TO BLOG

Απόψεις και ανάλυση της επικαιρότητας από τους bloggers της HuffPost

Καλλιόπη Κρητικού Headshot

Michel Bussi: «Από τη στιγμή που τα μυθιστορήματά μου εκδίδονται, νιώθω πως δεν μου ανήκουν πια»

Δημοσιεύθηκε: Ενημερώθηκε:
PHO
Philippe Matsas
Εκτύπωση

Γνώρισα τη γραφή του Michel Bussi με το ανατρεπτικό του μυθιστόρημα «Το κορίτσι της πτήσης 5403» (εκδ. Κέδρος) και έμεινα έκπληκτη με την ιδιόρρυθμη και συναρπαστική προσέγγιση της πλοκής του και το εξαιρετικό ψυχογράφημα των χαρακτήρων του. Πριν λίγο καιρό διάβασα το βιβλίο του «Τρία μαύρα νούφαρα» (εκδ. Κέδρος) και συνειδητοποίησα τη συγγραφική ευφυΐα του Γάλλου συγγραφέα, ο οποίος έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία αστυνομικής λογοτεχνίας αλλά και με βραβεία αναγνωστών. Οι λάτρεις του είδους στη χώρα μας έχουν ξεχωρίσει την πένα του και για το λόγο αυτό επιδίωξα μία συνέντευξη μαζί του για να μάθω περισσότερα για τον ίδιο αλλά και για τα μυθιστορήματά του.


Πώς θα περιγράφατε τη ζωή σας με λίγες λέξεις;

Είμαι συγγραφέας εδώ και δέκα χρόνια πάνω κάτω... Και πριν ήμουν καθηγητής Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο της Ρουέν.

Είπατε ότι ήσαστε καθηγητής γεωγραφίας. Δεν είστε πλέον;

Είμαι σε άδεια, δηλαδή δεν κάνω κάτι άλλο από το να γράφω, προς το παρόν.

Τι σας συναρπάζει περισσότερο στην πανεπιστημιακή σας ιδιότητα; Θεωρείτε ότι υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στη διδασκαλία και τη συγγραφή βιβλίων;

Όχι, δεν πιστεύω κάτι τέτοιο. Άρχισα να γράφω πολύ πριν αποκτήσω την ιδιότητα του πανεπιστημιακού, οπότε πιστεύω ότι ακόμα κι αν είχα κάποια άλλη ιδιότητα, θα έγραφα ούτως ή άλλως. Έπειτα, είναι αλήθεια ότι το γεγονός πως διδάσκω Γεωγραφία μου δίνει ένα πλεονέκτημα στην περιγραφή των τόπων, και γράφω μυθιστορήματα που είναι αρκετά τοποθετημένα γεωγραφικά. Αλλά θα έγραφα ακόμα κι αν δεν ήμουν καθηγητής Γεωγραφίας. Οι θεματικές που επιλέγω δεν έχουν σχέση με την ακαδημαϊκή μου ιδιότητα.

Σκεφτήκατε ποτέ να χρησιμοποιήσετε ψευδώνυμο λόγω της ακαδημαϊκής σας καριέρας;

(Γέλια) Όχι, γιατί όταν ξεκίνησα τη συγγραφή, δεν περίμενα ότι θα έχω τέτοια επιτυχία. Δεν πίστευα πως ο κόσμος θα ξέρει ότι γράφω μυθιστορήματα και ως εκ τούτου δεν το θεώρησα αναγκαίο. Άλλωστε δεν πίστευα ότι θα γίνω πιο γνωστός ως συγγραφέας, παρά ως πανεπιστημιακός.

