ΤΟ BLOG

Φίλιππος Τσαλαχούρης: Η απλή μεταφορά από μια κουλτούρα σε μια άλλη είναι ανοησία

07/12/2017 11:56 EET | Updated 07/12/2017 11:56 EET

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός πηγαίνει για πρώτη φορά στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ και, αντί να επιλέξει μια συμβατική όπερα ή έστω την μετατροπή ενός συμβατικού θεατρικού έργου σε τέτοια όπως θα έκαναν οι περισσότεροι άλλοι, προτιμά να δώσει την δική του ανάγνωση για το πως ένας αρχαίος ιαπωνικός μύθος εκφράστηκε διαμέσου του παραδοσιακού θεάτρου Νο της ιδίας χώρας και τον Φίλιππο Τσαλαχούρη για να γράψει την μουσική της.

Ο σεμνότατος δημιουργός - που δίνει την ίδια σημασία στην εκπαιδευτική μουσική δραστηριότητα του με το συνθετικό έργο του – για την περίσταση μετατρέπει το σαφέστατα κλασικότροπο ύφος του σε μιαν από τις πλέον μινιμαλιστικές αλλά και ατμοσφαιρικές μουσικές επενδύσεις θεατρικής παράστασης των τελευταίων ετών. Συνομίλησα μαζί του για το «Υο-κι-χι», για το πως να προσεγγίζεις κάτι που είναι εντελώς εκτός της κουλτούρας σου με σεβασμό αλλά και δίχως αγκυλώσεις και εντέλει να μετέχεις σε αυτό σαν να σου ήταν ανέκαθεν οικείο και για την ίδια την μουσική η οποία «οφείλει να μην αποδίδει οτιδήποτε αλλά απλά να είναι τα πάντα».

 

Φίλιππος Τσαλαχούρης

 

Έχετε ξανασυνεργαστεί με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό; Τι τον έκανε να σας προτείνει την συγκεκριμένη συνεργασία και αντίστοιχα εσάς να τη δεχτείτε;

Μετά από περισσότερα από είκοσι χρόνια φιλίας είναι η πρώτη φορά. Για τον λόγο που το πρότεινε σε εμένα μπορείτε να ρωτήσετε τον ίδιο. Εγώ μπορώ να σας πω πως δέχτηκα αυτή την πρόταση για τόσους πολλούς λόγους που αν τους ανέλυα θα κατανάλωνα όλη την έκταση της συνέντευξης. Θα αρκεστώ σε δύο, η απίστευτη δυσκολία του εγχειρήματος και ο...Μαρμαρινός.!

Σύμφωνα με το όραμα του σκηνοθέτη το οποίο προφανώς ακολουθήσατε και εσείς είναι απλά μια μεταφορά ενός ιαπωνικού μύθου και μιας παράστασης θεάτρου Νο στα ελληνικά δεδομένα ή κάτι περισσότερο;

Φυσικά και προσπαθήσαμε να είναι κάτι περισσότερο. Είναι κυρίως η προσέγγιση ενός πολιτισμού. Ένας τρόπος, μια μοναδική ευκαιρία μαθητείας στο «άλλο». Πάντως και να θέλαμε να κάνουμε την «μεταφορά» «στα ελληνικά δεδομένα» όπως λέτε δεν θα μπορούσαμε. Είναι τόσο ισχυρό το είδος, εκκινεί από κραταιά παράδοση, ώστε δύσκολα το «μεταφέρεις». Εξάλλου κάθε «μεταφορά» είναι εξ ορισμού ανοησία.

