TO BLOG

Απόψεις και ανάλυση της επικαιρότητας από τους bloggers της HuffPost

Χρήστος Λουτράδης Headshot

Η πτώση της «μετοχής» Ερντογάν

Δημοσιεύθηκε: Ενημερώθηκε:
ERDOGAN
NurPhoto via Getty Images
Εκτύπωση

Αν κάποιος προσπαθήσει να παρακολουθήσει τις ρητορικές ακροβασίες, τις αλλαγές στρατηγικής και κυρίως την αμφισημία στη λήψη αποφάσεων που χαρακτηρίζει την Προεδρία του Αμερικάνου Προέδρου Ντόναλτ Ντραμπ, τουλάχιστον μέχρι και σήμερα, είναι δεδομένο ότι θα κινδυνεύσει σοβαρά να απωλέσει την όποια ικανότητα κριτικής και λελογισμένης σκέψης είχε αποκτήσει όλα τα προηγούμενα χρόνια.

«Θύμα» της αμφισημίας και της έλλειψης στρατηγικής της νέας αμερικάνικης ηγεσίας αποτελούν και οι Αμερικανο-Τουρκικές σχέσεις που ενώ ξεκίνησαν βιώνοντας ένα θεωρητικό και ρητορικό μήνα του μέλιτος με εκατέρωθεν ανταλλαγή όρκων για βαθιά πολιτική συνεργασία, φαίνεται ότι οι τελευταίες εξελίξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Τουρκία θα διανύσουν μια περίοδο κεκαλυμμένης, αρχικά, εχθρότητας.

Είναι φανερό ότι και η πολυαναμενόμενη, από την τουρκική πολιτική ηγεσία, συνάντηση ανάμεσα στους δύο ηγέτες, Ερντογάν και Τραμπ, δεν μας κατέστησε σοφότερους γύρω από το μέλλον των δύο χωρών, αλλά και δεν καθησύχασε τους διεθνείς αναλυτές που παρακολουθούν άλλη μια αλλαγή ανάμεσα στις σχέσεις των δύο χωρών σε διάστημα πραγματικά πολύ σύντομο.

Η βασικότερη διαφορά ανάμεσα στις δυο χώρες, είναι διαφορά οπτικής απέναντι σε ίδια ζητήματα που προσλαμβάνονται όμως με εντελώς διαφορετικό από τις πολιτικές ηγεσίες των δύο κρατών. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: εκεί που η Τουρκία βλέπει προβλήματα και επιλογές που αγγίζουν την ίδια την αυθυπαρξία της ως έθνος-κράτος, βλέπε διαχείριση του Κουρδικού ζητήματος με κεντρικό γεωγραφικό θέατρο των εξελίξεων την Συρία, οι ΗΠΑ βλέπουν άλλη μια στρατηγική κίνηση, παροχή βοήθειας στους Κούρδους που μάχονται στην Συρία, με στόχο τον στρατιωτικό αφανισμό του «Ισλαμικού Κράτους».

Η άποψη των Τούρκων είναι σαφής. Οι Κούρδοι της Συρίας αποτελούν απλώς παρακλάδι του Κουρδικού αυτονομιστικού κινήματος που πολεμάνε εδώ και δεκαετίες στα εδάφη της γειτονικής μας χώρας. Η απότομη αυτή αλλαγή στάσης του Αμερικανού Προέδρου, που αποτελεί συνέχεια της πολιτικής του πρώην Αμερικανού Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, θα γείρει την πλάστιγγα όχι μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά κυρίως θα ορίσει και τις δυναμικές που θα αποκτήσουν όλοι οι παίχτες στο γεωπολιτικό παιχνίδι εξουσίας και εδαφικής οριοθέτησης που θα αρχίσει να αποκτάει σάρκα και οστά μετά το τέλος του Συριακού Εμφυλίου και του πολέμου ενάντια στο «Ισλαμικό Κράτος».

Ένα άλλο πεδίο που η γειτονική μας χώρα και κυρίως ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν αντιμετωπίζει ως μάχη γοήτρου είναι η απαίτηση της τουρκικής Κυβέρνησης για την έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν στην Τουρκία με την κατηγορία του ενορχηστρωτή του πραξικοπήματος του προηγούμενου καλοκαιριού, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Η σιωπή της νέας αμερικανικής διοίκησης απέναντι στις αιτιάσεις της Άγκυρας περί άμεσης έκδοσης, του θρησκευτικού ηγέτη και πρώην μέντορα του Ταγίπ Ερντογάν, Φετουλάχ Γκιουλέν, είναι σίγουρο ότι δυσχεραίνει έτι περαιτέρω την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες.

Το ενδιαφέρον στα προαναφερθέντα για την αλλαγή της στάσης του Προέδρου Τραμπ απέναντι σε διαχρονικές απαιτήσεις της Τουρκίας αποτελεί και η αίσθηση Τούρκων αναλυτών ότι ο Ταγίπ Ερντογάν έχει να αντιμετωπίσει και την απροθυμία της Ρωσίας να αντιμετωπίσει και αυτή τους Κούρδους της Συρίας που μάχονται το «Ισλαμικό Κράτος» με σημαντικές επιτυχίες ως τρομοκρατική ομάδα που απειλεί την Τουρκία. Είναι δεδομένο ότι προσβλέπει και η Μόσχα στο όσο το δυνατόν πιο γρήγορο κλείσιμο του κύκλου εχθροπραξιών και αίματος από το οποίο μαστίζεται η περιοχή.

Αυτά τα δύο περιστατικά και η στάση δύο εκ των σημαντικότερων χωρών για την παγκόσμια σταθερότητα, ΗΠΑ και Ρωσίας, δείχνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την πτώση της «μετοχής», όχι τόσο της Τουρκίας όσο του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν στο διεθνές «χρηματιστήριο» γεωπολιτικής. Το αν η πτώση αυτή θα συμπαρασύρει και την ίδια την Τουρκία σε βαθμό που θα απειλήσει και βασικές σταθερές της ίδιας της εθνικής ύπαρξης, θα το απαντήσει η ίδια η ιστορία.