιεργούνται εδώ και χρόνια σε κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με την ρωσική στρατιωτική ισχύ, η οποία υποθετικά θα μπορούσε να «ανατρέψει τα προγνωστικά» σε περίπτωση αναμέτρησης με τη Δύση και (γιατί όχι) να βοηθήσει και την Ελλάδα απέναντι στη γείτονα. Και σε αυτό το κομμάτι βρίσκει κανείς και θεωρίες περί «ρωσικών υπερόπλων», προτάσεις για να «δοθούν στους Ρώσους βάσεις στο Αιγαίο», και άλλα πολλά.

Διαβάστε επίσης:

Λαμβάνοντας υπόψιν παράγοντες όπως το ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν στο οπλοστάσιό τους ρωσικής προέλευσης οπλικά συστήματα (S-300, SA-8 Gecko, TOR-M1 κ.α.), καθώς και ότι η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ, αξίζει να εξετάσει κανείς τόσο το ζήτημα της προμήθειας νέων ρωσικών οπλικών συστημάτων, όσο και τα περιθώρια περί διευρυμένης στρατιωτικής συνεργασίας των δύο χωρών.

Ρωσικά όπλα

Μιλώντας στη HuffPost Greece, ο Ευριπίδης Τσακιρίδης, αμυντικός αναλυτής, υπογραμμίζει ότιη Ελλάδα και η Ρωσία έχουν υπογράψει συμφωνία αμυντικής συνεργασίας το 2013, η οποία κυρώθηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο στις αρχές του 2016. «Κύριο χαρακτηριστικό της συμφωνίας είναι ότι ρυθμίζει τη διαδικασία παραγγελίας και αγοράς αμυντικού υλικού από τη Ρωσία. Επίσης, όπως είναι ευρέως γνωστό, η Ελλάδα έχει και στο παρελθόν αγοράσει ρωσικά συστήματα, όπως για παράδειγμα στους τομείς της αντιαεροπορικής και της αντιαρματικής άμυνας.Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διατηρεί ανοιχτή την επιλογή αγοράς ρωσικών οπλικών συστημάτων, κυρίως στις κατηγορίες εκείνες που η ρωσική τεχνογνωσία και οι επιδόσεις είναι υψηλές» σημειώνει ο κ. Τσακιρίδης- ωστόσο, χαρακτηρίζει μάλλον απίθανο το ενδεχόμενο αντικατάστασης μεγάλου μέρους του ελληνικού οπλοστασίου με αγορές από τη Ρωσία.

s300 greece

Οι λόγοι που είναι δύσκολο να δούμε (στο προσεχές μέλλον, τουλάχιστον) π.χ. Μαχητικά Su-35 με ελληνικά διακριτικά στο Αιγαίο ή άρματα μάχης T-90 στον Έβρο ποικίλλουν- και κυμαίνονται από διπλωματικούς/ πολιτικούς λόγους μέχρι τεχνικούς. Όπως υπενθυμίζει ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης, υποστράτηγος ε.α. και διευθυντής μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ), εξακολουθεί να υφίσταται το ζήτημα του εμπάργκο της Ε.Ε. στις πωλήσεις στρατιωτικού υλικού της Ρωσίας, λόγω της κρίσης στην Ουκρανία και της προσάρτησης της Κριμαίας- δεδομένο που, όπως επισημαίνει, έχει ήδη αρχίσει να δημιουργεί πρόβλημα με κάποια υλικά που έχουν αγοραστεί, λόγω έλλειψης ανταλλακτικών. «Και επιπλέον έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι εύκολο να εντάξεις ρωσικά συστήματα στην άμυνα και να τα “παντρέψεις” με δυτικής προέλευσης συστήματα (που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του οπλοστασίου των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων). Και όσο πιο σύνθετο είναι το σύστημα, τόσο η δυσκολία ένταξης/ διασύνδεσης/ υποστήριξης μεγαλώνει: Ένα τυφέκιο το παίρνεις, ένα αεροπλάνο έχει πάρα πολλές δυσκολίες- από την εκπαίδευση μέχρι και τη συντήρηση. Για αυτό θεωρώ ότι δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια συνεργασίας- ούτε καν μικρά» σημειώνει ο κ. Δασκαλάκης.