Θα μπορούσατε να πείτε ότι όλα τα στοιχεία της παράστασης είναι υπό μιαν έννοια μουσική που η δική σας έρχεται να τα καταγράψει, να τα συνοψίσει και να τα εκφράσει με ήχο;

Όλα είναι μουσική, ακόμη και το χρώμα. Η μουσική δεν «έρχεται να τα καταγράψει». Οφείλει και προσπαθεί να τα μετουσιώσει σε ήχο και ταυτόχρονα να δημιουργήσει χώρο και να υποδείξει τρόπο ώστε και ο ήχος να μπορεί να μετουσιωθεί σε χρώμα, κίνηση, φως…

 

 

Πώς συνθέσατε την μουσική από δομικής πλευράς; Εννοώ ξεκινήσατε από το δικό σας, βασισμένο στην κλασική μουσική ύφος, θέσατε εξαρχής την προϋπόθεση ότι λόγω της προέλευσης αλλά και της φύσης του έργου έπρεπε να υπάρχει ένα ποσοστό ιαπωνικής μουσικής ή απλά αφεθήκατε να ακολουθήσετε την έμπνευση σας;

Βασίζομαι στην κλασική παιδεία μου. Με καθοδήγησε όχι τόσο ο ήχος ή ο ρυθμός όσο οι αρχές της λιτότητας και της «στίξης» της ιαπωνικής μουσικής. Αφέθηκα και στην δική μου σκέψη αλλά στο χρόνο των δοκιμών, τίποτε απ’ όσα προέβλεψα δεν ακολούθησα τελικά. Όσα σχέδια έκανα εκτός δοκιμών τα αποσιώπησα. Δεν αφέθηκα μόνο στην «έμπνευσή» μου, υποτάχθηκα στο έργο, στην παράδοσή του, στις βασικές αρχές της μουσικής, στη μαγεία και κυρίως στην γνώση και την ορθή κρίση του Μαρμαρινού.

Υπάρχει διαφορά στο πως προσεγγίσατε τα φωνητικά και τα ορχηστρικά μέρη ή είναι ακριβώς το ίδιο;

Δεν νομίζω πως ξεχωρίζουν στην παράσταση, δεν ήθελα και δεν πρέπει. Δεν είναι διακριτά αυτά τα όρια, αυτό ήταν το εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ακόμη και όταν το φλάουτο είναι μόνο τoυ νομίζεις ότι υπάρχει έμμελος λόγος. Αντίστοιχα όταν τα φωνητικά μέρη είναι γυμνά ο ακροατής νιώθει την παρουσία των οργάνων.

Το ότι η ενορχήστρωση είναι τόσο λιτή, μόλις τέσσερα όργανα, θα λέγατε ότι το υπαγόρευε το έργο αλλά γιατί τα συγκεκριμένα; Σε τι σε εξυπηρετούσε η ισορροπία αυτού του οργανικού συνδυασμού και ποιες ιδιότητες έχει για εσάς;

Δεν κρύβω πως στην αρχή είχα σκεφτεί περισσότερα όργανα. Κατέληξα στα τέσσερα μετά από σκέψη. Το φλάουτο είναι τμήμα της παράδοσης του Νο, όπως όμως και της παράδοσης ολόκληρης της ανθρωπότητας, είναι συνώνυμο σχεδόν με την ανάσα. Παίζω φλάουτο ο ίδιος στην παράσταση. Το κλαρινέτο το επέλεξα λόγω της εσωτερικότητας του ηχοχρώματός του, ιδανικό για να ντύσει τη σιωπή. Τα δύο έγχορδα, βιολί και βιόλα, μου προσφέρουν αρμονική στήριξη με τον πλούτο των ηχοχρωμάτων τους αλλά και αισθητική προέκταση με τον καθαρά «δυτικό» χαρακτήρα τους που τον ήθελα ως αντίστιξη.

 

 

Πέραν του κειμένου με την μουσική σας προσπαθήσατε να αποδώσετε και το οπτικό σκέλος της παράστασης; 

Η μουσική, όπως είπα και προηγουμένως, είναι τα πάντα. Δεν προσπαθεί να «αποδώσει» αλλά να «είναι», όχι μόνον το οπτικό σκέλος αλλά κάθε τι. Η μουσική επαναστατεί όταν της ζητάμε να «αποδώσει». 