Τι σας γοήτευσε στη συγγραφή αστυνομικών βιβλίων;

Ήταν κάτι που έγινε αυθόρμητα, δεν είχα δηλαδή ως αυτοσκοπό να γράψω αστυνομικά μυθιστορήματα. Ήθελα προπάντων να είναι βιβλία με αγωνία, με έντονη πλοκή, όπως το πρώτο μου βιβλίο «Gravé dans le sable» [Χαραγμένο στην άμμο], όπου ήθελα να συνθέσω μια πλοκή με δράση, μια ερωτική ιστορία, το θέμα της εκδίκησης και στοιχεία γεωγραφίας και ιστορίας. Ήθελα κάτι πραγματικά μυθιστορηματικό, που θα μπορούσε κάποτε να θεωρηθεί κλασικό. Τα κλασικά μυθιστορήματα ήταν η πηγή έμπνευσής μου και κάτι τέτοιο ήθελα να γράψω, βάζοντας και την προσωπική μου πινελιά. Πιστεύω πως χρησιμοποιώ το σασπένς με την ευρύτερη λογοτεχνική του έννοια. Άλλωστε θεωρώ πως οι αναγνώστες μου δεν οι φανατικοί των αστυνομικών μυθιστορημάτων, αλλά είναι άνθρωποι που θα δουν ένα μυθιστόρημα σαν μια «ιστορία» με πολλές προεκτάσεις μέσα από την ίντριγκα, την εκδίκηση, τα οικογενειακά μυστικά. Προσωπικά, ήταν αυτό που με γοήτευσε στο να γράψω τέτοιου είδους βιβλία.

Κάνατε αρκετές απόπειρες για χρόνια για να εκδοθεί τελικά το πρώτο σας βιβλίο. Τι σας έκανε να συνεχίσετε την προσπάθεια και να μην εγκαταλείψετε τη συγγραφή;

(Γέλια) Ας πούμε ότι υπάρχει πάντα μία εσωτερική φωνή που σου λέει ότι μπορείς να τα καταφέρεις, ότι έχεις κάτι να διηγηθείς, ότι η ιστορία σου αξίζει τον κόπο. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει αυτή η μικρή φωνή. Από την άλλη βέβαια υπάρχουν οι δυσκολίες: ο χρόνος που αφιερώνεις σ' ένα βιβλίο που δεν θα εκδοθεί, το να αισθάνεσαι ότι κατασπαταλάς την ενέργειά σου. Είχα όμως πολύ μεγάλη επιθυμία να δω τις ιστορίες μου τυπωμένες, οπότε επέμεινα. Έτσι, συνέχισα να γράφω σενάρια, μικρές ιστορίες, που όλο και κάπου θα υπάρχουν τώρα, και τα έγραφα μόνο για μένα και κατά καιρούς σκεφτόμουν ότι αν βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία θα μπορέσω να τα εκδώσω. Είχα στα συρτάρια μου ένα σωρό σενάρια, περιλήψεις, κάποια ξεκινήματα ιστοριών που ποτέ δεν τελείωσαν και που υπάρχουν κάπου εδώ γύρω ακόμα. Το μυστικό είναι να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή, την κατάλληλη ευκαιρία, ακόμα και την κατάλληλη γνωριμία.

Διαβάζοντας τα βιβλία σας έχω αποκομίσει την εντύπωση ότι έχετε στο μυαλό σας ολόκληρη την ιστορία με λεπτομέρειες, πριν ακόμα ξεκινήσετε να τη γράφετε. Είναι όντως έτσι ή κάνετε πολλές σημαντικές αλλαγές κατά την αποτύπωση των ιστοριών σας;

Ναι, συνθέτω τις ιστορίες μου πολύ μεθοδικά μέσα στο μυαλό μου. Βασικά, το πρώτο στάδιο της δημιουργικής διαδικασίας είναι να επιλέξω το μέρος όπου θα τοποθετήσω την ιστορία μου, μετά την συνθέτω και όταν ξεκινάω να τη γράφω, πρακτικά είναι απολύτως δομημένη, με την πλοκή και τους χαρακτήρες της, και ξέρω πού θα με οδηγήσουν. Μάλιστα, αυτό που μου δίνει την μεγαλύτερη ευχαρίστηση είναι η στιγμή που συλλαμβάνω την ιδέα μιας ιστορίας. Η δομή της, οι χαρακτήρες που εμπλέκονται και όλο αυτό μου δίνει πολύ γρήγορα μία κατεύθυνση. Έτσι φτάνω σ' ένα στάδιο δημιουργίας που θεωρώ ότι είναι το πιο μαγευτικό. Και μετά ακολουθεί η συγγραφή για να καταφέρω ν' αποτυπώσω αυτό που έχω μέσα στο μυαλό μου.

