Από τη Start-up στην Επιχείρηση Γνώσης

Από τη Start-up στην Επιχείρηση Γνώσης
EtiAmmos via Getty Images

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σήμερα ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο που τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι η διείσδυση νέων τεχνολογιών, ο διεθνής ανταγωνισμός, η ραγδαία ροή της πληροφορίας και η δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών μέσω της εξάπλωσης της παγκοσμιοποίησης. Η έντονη αβεβαιότητα που επικρατεί στο νέο περιβάλλον διαμορφώνει μια καινούρια εποχή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και επενδυτικών ευκαιριών.

Κυρίαρχο στοιχείο της εποχής της «υπερανταγωνιστικότητας» είναι η καινοτομία και η στενή σχέση που έχει με την επιστημονική πρόοδο και το σύνολο των οικονομικών κλάδων. Γενικά, οι κλάδοι παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής τεχνολογίας έχουν εισέλθει σε μία φάση μεγέθυνσης και μπορούν να αποτελέσουν νέες πηγές ανάπτυξης συνολικά για την ελληνική οικονομία. Κάθε νέα επιχείρηση μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης, καινοτομίας και κοινωνικής ευημερίας. Με δεδομένο ότι ένα μεγάλο ποσοστό νέων μικρών επιχειρήσεων σταματούν τη λειτουργίας τους λίγα χρόνια μετά τη δημιουργία τους, η καινοτομία μπορεί να αποτελέσει γι’ αυτές ένα μέσο για τη μακροχρόνια πρόοδο τους, μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης που μπορούν να επιτύχουν.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, το 41% των Ελλήνων επιχειρηματιών αρχικών σταδίων (περίπου 160 χιλιάδες άτομα) ξεκίνησαν ένα επιχειρηματικό εγχείρημα καθαρά από ανάγκη, ενώ το 36,1% (περίπου 140 χιλιάδες άτομα) διέκριναν κάποια επιχειρηματική ευκαιρία. Συγκριτικά με το μέσο όρο άλλων ευρωπαϊκών χωρών, που ανήκουν στην ομάδα της καινοτομίας (των πιο αναπτυγμένων, δηλαδή, χωρών στις οποίες ανήκει και η Ελλάδα), η επιχειρηματικότητα ευκαιρίας κινείται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα (55,8%), ενώ η επιχειρηματικότητα ανάγκης βρίσκεται σε υψηλότερα (22,8%). Συνεπώς, το επιχειρηματικό μοντέλο που ακολουθείται αυτή τη στιγμή στη χώρα μας δε βασίζεται στην επίτευξη σημαντικών καινοτομικών αποτελεσμάτων.

Πάντως, οι μεγάλες επενδύσεις που στοχεύουν στη δημιουργία νέας γνώσης, όπως για παράδειγμα οι δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, δεν οδηγούν αυτόματα σε καινοτομία και οικονομική μεγέθυνση. Οι παράγοντες που διευκολύνουν ή παρεμποδίζουν τη μετατροπή της γνώσης σε οικονομικά αξιοποιήσιμη γνώση και η παρουσία ή η έλλειψη ενός μηχανισμού που θα επιτρέπει αυτήν τη μετατροπή, καθορίζουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα μετασχηματισμού της γνώσης σε καινοτομία και νέα οικονομική δραστηριότητα. Ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να είναι η επιχειρηματικότητα που βασίζεται στη γνώση (knowledge–based entrepreneurship).

Η επιχειρηματικότητα που βασίζεται στη γνώση (ΕβΓ) θεωρείται ένα πολύ σημαντικό κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο που προωθεί την καινοτομία, την οικονομική μεγέθυνση και ανάπτυξη, και βρίσκεται στη βάση της ανταγωνιστικότητας όλων των οικονομιών. Η ανάπτυξη και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, όπως για παράδειγμα οι τεχνολογικές αλλαγές που συμβαίνουν στους κλάδους των ΤΠΕ, της βιοτεχνολογίας και της νανοτεχνολογίας, προσφέρουν ευκαιρίες για ΕβΓ.

Αυτή, λοιπόν, η ειδική μορφή επιχειρηματικότητας συνδέεται με την επονομαζόμενη Οικονομία της Γνώσης, η οποία χαρακτηρίζεται από τον κρίσιμο ρόλο των ΤΠΕ, την υψηλή αναλογία σε δραστηριότητες έντασης γνώσης, το μεγαλύτερο κεφάλαιο άυλων πόρων σε σχέση με το αντίστοιχο κεφάλαιο υλικών πόρων στο σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης, και τις αυξημένες δαπάνες για έρευνα. Όταν μιλάμε για ΕβΓ αναφερόμαστε σε δραστηριότητες στις οποίες ο ρόλος της δημιουργίας νέας γνώσης είναι κεντρικός για τη δημιουργία αξίας.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι ένας καλύτερος όρος για την ΕβΓ είναι η καινοτόμος επιχειρηματικότητα, καθώς αυτή η μορφή επιχειρηματικότητας περιλαμβάνει την ανάπτυξη καινοτομιών προϊόντος ή διαδικασίας μέσω της δημιουργίας νέας γνώσης. Δεν αρκεί, όμως, μόνο η καινοτομία προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα εγχείρημα ως επιχείρηση γνώσης. Βασική προϋπόθεση είναι να παρουσιάζει και καλές οικονομικές επιδόσεις σε βάθος χρόνου.

Γι’ αυτό οι επιχειρήσεις γνώσης δε σχετίζονται μόνο με νέες και καινοτόμες επιχειρήσεις (start-ups). Είναι κάτι παραπάνω. Πρόκειται για επιχειρήσεις με υψηλής έντασης γνώση στις δραστηριότητες τους, που εμπλέκονται σε μια διαδικασία μετατροπής αυτής της γνώσης σε οικονομικά αξιοποιήσιμα αποτελέσματα. Δηλαδή, αυτές οι επιχειρήσεις μετασχηματίζουν τη γνώση σε νέα ή σημαντικά βελτιωμένα αγαθά και υπηρεσίες που μπορούν να βγουν στην αγορά. Είναι, επίσης, επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται καινοτομικές ευκαιρίες σε διάφορους κλάδους και επιτυγχάνουν –μέσω της στρατηγικής που ακολουθούν– διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αυτές οι επιχειρήσεις είναι πιθανότερο να εμφανίσουν καλύτερα οικονομικά μεγέθη και να μακροημερεύουν, σε αντίθεση με τις start-ups οι οποίες βασίζονται αποκλειστικά σε μια καινοτόμο ιδέα και μετά από κάποιο σημείο «βαλτώνουν».

Δεν αρκεί, λοιπόν, μόνο μια καλή ιδέα προκειμένου μια επιχείρηση να είναι ανταγωνιστική και να έχει διάρκεια. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ για την επιχειρηματικότητα, το ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει πως έχει διακόψει ή αναστείλει την επιχειρηματική του δραστηριότητα το 2016 ανέρχεται στο 3,8% του πληθυσμού (περίπου 260 χιλιάδες άτομα), υψηλότερα από το αντίστοιχο ποσοστό του 2015 (3,0%). Μάλιστα, επτά στους δέκα δηλώνουν ως βασικότερο λόγο διακοπής ή αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης την έλλειψη κερδοφορίας. Εν ολίγοις, μια νέα επιχείρηση θα πρέπει αφενός να στηριχτεί σε μια καλή ιδεά στο ξεκίνημα της, αλλά αφετέρου είναι απαραίτητο να βρει τον τρόπο ώστε η καινοτομία να της προσδώσει ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και κέρδη σε μια σταθερή βάση.

Δημοφιλή