Κώστας Μαυραγάνης Headshot

Πώς βλέπουν οι Έλληνες συντηρητικοί τον Ντόναλντ Τραμπ και τη μέχρι τώρα πορεία του

Δημοσιεύθηκε: Ενημερώθηκε:
DONALD TRUMP
Jonathan Ernst / Reuters
Εκτύπωση

Η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ σηματοδότησε για πολλούς μια σημαντική στροφή στην αμερικανική πολιτική, καθώς ερμηνεύτηκε ως μια στροφή προς τον συντηρητισμό και τον απομονωτισμό. Η νίκη Τραμπ προκάλεσε σεισμό στο αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, και ο αναμφίβολα αντισυμβατικός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί και εκφράζεται ο Αμερικανός πρόεδρος, καθώς και το ζήτημα της φερόμενης ρωσικής εμπλοκής στη διαδικασία των αμερικανικών εκλογών προκαλούν έντονες αντιδράσεις και ανησυχία εντός και εκτός των συνόρων.

Ο Τραμπ είναι μια φιγούρα που, ούτε λίγο ούτε πολύ, ερμηνεύεται από τη θεωρούμενη προοδευτική πτέρυγα του πολιτικού φάσματος ως κάτι αντίστοιχο του «απόλυτου κακού» στην πολιτική, με χαρακτηρισμούς ως (μεταξύ άλλων) «ακροδεξιός», «νεοναζί», «σεξιστής» κλπ να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη σε πολλά ΜΜΕ και εκφάνσεις του δημοσίου διαλόγου. Στο ίδιο πλαίσιο, η πορεία του αξιολογείται μέχρι τώρα ως «πολύ κακή» κ.ο.κ από τους επικριτές του- και στην Ελλάδα τα δεδομένα είναι λίγο-πολύ αντίστοιχα, καθώς οι επικριτικές φωνές στη δημόσια σφαίρα είναι πολύ περισσότερες από αυτές που τον αντιμετωπίζουν θετικά.

Ωστόσο, πέρα από τις αποδοκιμασίες και το πυρ ομαδόν των θεωρούμενων προοδευτικών και των (όπως ίσως θα έλεγε ο ίδιος) υποστηρικτών της πολιτικής ορθότητας, είναι σημαντικό να δει κανείς τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον Τραμπ και τη μέχρι τώρα πορεία του η συντηρητική (με την ευρεία έννοια) πτέρυγα. Άλλωστε είναι δραματικό λάθος να ξεχνά κανείς ότι, επί της ουσίας, ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε πρόεδρος απευθυνόμενος σε αυτήν, και στα συντηρητικά ρεφλέξ της αμερικανικής κοινωνίας, δίνοντας προς πάσα κατεύθυνση το «μάθημα» πως, όσο «απωθητικές» και να φαίνονται οι αντιλήψεις τους στο «προοδευτικό» τόξο, οι πολίτες αυτοί ψηφίζουν και περιμένουν οι προβληματισμοί τους να εισακουστούν- και αν δεν συμβαίνει αυτό, αντιδρούν με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει έκπληξη (όπως η νίκη Τραμπ). Οπότε, τα κριτήριά τους ως προς τις ενέργειές του είναι σαφώς ιδιαίτερης βαρύτητας σε σχέση με αυτούς που δεν θα τον ψήφιζαν ούτως ή άλλως- και για αυτόν τον λόγο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς το πώς βλέπουν τον Τραμπ και την πορεία του οι Έλληνες συντηρητικοί.

Οι απόψεις διίστανται

Μιλώντας σχετικά στη HuffPost Greece, ο Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, κάνει λόγο για «διχασμό» στην ευρύτερη συντηρητική πτέρυγα: «Υπάρχει ένα κομμάτι, το οποίο περιστρέφεται γύρω από τους ΑΝΕΛ και πηγαίνει μέχρι την άκρα δεξιά και τη Χρυσή Αυγή, που στηρίζει συστηματικά τον Τραμπ- και βέβαια οι ΑΝΕΛ δείχνουν πως είχαν και διατηρούν τις σχέσεις τους με το επιτελείο του- πχ οι σχέσεις του Τζορτζ Παπαδόπουλου με τον Πάνο Καμμένο. Υπάρχει επίσης ένα άλλο κομμάτι της κεντροδεξιάς, που είναι πιο συγκρατημένο- δεν έχω δει πολύ ανοιχτές τοποθετήσεις υπέρ ή κατά του Τραμπ. Οπότε με αυτή την έννοια θα έλεγα ότι ο κεντροδεξιός- συντηρητικός χώρος δείχνει σε κάποιο βαθμό διχασμένος. Ένα τμήμα του υποστηρίζει τον Τραμπ, ένα άλλο δείχνει σιωπηλό περισσότερο».

Αξιολογώντας τη μέχρι τώρα θητεία και πορεία του Ντόναλντ Τραμπ στον προεδρικό θώκο, ο Άδωνις Γεωργιάδης, αντιπρόεδρος της ΝΔ, μιλώντας στη HuffPost Greece, εκτιμά πως ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται από τη μία πως προσπάθησε και ακόμα προσπαθεί να μείνει πιστός σε διάφορες προεκλογικές υποσχέσεις, όπως το τείχος στα σύνορα με το Μεξικό και η απέλαση μεταναστών που έχουν εισέλθει παράνομα στη χώρα, όμως «από την άλλη η οικονομία πηγαίνει πάρα πολύ στις ΗΠΑ, το χρηματιστήριο περνά το ένα ρεκόρ μετά το άλλο».