Οπότε, όπως προείπα, υπάρχει ένα μαγευτικό στάδιο που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την έμπνευση και όπου η ιστορία δομείται μόνη της. Έπειτα, πέρα από το να διορθώσω μερικές λεπτομέρειες που δεν ταιριάζουν με το σύνολο, δεν υπάρχει καθόλου το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Ξεκινάω με μία ιδέα πολύ συγκεκριμένη αυτού που θέλω να γράψω.

Πολλά από τα βιβλία μου, τα βιβλία γενικά, είναι ένα «κάλεσμα χειραφέτησης».


Οι ιστορίες σας στα βιβλία «Το κορίτσι της πτήσης 5403» και «Τρία μαύρα νούφαρα» δεν είναι απλές αστυνομικές ιστορίες. Ο αναγνώστης πρέπει να λύσει έναν πολύπλοκο γρίφο και ταυτόχρονα να έρθει αντιμέτωπος με τις συγκρούσεις, τους φόβους και τις αγωνίες των χαρακτήρων. Ποιος είναι ο στόχος σας μέσα από την πολυεπίπεδη αυτή πτυχή των βιβλίων σας;

Είναι όντως πολυεπίπεδη γιατί και ο κάθε αναγνώστης κάνει τη δική του, προσωπική ανάγνωση. Υπάρχουν αναγνώστες που αφήνονται να παρασυρθούν από την ιστορία ως έχει, χωρίς ν' αναρωτηθούν για τους χαρακτήρες, το σκηνικό και την πορεία του μυθιστορήματος, αλλά υπάρχει επίσης και ένα μέρος αναγνωστών που θα προσπαθήσει να μαντέψει, λίγο έως πολύ, το κλειδί της ιστορίας, ποιος είναι ο ένοχος, και όχι μόνο αυτό, αλλά θ' αναρωτηθεί για το τι κρύβουν οι χαρακτήρες και τι πραγματικά κρύβεται πίσω απ' αυτό που δείχνουν. Και είναι αλήθεια ότι στα μυθιστορήματά μου υπάρχει ένα παιχνίδι ανάμεσα στον αναγνώστη και στον συγγραφέα όπου και οι δύο συνδέονται με τους χαρακτήρες και με αυτό που κρύβουν, υπάρχει ένα παιχνίδι με παραπλανητικά στοιχεία.

pho

Όταν διάβασα για πρώτη φορά μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι, η οποία παίζει πάρα πολύ με αυτό τον κώδικα ανάμεσα στον αναγνώστη και τον συγγραφέα, όπου ο αναγνώστης προσπαθεί να μαντέψει τι συμβαίνει μέσα στην ιστορία, κατάλαβα αμέσως ότι με αυτό τον τρόπο θα ήθελα να γράψω κι εγώ. Ήθελα, δηλαδή, να γράψω έχοντας τον αναγνώστη δίπλα μου μόνιμα, και είναι το στοιχείο που λατρεύω όταν γράφω, να ξέρω ότι υπάρχει ένα συνεχές παιχνίδι με τον αναγνώστη, ότι θα πιστέψει αυτά που γράφω και θ' ανακαλύψει μόνος του την εξέλιξη της ιστορίας από στοιχεία που έχω συμπεριλάβει χωρίς να το αντιληφθεί. Η παρουσία του είναι δυναμική μέσα σε αυτό το παιχνίδι της χειραγώγησης, κάτι που ουσιαστικά μόνο το βιβλίο μπορεί να κατορθώσει.

