ΤΟ BLOG

Back to the Jurassic: Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συµφωνία για την Κλιµατική Αλλαγή

17/06/2017 11:48 EEST | Updated 19/06/2017 17:51 EEST
Joshua Roberts / Reuters

Ένα άρθρο της New York Times της περασµένης εβδοµάδας είχε τίτλο: ο Τραµπ κατάφερε να µετατρέψει το «Πρώτα η Αµερική» σε «Μόνη η Αµερική». Και µάλιστα σε µια περίοδο που πολλοί ηγέτες, περιλαµβανοµένης και της Ευρώπης, φαίνονται να σκέφτονται ότι πρέπει ίσως να κοιτάξουν µε προσοχή τις διεθνείς ισορροπίες τους. Μην ξεχνάµε τη δήλωση της Α. Μέρκελ στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ πως η Ευρώπη δεν µπορεί πλέον να στηρίζεται πλήρως στην Αµερική.

Η δήλωση αποχώρησης από τη Συµφωνία για την Κλιµατική Αλλαγή επιδέχεται δύο διαφορετικές αναγνώσεις: σύµφωνα µε την πρώτη, ο Τραµπ και οι επιτελείς του θεωρούν ότι οι ΗΠΑ αδικούνται από τη Συµφωνία, διότι όλες οι χώρες δεν έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις ως προς τη µείωση των εκποµπών τους και, συνεπώς, αν παραµείνουν, η αµερικανική οικονοµία θα ζηµιωθεί. Όµως, η Συµφωνία των Παρισίων δηµιούργησε ένα σύστηµα όπου όλες οι χώρες θα πρέπει να δώσουν κάτι ώστε να συνεχίσουν να διαπραγµατεύονται για την αντιµετώπιση της Κλιµατικής Αλλαγής. Οι Αµερικανοί θα είχαν πολλά περισσότερα να κερδίσουν παραµένοντας και όχι αποχωρώντας. Με την αποχώρησή τους παύουν να έχουν λόγο στην εξέλιξη της Συµφωνίας.

Σύµφωνα µε τη δεύτερη και επικρατέστερη ανάγνωση, ο Τραµπ θέλει απλά να ακυρώσει όσα έκανε ο Οµπάµα για την Κλιµατική Αλλαγή, παραµένοντας πιστός στις λαϊκιστικές προεκλογικές εξαγγελίες του. Εκτός από τις ρυθµίσεις που προώθησε σε εσωτερικό επίπεδο, ο Οµπάµα επανέφερε στο συµβατικό κύκλο της Κλιµατικής Αλλαγής τις ΗΠΑ. Αυτή ήταν ίσως µια από τις σηµαντικότερες διπλωµατικές του επιτυχίες. Έδειξε δηλαδή ότι οι ΗΠΑ σέβονται τους διεθνείς κανόνες. Και το σηµαντικότερο είναι ότι κατάφερε να πείσει την Κίνα, που είναι πρώτη στον κατάλογο των ρυπαντών, µε τις ΗΠΑ στη δεύτερη θέση, να υπογράψει τη Συµφωνία των Παρισίων έτσι ώστε να την φέρει στο τραπέζι των διεθνών διαπραγµατεύσεων.

Είναι προφανές ότι η αποχώρηση των ΗΠΑ συνδέεται µε τη σταθερή άρνηση των αµερικανικών συντηρητικών κύκλων (και του λόµπι των ορυκτών καυσίµων) να δεσµευτούν από διεθνείς κανόνες. Παρόλο όµως που η αµερικανική οικονοµία στηρίζεται ακόµη σε µεγάλο βαθµό στον άνθρακα, στο πετρέλαιο και τα τελευταία χρόνια στο προσφερόµενο σε αφθονία φυσικό αέριο, µια µελέτη του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ στις αρχές του 2017 αναφέρει ότι η βιοµηχανία άνθρακα απασχολεί περίπου 160 χιλιάδες άτοµα στις ΗΠΑ, ενώ αντίστοιχα οι θέσεις εργασίας αυξάνονται θεαµατικά στους νέους ενεργειακούς τοµείς: 2,2 εκατοµµύρια στην ενεργειακή αποδοτικότητα, 400 χιλιάδες στο φυσικό αέριο, 374 χιλιάδες στα ηλιακά συστήµατα, και 192 χιλιάδες στα αιολικά.

Ποιες είναι όµως οι συνέπειες της απόφασης Τραµπ; Κατ' αρχάς, διαρρηγνύεται η διπλωµατική ενότητα που µε κόπο είχε καταφέρει να καλλιεργήσει ο Οµπάµα γύρω από την αντιµετώπιση της Κλιµατικής Αλλαγής, ιδιαίτερα ανάµεσα στους τρεις µεγαλύτερους ρυπαντές, δηλαδή την Κίνα, τις ΗΠΑ και την ΕΕ, ενώ η απόφαση αποχώρησης θα µπορούσε να συµπαρασύρει και άλλες απρόθυµες χώρες, που όµως θα είναι λίγες και µε περιορισµένη σηµασία, εφόσον η πλειονότητα των χωρών δεσµεύθηκε αµέσως µετά την ανακοίνωση Τραµπ για τη διατήρηση της δέσµευσής τους.

