ΤΟ BLOG

Η μέθη ψυχραιμίας του Παρισιού

18/11/2015 13:08 EET | Updated 18/11/2016 12:12 EET
Fergus O'Brien via Getty Images

Το Παρίσι είναι η πόλη του φωτός και αυτό δεν είναι ούτε κοινοτοπία ούτε υπερβολή. Η ελαφρότητα αυτής της πόλης ήταν ανέκαθεν αβάσταχτη στους κάθε είδους τσαρλατάνους, και σε αυτούς που βασανίζονται με αυτόν τον κόσμο και σε εκείνους που μας βασανίζουν με τον επόμενο

Οι πρώτοι, (αποτυχημένοι μυθιστοριογράφοι-φιλόσοφοι, ανέραστοι βασανογράφοι), δεν καταφέρνουν να χωνέψουν ότι ο Μπαλζάκ δεν αστειευόταν καθόλου λέγοντας ότι γράφει pour l'argent et la gloire: για το χρήμα και τη δόξα. Ότι ο Cioran, ο Αξελός, ο Σεμπρούν, ο Ιονέσκο, ο Jean Potocki, ο Casanova, εγκατέλειψαν τη μητρική τους γλώσσα και έγραψαν στα γαλλικά (όχι, ο τελευταίος δεν ήταν «τυχοδιώκτης», όπως αναφέρουν κάποιες συντηρητικές εκδοχές της Wikipedia αλλά ένας μεγάλος Συγγραφέας, Φιλόλογος, με δυο μεταφράσεις της Ιλιάδας στο ενεργητικό του, μια στα τοσκάνικα και μια στα βενετσιάνικα, Βιολιστής, Διπλωμάτης, Βιβλιοθηκάριος όπως ακριβώς αναφέρει η γαλλική Wiki).

Οι τσαρλατάνοι, κοσμικοί ή μεταφυσικοί (διακρίνετε κάποια διαφορά;) δεν υποφέρουν την αναίσχυντα παριζιάνικη αντίδραση που είχε ο Μότσαρτ ενώ η μητέρα του ήταν ετοιμοθάνατη: βόλτα για παγωτό στο Palais Royal. Δεν υποφέρουν τη σοβαρότητα, την αξιοζήλευτη σταθερότητα, με την οποία παριζιάνοι και παριζιάνες τηρούν και διαφυλάσσουν ζωντανή τη συζυγική τους δέσμευση, αποτέλεσμα της δεξιοτεχνίας με την οποία διαχειρίζονται τις εξωσυζυγικές τους ενασχολήσεις.

Δεν υποφέρουν την γαλλική γλώσσα, την μόνη στην οποία η λέξη κουλτούρα χρήζει διευκρίνισης: κουλτούρα του κρασιού, του τυριού, του ψωμιού, εξίσου σημαντικές με τη μουσική, φιλολογική ή φιλοσοφική κουλτούρα που με τη σειρά τους είναι  λιγότερο άξιες λόγου από την ερωτική. Η «Παριζιάνα», πολύ πριν γίνει φαντασιωτικό brand για εξαγώγιμα προϊόντα (καθόλου δεν την ενοχλεί, αντιθέτως), είναι μία καθημερινή πραγματικότητα, φιλική ή ερωτική, σε καμία όμως περίπτωση οικεία: βαθύ ντεκολτέ; Ας είναι ιλιγγιώδες, με την προϋπόθεση όμως η φούστα να σταματά πολύ κάτω από το γόνατο. Mini-jupe; Κανένα απολύτως όριο ύψους, αρκεί το πουκάμισο να είναι κουμπωμένο μέχρι το λαιμό, διακριτικό μακιγιάζ και στις δυο περιπτώσεις bien évidemment.

Σε ποια άλλη πρωτεύουσα η κατ' εξοχήν αυθεντία του Tractatus logico-philosophicus φημίζεται ότι ξοδεύει περισσότερο για τα εσώρουχα απ' ό,τι για τα βιβλία της; Σε ποια άλλη πόλη γαστρονομία και λογοτεχνία είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένες; Ο Brillat-Savarin που εκτός από γαστρονόμος υπήρξε  λάτρης της λογοτεχνίας που τη διάβαζε σε πέντε γλώσσες περιγράφει στην Φυσιολογία της γεύσης «την ιδιαίτερη γεύση που θα αποκτήσει το μπούτι στο οποίο η πέρδικα θα στηριχθεί για να ξαποστάσει». Αντίστοιχα, ενα από τα σημαντικότερα και εκτενέστερα  εγχειρίδια της γαστρονομίας του 19ου, Το Μεγάλο Λεξικό της Μαγειρικής, γράφτηκε από τον Αλέξανδρο Δουμά. Σε αυτήν τη πόλη οι αντιστοιχίες ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη γαστρονομία δεν είναι ανεκδοτολογικές αλλά συστηματικότατες: η ψυχαναλύτρια Gisèle Harrus-Révidi αναφέρεται σε αυτό το σταυροδρόμι ηδονής, οπως φαίνεται να ορίζει η γαλλική παράδοση το στόμα: ηδονή του φαγητού που εισέρχεται, ηδονή του λόγου που εξέρχεται