Στα προαναφερόμενα μυθιστορήματά σας οι γυναικείοι χαρακτήρες πρέπει να βρουν την ισορροπία ανάμεσα στις προσδοκίες των άλλων και σε όσα πραγματικά οι ίδιες επιθυμούν. Ποια είναι η άποψή σας: θα πρέπει να κυνηγάμε με πάθος τα όνειρά μας ή να ζούμε λαμβάνοντας υπόψη μας ό,τι οι άλλοι πιστεύουν ότι είναι καλύτερο για μας;

Πολλά από τα βιβλία μου, τα βιβλία γενικά, είναι ένα «κάλεσμα χειραφέτησης». Θεωρητικά, όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο ελπίζουμε ότι ο ήρωας θα τα καταφέρει μόνος του. Σε κάθε περίπτωση, τα βιβλία μάς ωθούν σε μία εσωτερική αναζήτηση, και συνεπώς στο να πράττουμε αναλόγως. Είναι αλήθεια ότι μετά την ανάγνωση του βιβλίου «Τρία μαύρα νούφαρα» υπήρξαν αρκετές αναγνώστριες που με προσέγγισαν να μου πουν ότι επηρεάστηκαν, ότι η ιστορία τις έκανε να σκεφτούν για τη σχέση τους, για τη ζωή τους, μερικές από αυτές μάλιστα χώρισαν από τους συζύγους τους, οπότε ναι, θεωρώ ότι έδωσα μία ώθηση προς την αναζήτηση.

Έπειτα, θεωρώ ότι τα μυθιστορήματά μου αφήνουν μία πικρή γεύση, θέλω να πω ότι οι ηρωίδες μου είναι συχνά πολύ δυναμικές και χειραφετημένες και δεν ψάχνουν αγωνιωδώς να βρουν τον «πρίγκιπα πάνω στο λευκό άλογο». Εμένα αυτό το τέλος μου αρέσει. Πιστεύω ότι αυτό που χαρακτηρίζει την ψυχολογία των ηρώων μου είναι το γεγονός ότι καθένας από αυτούς έχει έρθει αντιμέτωπος με το πεπρωμένο και κατάφερε να βγει νικητής. Βέβαια αυτό δεν συμβαίνει πάντα, όπως άλλωστε και στην πραγματική ζωή. Αυτό δεν με εμποδίζει να βρω την ισορροπία, υπάρχουν επιθυμίες που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν παρά το γεγονός ότι προσπαθήσαμε πολύ, παρόλα αυτά απολαμβάνουμε τη στιγμή μιας μικρής αποζημίωσης και είναι αυτό που συμβαίνει στα «Τρία μαύρα νούφαρα» όπως και στο «Κορίτσι της πτήσης 5403». Το σκέφτομαι συχνά αυτό! Οι ήρωές μου βρίσκονται συχνά σε απόγνωση, αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να μάχονται για κάτι καλύτερο. Θεωρώ ότι αυτή είναι η φιλοσοφία των χαρακτήρων μου.

pho

Πώς ξεκίνησε η ιστορία του βιβλίου «Το κορίτσι της πτήσης 5403»; Ήταν ένας χαρακτήρας που σκεφτήκατε πρώτα ή απλά ένα γεγονός σας ενέπνευσε;

Όχι, ήταν κάτι πολύ απλό. Στο «Κορίτσι της πτήσης 5403» το θέμα που ήθελα να διαπραγματευτώ ήταν η ταυτότητα. Οπότε σκιαγράφησα τέσσερις χαρακτήρες και μία ηρωίδα που δεν ξέρει ποια είναι, που δεν γνωρίζει τους συγγενείς της και δεν έχει και κανένα στοιχείο που θα την οδηγούσε ενδεχομένως σε κάποια ταυτοποίηση της αληθινής οικογένειάς της. Φυσικά, τίθεται και το ζήτημα της υιοθεσίας από αυτούς τους τέσσερις χαρακτήρες, αλλά ήθελα κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό κι έτσι πολύ γρήγορα φαντάστηκα το πιο απλό: ένα μωρό που χάνει την οικογένειά του, τον πατέρα, την μητέρα και πιθανώς τα αδέρφια του και μαζί με όλα αυτά και τις αναμνήσεις που ενδεχομένως θα μπορούσε να έχει.

