ΚΟΙΝΩΝΙΑ
07/11/2017 07:36 EET | Updated 07/11/2017 07:38 EET

Μεταφραστής του υπουργείου Εξωτερικών στο κύκλωμα πλαστογράφων – Το face control και ο έλεγχος Facebook

Sooc

Ένας μεταφραστής του υπουργείου Εξωτερικών βρίσκεται ανάμεσα στους κατηγορουμένους για το μεγάλο κύκλωμα πλαστογράφων που εξαρθρώθηκε στις 1 Νοεμβρίου 2017 από την ΕΛ.ΑΣ. σε συνεργασία με τη Europol.

Πρόκειται για έναν 48χρονο Αλβανό, ο οποίος παρείχε υπηρεσίες μεταφραστή στη Μεταφραστική Υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών.

Όπως αναφέρεται στο διαβιβαστικό της υπόθεσης, ο 48χρονος είχε επικοινωνία με δύο μέλη του κυκλώματος για την «προώθηση» παραγγελιών «πελατών» του, αναφορικά με την κατάρτιση πλαστών εγγράφων.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι «στις περιπτώσεις που ο 48χρονος μεταφραστής δεχόταν παραγγελίες από τους πελάτες του, που αφορούσαν μόνο στην τοποθέτηση μιας πλαστής σφραγίδας (για παράδειγμα από το ΚΕΠ) ή την έκδοση μεταφρασμένου πιστοποιητικού, όπως αυτά που εκδίδονται από τη Μεταφραστική Υπηρεσία, τότε αναλάμβανε μόνος του την περαίωση αυτών».

Άλλο μέλος της οργάνωσης, ηλικίας 64 ετών, με αρχηγικό ρόλο εμφανίζεται να ρωτάει τους πελάτες για το χρώμα του δέρματος και για τις γνώσεις του στα ελληνικά και τα αγγλικά. Πρόκειται για το πιο... ιδιαίτερο μέλος του κυκλώματος που πιθανότατα είναι ο πιο «επαγγελματίας» διακινητής που έχει ποτέ αντιμετωπίσει η ΕΛ.ΑΣ.

Ο 64χρονος ζητόυσε επίσης το λογαριασμό στο Facebook από τους πελάτες, υπέβαλλε αίτημα φιλίας και όταν αποκτούσε πρόσβαση στο λογαριασμό του διακινούμενου έβλεπε τις φωτογραφίες του. Κατόπιν, απαιτούσε να συναντηθεί με τον πελάτη προκειμένου να κάνει face control και να λάβει την τελικά απόφαση για το κατά πόσο θα αναλάβει ο ίδιος την οργάνωση της διακίνησης. Ακόμα και όταν ο πελάτης βρισκόταν εκτός Αττικής ή εκτός Ελλάδος του ζητούσε να έρθει στην Αθήνα για να τον συναντήσει.

Οι συναντήσεις γίνονταν στο σταθμό του ΗΣΑΠ στον Ταύρο, σε κοντινή απόσταση από το σπίτι του.

Αναλυτικά οι ανακοινώσεις

Υπηρεσίες... υψηλού επιπέδου περείχε στους πελάτες του το κύκλωμα πλαστογράφων που εξαρθρώθηκε από την ΕΛ.ΑΣ. σε συνεργασία με τη Europol.

Ένας οδηγός ταξί είχε αναλάβει την παράδοση κατ' οίκον των πλαστών εγγράφων στα σημεία όπου βρίσκονταν οι πελάτες στην Αθήνα, ενώ άλλο μέλος της οργάνωσης αναλάμβανε τις ενδυματολογικές επιλογές των πελατών για να ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες εντοπισμού τους ελέγχους στο αεροδρόμιο. Στους πελάτες του εξωτερικού αποστέλλονταν ταχυδρομικά.

Οι δράστες είχαν τέσσερα σύγχρονα εργαστήρια στην Αττική και πουλούσαν σε παράτυπους μετανάστες από διαβατήρια και αστυνομικές ταυτότητες μέχρι άδειες οδήγησης, κάρτες υγείας, πιστοποιητικά γέννησης και βάφτισης.

Ένα πλαστό διαβατήριο κόστιζε 500 ευρώ, μια αστυνομική ταυτότητα 200 ευρώ και μια άδεια οδήγησης 150 ευρώ. Στις μεταξύ τους επικοινωνίες χρησιμοποιούσαν κωδικές ονομασίες όπως «βιβλίο» για το διαβατήριο, «κάρτα» για την αστυνομική ταυτότητα, «αυτοκόλλητο» για την άδεια διαμονής, «λουλούδι» για τη σφραγίδα Σένγκεν, ενώ «γήπεδο» αποκαλούσαν τα πρακτορεία ΟΠΑΠ όπου συνήθιζαν να δίνουν ραντεβού.