Να προχωρήσουμε λοιπόν στον ύστατο εκνευρισμό των τσαρλατάνων; Να αφήσουμε τον Philippe Sollers, έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή Γάλλους λογοτέχνες  και διανοούμενους (ειδικό του Διαφωτισμού, μεταφραστή του Δάντη, γνώστη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας) να μας περιγράψει, όπως ακριβώς τα γεύτηκε με την αγαπημένη του σύζυγο (την ψυχαναλύτρια και συγγραφέα Τζούλια Κρίστεβα), αλλά και με τις αναρίθμητες ερωμένες του, τα κόκκινα μπορντό 1983;

«Πολλά από αυτά, δανείζονται από το ρεπερτόριο των λουλουδιών τα εξίσου βίαια και κομψά αρώματα της βιολέτας, της παιωνίας, των άσπρων ή κόκκινων τριαντάφυλλων. Στην γκάμα των αρωμάτων-φρούτων αυτά τα κρασιά θυμίζουν το κεράσι (είτε φρέσκο είτε σε μαρμελάδα), τη φραγκοσταφυλιά και, μερικές φορές, τη φράουλα. Τα θερμά αρώματα εμφανίζονται όχι πλέον όπως στα μπορντό του 1982 (με αρώματα από κακάο, παλαιό κονιάκ και τσουρέκι) αλλά παίρνουν αποχρώσεις ξηρών καρπών, αμυγδαλόψιχας και σταφίδας Κορίνθου, αμυγδαλόκρεμας και marron glacé, ενίοτε γεμιστού κάστανου. Τα πικάντικα και βαλσαμικά τους αρώματα θυμίζουν περισσότερο κόλιαντρο, γλυκάνισο, μέντα, ρετσίνα και γλυκόριζα, ενώ τα αρώματα καφέ, δέρματος και μελάνης, τόσο συνήθη στα μπορντό του 1982, είναι λιγότερο αποδεσμευμένα».

Ας σκεφτούμε για λίγο τα αρώματα των μπορντό που ήπιαν ο James Joyce στο βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company, ακριβώς μπροστά από την Παναγία των Παρισίων, ο Χένρι Μίλλερ στην Avenue de Clichy, ο Σαλβαντόρ Νταλί με την Γκαλά and company στο Hotel Meurice μπροστά από τις Tuileries, δίπλα από το Palais Royal όπου ο Μότσαρτ απόλαυσε το παγωτό του, ο Πικασό μαζί με τον Αξελό, τον Μπρετόν, τον Κοκτό, τον Μπρανκούζι, τον Στραβίνσκι, πριν γυρίσει στο ατελιέ όπου τον περίμενε η Ολγα Κόκλοβα, η Μαρί-Τερέζ Βαλτέρ, η Ντόρα Μάαρ, η Φρανσουάζ Ζιλό, η Ζακλίν Ροκ.

Μέθη κρασιού, μέθη κουλτούρας, πάνω απ' όλα όμως μέθη ψυχραιμίας (η έκφραση είναι του Αξελού), η μέθη του Παρισιού συμβολίζει ότι ακριβώς μισούν οι πανταχόθεν τσαρλατάνοι που διεκδικούν μονοπώλιο στη γνώση, μονοπώλιο στο αίσθημα του ιερού: την ακράδαντη βεβαιότητα ότι υπάρχει ζωή πριν το θάνατο.

Το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου, τσαρλατάνοι δολοφόνησαν νέα παιδιά, νιάτα παλλόμενα την ώρα που φλέρταραν χορεύοντας σε ένα κονσέρτο ροκ ή πίνοντας μπορντό έξω, σε ενα καφέ. Νιάτα που νοιάζονται για το δίκιο του αδικημένου και του φτωχού, για την απελευθέρωση του καταπιεσμένου, για το δικαίωμα του ετέρου να ζήσει την ετερότητά του, όποια και να' ναι αυτή.

Τα κλαίμε αυτά τα νιάτα. Πρωί και βράδυ και πάλι ξανά το πρωί πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;

Όμως, όπως είπε ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής με βαθιά γαλλική κουλτούρα απευθυνόμενος στην Ακαδημία Νόμπελ στα γαλλικά διότι θεωρούσε τη γαλλική ποίηση σαν το καλύτερο σχολείο : Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.

Το Παρίσι σαν πόλη του φωτός μπορεί απλόχερα να μοιράσει ελεημοσύνη στους απανταχού τσαρλατάνους: το ερμηνεύετε σαν απόδειξη της επιφανειακότητάς μας που την αντιδιαστέλλετε με το δικό σας απύθμενο βάθος;

Μα έχετε απόλυτα δίκιο: φτάνει επί ένα δευτερόλεπτο να σας σκεφτούμε ενώ σκέπτεστε, για να μας ξαναπιάσει επιτόπου ένα πηγαίο, ακράτητο, ασταμάτητο, θεία μεθυστικό γέλιο.