Οπότε, σκέφτηκα ότι σε ένα αεροπορικό δυστύχημα με ένα βρέφος, που είναι και το μόνο που επιβιώνει, είναι πολύ δύσκολο να ανακαλύψει κανείς την ταυτότητά του από τη στιγμή που χάνει τους γονείς του, κάθε ίχνος που θα μπορούσε να οδηγήσει στους συγγενείς του και κάθε πιθανό μάρτυρα που θα μπορούσε να δώσει κάποια λύση. Ένα μωρό τριών μηνών είναι δύσκολα αναγνωρίσιμο αν δεν είναι οι ίδιοι οι γονείς που θα το ταυτοποιήσουν. Τοποθέτησα την ιστορία σε μία άλλη εποχή, όπου το τεστ DNA δεν υπήρχε ακόμα, αφού φυσικά μία τέτοια υπόθεση δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει στη σημερινή εποχή. Έτσι, σκιαγράφησα τέσσερις χαρακτήρες που διεκδικούν το μωρό και μόνο ο δικαστής μπορεί να αποφασίσει σε ποια από τις δύο οικογένειες θα το δώσει. Οπότε, όλα ξεκίνησαν από αυτό και στη συνέχεια ξετυλίχτηκε η ιστορία.

Το μυθιστόρημά σας «Τρία μαύρα νούφαρα» λαμβάνει χώρα στο Ζιβερνί, τον τόπο όπου ο Μονέ ξεκίνησε να ζωγραφίζει τους διάσημους πίνακες με τα νούφαρα. Η εξαίσια γραφή σας κατόρθωσε να αιχμαλωτίσει την ομορφιά του τοπίου και να με μεταφέρει νοητά εκεί. Έχει επισκεφτεί το χωριό αυτό; Πόση έρευνα χρειαστήκατε να κάνετε πριν γράψετε αυτό το βιβλίο;

Δεν έκανα ιδιαίτερη έρευνα. Το αντίθετο μάλιστα, επέλεξα να τοποθετήσω το μυθιστόρημά μου στο Ζιβερνί, που είναι ένα μέρος πολύ γνωστό, ενώ η ιστορία μου είναι στην ουσία η ιστορία μίας συνηθισμένης γυναίκας. Βέβαια, γνωρίζω το μέρος καθώς ζω κοντά, οπότε το επισκέφτηκα για να κατατοπιστώ, να δω πού θα τοποθετήσω τις σκηνές μου, αλλά δε στάθηκα πολύ στις λεπτομέρειες γιατί ήθελα να συνθέσω ένα τοπίο πιο ποιητικό. Να γράψω ένα μυθιστόρημα... ιμπρεσιονιστικό. Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες δεν έχουν δει ποτέ το Ζιβερνί, οπότε στο μυθιστόρημα θέλησα να περάσω μια οπτική πιο αφηρημένη και εξιδανικευμένη. Η ιστορία μου είναι μια φανταστική ιστορία, και δένει με το τοπίο του Ζιβερνί, που είναι ένα παραμυθένιο τοπίο, με το σπίτι που είναι σαν πύργος, τον κήπο, τη λίμνη. Ήθελα να αποτυπώσω κάτι παραμυθένιο, όπως οι πίνακες του Μονέ.

Ήθελα να προκαλέσω στον αναγνώστη την επιθυμία να επισκεφτεί το μέρος, αλλά για να καταφέρει κανείς κάτι τέτοιο θα πρέπει να περιγράφει χωρίς να δίνει πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες για τον τόπο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την εκάστοτε ηρωίδα: αν θέλεις να την ερωτευτεί ο αναγνώστης, δεν πρέπει να δίνεις όλα τα στοιχεία της περιγραφής της, πρέπει να αφήνεις κάτι να αιωρείται, κάτι φαντασιακό, κάτι λίγο συγκαλυμμένο, που να δημιουργεί απλά μια αίσθηση...