Βεβαίως, εξακολουθεί να υφίσταται ένας πολύ σημαντικός παράγων όσον αφορά στην αγορά στρατιωτικών εξοπλισμών- και αυτός δεν είναι άλλος από τη διαθεσιμότητα χρημάτων, η οποία είναι πολύ περιορισμένη, δεδομένης της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα μας.

Περαιτέρω συνεργασίες

Πέραν των στρατιωτικών εξοπλισμών, ένα ερώτημα που έχει τεθεί κατά καιρούς είναι το κατά πόσον θα ήταν εφικτή μια πιο στενή στρατιωτική συνεργασία με τη Ρωσία, με τις παραφιλολογίες π.χ. περί παροχής βάσεων στο Αιγαίο στις ρωσικές ναυτικές δυνάμεις να είναι δημοφιλείς ιδιαίτερα στην ελληνική blogόσφαιρα. Ωστόσο, αυτό σαν ενδεχόμενο φαίνεται πως πρακτικά δεν υφίσταται.

Όπως σημειώνει ο Χρήστος Ζιώγας, μεταδιδακτορικός ερευνητής και διδάσκων Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, «αν η ελληνορωσική προσέγγιση στον οικονομικό και στον ενεργειακό τομέα προκαλεί την ενόχληση των δυτικών, στον στρατιωτικό θα επιφέρει την αντίδρασή τους. Φυσικά η ύπαρξη, και ίσως η μελλοντική αγορά νέων, ρωσικών οπλικών συστημάτων στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, εκ των πραγμάτων έχει δημιουργήσει μια συνεργασία στον στρατιωτικό τομέα. Περαιτέρω διεύρυνσή της που θα αντιπαραβάλλεται ή θα υπονομεύει τις ατλαντικές μας υποχρεώσεις είναι απίθανη».

russian navy

Σε παρεμφερές πλαίσιο κινείται και η άποψη του Διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, Κων/νου Φίλη, ο οποίος σημειώνει πως, όσο υφίσταται η τεταμένη κατάσταση με την Τουρκία «υπάρχει χώρος και πιθανόν διάθεση, από ορισμένους κύκλους, συντήρησης της συζήτησης για την ανάγκη αγοράς συστημάτων. Και σε αυτό το πλαίσιο η Ρωσία μπορεί να επιδείξει ενδιαφέρον, αντίστοιχα και η Ελλάδα. Αν όμως μιλάμε για πιο συμπαγή στρατιωτική συνεργασία (πχ παροχή ναυτικής βάσης κλπ) νομίζω ότι αυτό είναι εντελώς εκτός συζήτησης».

Μια συνεργασία σε αυτό το πλαίσιο τομέα, σύμφωνα με τον κ. Δασκαλάκη, θα ήταν εκ των πραγμάτων διαφορετικού χαρακτήρα: «Μπορούμε να κάνουμε μια κοινή άσκηση έρευνας και διάσωσης, που συνηθίσμένος πλέον τρόπος να επιδεικνύεται η ύπαρξη κάποιων κοινών ενδιαφερόντων. Και μάλιστα, δεν θα ήταν κακή ιδέα να τους προσελκύσουμε σε μια περιοχή που θεωρείται από τους Τούρκους αποστρατιωτικοποιημένη, όπως τα Δωδεκάνησα. Κάτι τέτοιο ίσως να μπορούσε να γίνει, απλά θα ήθελε λίγη περισσότερη διερεύνηση όσον αφορά στις πιθανές επιπτώσεις, και σίγουρα προσοχή. Δεν θα ήταν και κακό να ειπωθεί στους Αμερικανούς ότι π.χ θα πραγματοποιηθεί μια μικρή άσκηση έρευνας και διάσωσης σε μια περιοχή όπου δημιυοργούνται πρόβλήματα. Θεωρώ ότι θα μπορούσε να γίνει σε μια περιοχή ενδιαφέροντός μας να γίνει κάτι τέτοιο- προσεκτικά. Και με δεδομένη την ενόχληση των Αμερικανών με την Τουρκία, θα μπορούσαν όντως να συναινέσουν και οι ΗΠΑ σε αυτό το επίπεδο».