Η σηµαντικότερη συνέπεια, όµως, είναι ότι δηµιουργείται ένα έλλειµµα ηγεσίας στην Κλιµατική διπλωµατία. Πράγµα που δίνει µεγάλες δυνατότητες σε όσους θέλουν να εκµεταλλευτούν ευκαιρίες για επαναδιατύπωση διεθνών ισορροπιών, όχι µόνο στον ενεργειακό και στον οικονοµικό χάρτη, αλλά και στο σχετικό ρόλο των παγκόσµιων δυνάµεων. Για παράδειγµα η Κίνα, που εδώ και καιρό επιθυµεί µια στρατηγική σχέση µε την Ευρώπη σε αντιστάθµισµα του διεθνούς ρόλου των ΗΠΑ, εκτιµάται ότι δεν θα αργήσει να επιδείξει ηγετικό ρόλο µαζί µε την ΕΕ για την αντιµετώπιση της Κλιµατικής Αλλαγής. Μια τέτοιου είδους σχέση ταιριάζει απόλυτα µε το σχέδιο που πριν λίγες εβδοµάδες µεγαλειωδώς ανακοίνωσε για το νέο Δρόµο του Μεταξιού (One Belt, One Road) µε σκοπό την αναθεώρηση της παγκόσµιας οικονοµικής τάξης.

Έτσι, η απόφαση του Τραµπ αποτελεί ίσως το µεγαλύτερο δώρο στην Κίνα, που παράλληλα µε την ανάδειξή της σε παγκόσµιο οικονοµικό σηµείο αναφοράς, θα διεκδικήσει τον παγκόσµιο διπλωµατικό ρόλο που παραδοσιακά οι Αµερικανοί είχαν, που ωστόσο ο Τραµπ δεν χάνει ευκαιρία να υποβαθµίσει, από τα Ηνωµένα Έθνη και τις Διεθνείς Συµφωνίες έως το ΝΑΤΟ, προτιµώντας την ωµή δύναµη και τη στρατιωτική και οικονοµική ισχύ µονοµερώς.

Η αµερικανική αποχώρηση από τη Συµφωνία των Παρισίων δε σηµαίνει το τέλος του κόσµου. Η µετάβαση προς µια οικονοµία χαµηλού άνθρακα έχει ήδη ξεκινήσει και η πορεία αυτή δεν θα ανακοπεί. Μεγάλες εταιρείες υπόσχονται ότι θα έχουν σε λίγα χρόνια µηδενικές εκποµπές άνθρακα. Τεχνολογικοί κολοσσοί, αυτοκινητοβιοµηχανίες, δηµοτικές αρχές έχουν ήδη επενδύσει στην πράσινη ενέργεια. Η Κίνα έχει στραφεί δυναµικά προς τις ΑΠΕ. Η Ινδία το ίδιο. Ακόµη και η Σαουδική Αραβία έχει αρχίσει να ετοιµάζεται για ένα κόσµο που θα χρησιµοποιεί λιγότερο πετρέλαιο. Αυτό θα συνεχιστεί µε ή χωρίς τη συγκατάθεση του Τραµπ. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόµη και η κόρη του, Ιβάνκα, ήταν ενάντια στην απόφαση, ενώ βιοµηχανικοί και οικονοµικοί κολοσσοί, συµπεριλαµβανόµενων του CEO της Exxon Darren Woods και του CEO της Microsoft Satya Nadella, εξέφρασαν την αντίθεση τους δηµόσια, µε ηχηρότερη όλων την παραίτηση του Elon Musk από τα προεδρικά συµβούλια.

Και για την ιστορία, δεν είναι η πρώτη φορά που συµβαίνει κάτι τέτοιο: η κυβέρνηση Τζωρτζ Μπους (υιού) είχε αποσύρει τις ΗΠΑ από το Πρωτόκολλο του Κιότο, που ήταν η πρώτη σοβαρή προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να αντιµετωπίσει την Κλιµατική Αλλαγή. Τώρα όµως οι διπλωµατικές αντιδράσεις, αλλά και οι συνέπειες για τις ίδιες τις ΗΠΑ, θα είναι σαφώς µεγαλύτερες.

Όπως είπε κάποιος: «κανείς δεν θυµάται εκείνους που συµβούλευαν τον Κένεντι να µην κάνει την αποστολή στο φεγγάρι».


ho

*Tο βιβλίο της Εμμανουέλας Δούση «Κλιματική Αλλαγή» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος και είναι μέρος της σειράς «Μικρές Εισαγωγές» που προσκαλεί Έλληνες (αλλά και ξένους συγγραφείς) από όλους τους τομείς των επιστημών, των γνώσεων και της επικαιρότητας, να καταγράψουν σύντομα και περιεκτικά όσα χρειάζεται να γνωρίζει κανείς για θέματα που έρχονται στις καθημερινές συζητήσεις μας.