Κάπως έτσι ξεκίνησα με την ιδέα του ιμπρεσιονιστικού αστυνομικού μυθιστορήματος, με τις μικρές πινελιές της γραφής που κάνουν τον αναγνώστη να αναρωτιέται πώς έχει συντεθεί αυτός ο πίνακας.

Είναι χαλαρωτικό όταν αποτυπώνω επιτέλους τους χαρακτήρες που ζουν μέσα στο κεφάλι μου.

Ποια είναι η σχέση σας με τη ζωγραφική και τις τέχνες γενικότερα;

Η ζωγραφική... Μου αρέσει να σχεδιάζω αλλά δεν έχω ιδιαίτερο ταλέντο οπότε δεν έχω κάποια ιδιαίτερη σχέση με τη ζωγραφική. Όμως στα «Τρία μαύρα νούφαρα» ήθελα πραγματικά να μιλήσω για τον Μονέ και τη ζωγραφική. Ήθελα να αφηγηθώ την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού προικισμένου με ιδιαίτερο χάρισμα για μια τέχνη. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε τέχνη, όπως ο χορός, η γλυπτική κλπ., αλλά θεωρώ πως η ζωγραφική είναι μία τέχνη όπου συνυπάρχουν το ταλέντο και η δυνατότητα κάποιου να το ασκήσει εύκολα. Προφανώς και ο κόσμος θα προσέξει ένα παιδί που ζωγραφίζει τόσο καλά. Κάποιος που είναι τόσο επιδέξιος στο σχέδιο μπορεί να πιάσει ένα μολύβι και να ζωγραφίσει μόνος του χωρίς απαραίτητα να το διδαχτεί. Δεν είναι όπως ο πιανίστας που για να μάθει πιάνο θα πρέπει πρώτα απ' όλα να το διαθέτει. Χάρη στη ζωγραφική μπόρεσα να δημιουργήσω την προσωπικότητα ενός μικρού κοριτσιού που έρχεται από το πουθενά, έχει τεράστιο ταλέντο στη ζωγραφική και μαθαίνει να ζει με αυτό. Είναι κάτι απλό και εμφανές και ταυτόχρονα οικουμενικό, πιστεύω ότι μπορεί να αγγίξει όλο τον κόσμο.

Η συγγραφή σας ξεκουράζει;

Δεν ξέρω αν με ξεκουράζει. Με ξεκουράζει τη στιγμή που οι ιστορίες είναι πια εδώ. Είναι χαλαρωτικό όταν αποτυπώνω επιτέλους τους χαρακτήρες που ζουν μέσα στο κεφάλι μου. Επί χρόνια οι συγγραφείς ζούμε με μία ιστορία, με χαρακτήρες, είμαστε φορτωμένοι με όλα αυτά και όταν επιτέλους τα γράφουμε, τα εκδίδουμε και τα στέλνουμε στους αναγνώστες να τα διαβάσουν τότε η ιστορία ξεφεύγει πια από εμάς. Κατά έναν τρόπο νιώθουμε ότι έχουμε δώσει ζωή και μπορούμε πια να την αποχωριστούμε για να προχωρήσουμε σε μία άλλη ιστορία, σε άλλους χαρακτήρες. Οπότε η χαλάρωση έρχεται σε αυτό το στάδιο, δεν προκαλείται από την ίδια τη συγγραφή. Δεν είναι πως θα καθίσω μπροστά από τον υπολογιστή μου και αυτό θα με χαλαρώσει.

Μου αρέσει, δε λέω, μα η ξεκούραση είναι η στιγμή που θα πω «το έχω» και είναι σαν ένα ταξίδι, όπως όταν θες να πας κάπου και αφού πας λες «ωραία, το είδα και αυτό, επισκέφτηκα και αυτή τη χώρα», είναι αφού φτάσεις στον προορισμό. Η ξεκούραση προέρχεται από το γεγονός ότι δεν ξέρουμε γιατί αυτή η ιστορία υπάρχει, αλλά ζούμε τόσο πολύ μαζί της. Από τη στιγμή που τα μυθιστορήματά μου εκδίδονται, νιώθω πως δεν μου ανήκουν πια: τα έχω προσφέρει σε αυτούς που τα διαβάζουν.