Οι αστυνομικοί προώρησαν σε 20 συλλήψεις την 31η Οκτωβρίου και 1η Νοεμβρίου 2017.

Ως προς τους ρόλους των εμπλεκομένων αναφέρονται τα εξής:

Α) κεντρικό ρόλο κατείχαν οι τέσσερις πλαστογράφοι, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει αντίστοιχα τέσσερα πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια («πλαστογραφεία»/ print shops ),σε περιοχές της Αττικής, με κατάλληλο ψηφιακό εξοπλισμό, όπου σε καθημερινή βάση, προέβαιναν στην κατάρτιση εξ υπαρχής ή με διαδικασία νόθευσης πλαστών εγγράφων πάσης φύσεως. Μάλιστα, ορισμένες φορές χρησιμοποιούσαν σώματα γνησίων εγγράφων ως «βάσεις» για τις απαιτούμενες τροποποιήσεις. Τα γνήσια αυτά έγγραφα είτε είχαν απολεσθεί, είτε είχαν αφαιρεθεί με παράνομο τρόπο από τους πραγματικούς κατόχους.

Οι πλαστογράφοι για να αποφύγουν πιθανή σύλληψη ή στοχοποίησή τους, σπανίως πραγματοποιούσαν απευθείας συναντήσεις με τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης ή τους «πελάτες». Για αυτό το λόγο, το διαμεσολαβητικό ρόλο για την παράδοση και παραλαβή των πλαστών εγγράφων και των φωτογραφιών των «πελατών», είχαν αναλάβει άμεσοι συνεργάτες τους, στους οποίους έδιναν ακριβείς εντολές για το μέρος και το πρόσωπο, με το οποίο θα πραγματοποιούσαν συνάντηση.

Β) Τα υπόλοιπα μέλη του εγκληματικού δικτύου δέχονταν καθημερινά τηλεφωνικές παραγγελίες από υποψήφιους «πελάτες», εσωτερικού και εξωτερικού, παραλάμβαναν τα απαιτούμενα υλικά (όπως για παράδειγμα, φωτογραφίες, στοιχεία ταυτότητας, σώματα εγγράφων κ.λπ.) για την προώθηση της παραγγελίας στους πλαστογράφους είτε απευθείας, είτε μέσω των άμεσων συνεργατών τους.

Με το πέρας της κατάρτισης των πλαστών εγγράφων, τα μέλη του δικτύου παραλάμβαναν τα πλαστά έγγραφα από τους πλαστογράφους και τα παρέδιδαν οι ίδιοι στους «πελάτες», λαμβάνοντας χρηματική αμοιβή εκ της οποίας, ένα μέρος κρατούσαν ως προμήθεια για τη μεσολάβηση τους, ενώ το υπόλοιπο το εισέπραττε ο εκάστοτε πλαστογράφος. Ενώ όταν επρόκειτο για «πελάτες» εξωτερικού, αυτά παραδίδονταν μέσω ταχυδρομικών εταιρειών.

Γ) Επιπρόσθετα, κάποια από τα μέλη πέραν των παραγγελιών ήταν επιφορτισμένα με τον επιπρόσθετο ρόλο να εφοδιάζουν τους πλαστογράφους με σώματα γνησίων εγγράφων και με αναλώσιμα είδη (για παράδειγμα φωτογραφικό φιλμ, πλαστικές ζελατίνες, κλ.π.), τα οποία ήταν απαραίτητα για την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων.

Ως προς τη μεθοδολογία και τον τρόπο δράσης τους αναφέρονται τα εξής:

Τα πλαστά έγγραφα είτε αποστέλλονταν σε ενδιαφερόμενους σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε παραδίδονταν σε «πελάτες» εντός Ελλάδας.

Ειδικότερα, για τους «πελάτες» του εσωτερικού οι περισσότερες συναντήσεις μεταξύ των μελών πραγματοποιούνταν είτε σε «στέκια» ομοεθνών τους στο κέντρο των Αθηνών, είτε σε καταστήματα πέριξ των οικιών τους, προσδίδοντας, με αυτό τον τρόπο, τη μέγιστη δυνατή «ασφάλεια» κατά τις συναλλαγές τους.

Ενδεικτικό των μέτρων ασφαλείας που λάμβαναν τα μέλη του δικτύου, είναι το γεγονός της στρατολόγησης μέλους, το οποίο εκμεταλλευόμενο την ιδιότητά του ως οδηγός ταξί, πραγματοποιούσε χαμηλού ρίσκου παραδόσεις/παραλαβές πλαστών εγγράφων.

Μάλιστα, αξίζει να μνημονευθεί, ότι τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης για την μεταξύ τους επικοινωνία χρησιμοποιούσαν κωδικές ονομασίες.