Ο κ. Γεωργιάδης συμπληρώνει ωστόσο πως ο Ντόναλντ Τραμπ «δεν έχει καταφέρει να γίνει κυρίαρχος στο πολιτικό σκηνικό, διότι δεν έχει μπορέσει ακόμα να αλλάξει το Οbamacare, όπως είχε υποσχεθεί αλλά και διότι προφανώς ξοδεύει πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο στις έρευνες για την εμπλοκή συνεργατών του με τη Ρωσία. Αναμένω με ενδιαφέρον τον δεύτερο χρόνο της θητείας του».

Από πλευράς του, ο Κώστας Τασούλας, βουλευτής Ιωαννίνων, ΝΔ, σημειώνει πως ο Αμερικανός πρόεδρος θα κριθεί ασφαλέστερα στη λήξη της θητείας του: «Η μέχρι σήμερα εικόνα του, στα δικά μου μάτια, είναι πως πρόκειται για έναν δεινό χειριστή τής τεχνολογίας τής πολιτικής (πολιτικό μάρκετινγκ), που αγνοεί όμως την τέχνη τής πολιτικής. Αν συνεχίσει έτσι, τότε οι θεσμοί των ΗΠΑ θα κληθούν να αναπληρώσουν το κενό αυτό».

Ωστόσο, ο κ. Τασούλας σημειώνει πως το θέμα είναι πιο πολύπλοκο: «Για ποιας Αμερικής όμως τους θεσμούς μιλάμε; Γιατί Αμερική είναι και εκείνη που εμπνεύσθηκε και εφήρμοσε το σχέδιο Μάρσαλ, ύψους 14δισ. δολ., που διαμόρφωσε κατά πολύ το μεταπολεμικό κόσμο, και Αμερική είναι και εκείνη που, παρά τα θρυλούμενα, αιφνιδιάστηκε από το απριλιανό πραξικόπημα του 1967 και νόμιζαν ότι ο πρωθυπουργός Π. Κανελλόπουλος συνελήφθη στη μέση τής νύχτας στην πλατεία Συντάγματος κυκλωμένος από στρατιώτες και τανκς! Και αυτό, επειδή ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τάλμποτ, έστειλε ξημερώματα της 21ης Απριλίου το εξής τηλεγράφημα: “ΜΑΘΑΙΝΩ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΧΕΙ ΜΟΛΙΣ ΣΥΛΛΗΦΘΕΙ ΑΠΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑΝΚΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΤΑΛΜΠΟΤ”, χωρίς να βάλει τελεία μετά τη λέξη “ΣΤΟΙΧΕΙΑ”!».

«Ιδιάζουσα περίπτωση»

Για μια ιδιάζουσα περίπτωση Αμερικανού προέδρου κάνει λόγο από πλευράς του ο Άγγελος Χρυσόγελος, πρόεδρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ): «Οι απόψεις του και πολλές προεκλογικές υποσχέσεις του έρχονταν σε αντίθεση με παραδοσιακές θέσεις του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Επομένως η εκλογή του θεωρητικά σήμαινε και έναν επανακαθορισμό του περιεχομένου και των θέσεων του αμερικανικού συντηρητισμού. Στην πράξη όμως ο Τραμπ αποδεικνύεται ένας λιγότερο λαϊκιστής και περισσότερο υπερ-συντηρητικός πρόεδρος».

Όπως σημειώνει ο κ. Χρυσόγελος, αν και ο Τραμπ εξελέγη με την στήριξη κυρίως ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων («η λευκή εργατική τάξη»), οι οικονομικές του πολιτικές μέχρι στιγμής «ακολουθούν τις σταθερές θέσεις των Ρεπουμπλικάνων τα τελευταία 10 χρόνια: δραστική μείωση φορολογίας (προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων), ακύρωση του Obamacare, και περιορισμός του εποπτικού/ρυθμιστικού ρόλου της κυβέρνησης».

«Ακολουθώντας και εντείνοντας την κλασική μέθοδο των Ρεπουμπλικάνων από την εποχή του Νίξον και μετά, ο Τραμπ απευθύνεται στην λαϊκή-εργατική βάση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στην βάση εθνοτικών/ταυτοτικών πολιτικών και ρητορικής, π.χ. στο ζήτημα των φυλετικών σχέσεων, της οπλοκατοχής κλπ. Εκεί που οι περισσότεροι περίμεναν τον Τραμπ να διαφοροποιηθεί από τους κλασικούς Ρεπουμπλικάνους (πχ στις σχέσεις με την Ρωσία, ή την δημιουργία ενός σημαντικού προγράμματος δημοσίων επενδύσεων στις υποδομές), οι διαφορές είναι πολύ μικρές με το παρελθόν. Αυτό που διαφοροποιεί τον Τραμπ από την κλασική μεταπολεμική αμερικανική δεξιά είναι η απομονωτιστική εθνικιστική ρητορεία στην εξωτερική πολιτική και σε ζητήματα διεθνούς συνεργασίας (εμπόριο, περιβάλλον). Η διαφορά του Τραμπ με τον κλασικό μεταπολεμικό αμερικανικό συντηρητισμό επομένως φαίνεται να είναι στο πώς οι δυο πλευρές βλέπουν την σύνδεση της εγχώριας με την διεθνή πολιτική. Για τους Ρεπουμπλικάνους η συντηρητική οικονομική πολιτική στο εσωτερικό ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την διατήρηση της διεθνούς ισχύος και του αυτοκρατορικού ρόλου των ΗΠΑ παγκοσμίως. Ο Τραμπ φαίνεται να προκρίνει έναν τύπο "καπιταλισμού σε μια χώρα", όπου η απορύθμιση στο εσωτερικό θα συνδυάζεται με έναν επιθετικό νεο-μερκαντιλισμό στο εξωτερικό».