Υπάρχει ένα βιβλίο που θα θέλατε να είχατε γράψει εσείς;

Ναι, το έχω σκεφτεί αυτό, μα όχι για βιβλία παρόμοια με τα δικά μου, που θα μπορούσα να τα είχα γράψει εγώ. Δεν μου συμβαίνει δηλαδή να διαβάζω ένα βιβλίο παρεμφερές με τα δικά μου και να λέω «Α, αυτός αυτό το κάνει καλύτερα από μένα». Αντίθετα, όταν πέφτω σε μυθιστορήματα που δεν έχουν καμία σχέση με τα δικά μου, σε μυθιστορήματα με ποιητικό ύφος, χωρίς έμφαση στην πλοκή, είναι αλήθεια πως σκέφτομαι ότι θα ήθελα να είχα αυτό το ταλέντο, θα ήθελα να μπορώ να διηγηθώ μια ιστορία χωρίς σασπένς, θα ήθελα να μπορώ να αιχμαλωτίσω με τις λέξεις μου μια ιστορία όπου δεν συμβαίνουν πολλά πράγματα.

Η αλήθεια όμως είναι πως ο δικός μου τρόπος είναι πολύ διαφορετικός, κι έτσι παραδόξως θαυμάζω κυρίως μυθιστορήματα που δεν έχουν καμία σχέση με τα δικά μου, γιατί πιστεύω πως οι συγγραφείς τους ξέρουν να κάνουν πράγματα που εγώ δεν ξέρω. Εγώ γράφω πολύ εκτενή μυθιστορήματα, και θαυμάζω τα σύντομα βιβλία που κατορθώνουν να συμπυκνώσουν πολλά πράγματα σε λίγες λέξεις.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο από την παιδική σας ηλικία;

Από την παιδική μου ηλικία... Θα έλεγα «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» του Τόλκιν. Σίγουρα υπήρχαν πολλά βιβλία που μου άρεσαν, αλλά «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» ήταν αυτό που με συνεπήρε στα 12-13 μου. Φυσικά, εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε η ταινία ούτε τίποτα. Ήταν για μένα κάτι πραγματικά ξεχωριστό.

Ποια είναι τα σχέδιά σας - συγγραφικά και μη - αυτή την περίοδο;

Το επόμενο μυθιστόρημά μου κυκλοφορεί το Οκτώβριο, ένα μυθιστόρημα λίγο διαφορετικό, αστυνομικό αλλά με ένα θέμα αλλιώτικο. Ευελπιστώ να το έχω πετύχει αυτό. Κι έπειτα έχω μπει στη διαδικασία να διαβάζω και να διορθώνω παλιές μου ιστορίες. Εκμεταλλεύομαι τον χρόνο που έχω για να βγάλω κάποιες από αυτές τις ιστορίες στο φως της ημέρας. Θα ήθελα επίσης να γράψω παιδική λογοτεχνία κάποια στιγμή. Και η επιστημονική φαντασία με ελκύει. Βέβαια το όνειρό μου είναι πάντα τα αστυνομικά βιβλία με δράση και ανατροπές και δεν σκοπεύω να το αφήσω στην άκρη. Ίσως κάποια μέρα γράψω και κάποια περιπέτεια. Τα βιβλία μου πουλάνε, και αυτό το θαύμα πρέπει να το χαρώ.

Ευχαριστώ τις εκδόσεις Κέδρος για τη βοήθεια στην πραγματοποίηση αυτής της συνέντευξης και ιδιαιτέρως, την κ. Έλενα Μανδήλα για την απομαγνητοφώνηση της τηλεφωνικής συνομιλίας και τη μετάφρασή της, καθώς και την κ. Αριάδνη Μοσχονά για τη διόρθωση και την επιμέλεια του τελικού κειμένου.


Δείτε περισσότερα στο blog Λογοτεχνικά Σοκάκια