Ο εντοπισμός των υποψήφιων «πελατών» πραγματοποιούνταν τόσο μέσω του «κοινωνικού δικτύου» που είχαν αναπτύξει τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, κυρίως με ομοεθνείς τους, όσο και με την «από στόμα σε στόμα» διάδοση της «υψηλής ποιότητας των υπηρεσιών» που παρείχε το δίκτυο. Ωστόσο, η τελική επιλογή των υποψήφιων «πελατών» γινόταν κατόπιν τηλεφωνικής συνέντευξης. Εφόσον αυτή ολοκληρωνόταν «επιτυχώς», ακολουθούσε face control του ατόμου και τα επόμενα στάδια της διακίνησης, ανάλογα με τη χώρα στην οποία βρισκόταν ο διακινούμενος αλλοδαπός. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι εάν το χρώμα του πελάτη ήταν υπερβολικά μελαμψό ή η γνώση της ελληνικής/αγγλικής γλώσσας δεν ήταν επαρκής, τότε το μέλος του εγκληματικού δικτύου δεν αναλάμβανε τη διακίνηση.

Αναφορικά με τις φωτογραφίες που χρησιμοποιούνταν για τα πλαστά έγγραφα, η οργάνωση έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην ευπρεπή εξωτερική εμφάνιση και ενδυμασία των «πελατών», έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος έγερσης υποψιών σε τυχόν έλεγχο τους στο αεροδρόμιο. Τα μέλη του δικτύου παραλάμβαναν από τους «πελάτες» μαζί με τις φωτογραφίες και το χρηματικό ποσό που απαιτούνταν, τόσο για την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων, όσο και για την οργάνωση της διακίνησης (έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων κ.λπ.).

Τονίζεται, ότι τα πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα πωλούνταν σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών (κυρίως Αλβανούς), οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν για να εξέλθουν (μέσω αεροδρομίων) παράνομα από μία χώρα, έχοντας ως τελικό προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο και ενδιάμεσους σταθμούς διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες (χώρες transit ). Αξιοσημείωτο είναι, ότι τα συγκεκριμένα μέλη αναλάμβαναν όλη τη διαδικασία οργάνωσης της διακίνησης και πιο συγκεκριμένα την κράτηση των εισιτηρίων, την παροχή συμβουλών στους διακινούμενους και σε ορισμένες περιπτώσεις τη συνοδεία αυτών στο εκάστοτε αεροδρόμιο.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης διενεργήθηκαν (23) έρευνες σε οικίες και καταστήματα και εντοπίστηκαν (4) πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια κατάρτισης πλαστών εγγράφων ( print shops ), αποτελούμενα από μεγάλο όγκο γραφικής ύλης, αναλώσιμων, μικροεργαλείων, εξαρτημάτων, ηλεκτρονικό εξοπλισμό και μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, που χρησιμοποιούνται τόσο για τη νόθευση γνήσιων εγγράφων, όσο και για την κατάρτιση υψηλής ποιότητας εξ υπαρχής πλαστών εγγράφων.

Επιπλέον, μεταξύ άλλων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

  • πλήθος σφραγίδων (στρογγυλές, δημοσίων υπηρεσιών και υπαλλήλων, αλλοδαπών αρχών κ.λπ.),
  • πλήθος διαβατηρίων (πλήρη ή μέρη αυτών) και ταυτοτήτων (συμπληρωμένων ή μη) τρίτων προσώπων διαφόρων χωρών,
  • κενών θεωρήσεων visa ,
  • άδειες ικανότητας οδήγησης,
  • κάρτες ελληνικών τραπεζών,
  • πλήθος πλαστών εγγράφων πάσης φύσεως (κάρτες ασφάλισης, πιστοποιητικά κ.λπ.),
  • μεγάλος αριθμός ψηφιακών και αποθηκευτικών μέσων,
  • πυροβόλο όπλο,
  • (100) γραμμάρια κάνναβης,
  • αυτοκίνητο και (3) δίκυκλα,
  • το χρηματικό ποσό των (54.815) ευρώ,
  • εκατοντάδες παραστατικά χρηματικών εμβασμάτων με αποδέκτες ή παραλήπτες σε χώρες προορισμού ή ενδιάμεσων σταθμών και
  • εκατοντάδες αποδεικτικά κρατήσεων αεροπορικών εισιτηρίων από και προς χώρες προορισμού ή ενδιάμεσων σταθμών.

Οι συλληφθέντες, οδηγήθηκαν ενώπιον κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος τους παρέπεμψε σε Τακτικό Ανακριτή, ενώ οι έρευνες για τον εντοπισμό των μη συλληφθέντων δραστών και την αξιοποίηση των κατασχεθέντων πειστηρίων βρίσκονται σε εξέλιξη, συνεργαζόμενοι, τόσο με τη Europol , όσο και με ομόλογες Υπηρεσίες του εξωτερικού.