 

 

Κατά τη γνώμη σας η σκηνοθεσία προσπάθησε να δώσει μιαν ονειρική διάσταση στα δρώμενα; Σας απασχόλησε εσάς καθόλου αυτό το στοιχείο όσον αφορά στην μουσική; 

Όχι. Ο χαρακτηρισμός «ονειρική διάσταση» είναι εντελώς ξένος προς το είδος αυτό. Είναι εντελώς ξένος προς την αισθητική του Μαρμαρινού αλλά και την δική μου. 

Θα λέγατε ότι είναι μια βουδιστική, θρησκευτική ή έστω μυσταγωγική παράσταση ή αντίθετα είναι ένα μουσικό έργο όπως όλα τα άλλα πέραν του γεγονότος ότι είναι προσαρμοσμένο στα σημερινά θεατρικά και εκφραστικά δεδομένα; 

Θα έλεγα με βεβαιότητα πως οι θεατές μετέχουν – προσοχή, δεν παρακολουθούν, μετέχουν! - σε μια τελετουργία. Δεν μπορώ να το αναλύσω άλλο. Νιώθω σαν να μειώνω την σημασία τόσο του έργου όσο και της παράστασης. Θα διορθώσω όμως την ερώτησή σας λέγοντας ότι, όπως προανέφερα, δεν υπάρχει θέμα ή πρόθεση ή γεγονός «προσαρμογής» σε κάποια «δεδομένα». Δεν θέλαμε ούτε να «προσαρμόσουμε» ούτε να «μεταφέρουμε». 

Ανεξάρτητα από αυτό πόσο σημαντικό είναι το στοιχείο του ζεν στο τελικό αποτέλεσμα; Τόσο ο σκηνοθέτης όσο και εσείς προσπαθήσατε συνειδητά ώστε η παράσταση μετά το τέλος της να αφήνει την αίσθηση διαλογισμού, προσωπικού ή και μιας συλλογικής συνεδρίας δεδομένης της παρουσίας και άλλων θεατών; 

 

 

Το τέλος της παράστασης – κάθε παράστασης - πρέπει να σημαίνει για τον θεατή την επανατοποθέτησή του στο χρόνο και στο χώρο, στην πραγματικότητα και στην φαντασία. Το τι αφήνει πίσω της η συγκεκριμένη παράσταση δεν το γνωρίζω. Δεν θα μπορούσαμε νομίζω να το προδιαγράψουμε ή να το υπαγορεύσουμε. Η συγκίνηση με την ακριβή ετυμολογία της λέξης είναι πάντα ένα ζητούμενο. Θα έλεγα πως θα ήθελα ο θεατής να έβγαινε από το θέατρο «προβληματισμένος». Να έχει την ανάγκη μετά από αυτή την επαφή να μάθει περισσότερα, να έχει «ερωτήματα»… 

Ποιες διαφορές έχει το να συνθέτετε ένα αυτόνομο έργο από μιαν επένδυση θεατρικής παράστασης και ποιες είναι οι επιπλέον δυσκολίες στη δεύτερη περίπτωση; 

Η διαδικασία είναι η ίδια πάντα. Μερικοί πιστεύουν ότι το «αυτόνομο έργο» προσφέρει ελευθερία και ο σκηνοθέτης περιορισμό. Για να επιτύχεις πρέπει να σκεφτείς ακριβώς το αντίθετο. 

Και τα επόμενα συνθετικά σχέδια σας μετά από αυτή την παράσταση; 

Καταρχήν να διάγω μία περίοδο σιωπής. Στη συνέχεια θέλω να ολοκληρώσω μία καντάτα. Πριν από αυτό όμως θα αφοσιωθώ στους μαθητές μου και στα καθήκοντά μου στο Ωδείο Αθηνών. 

Προφανώς με την ίδια ευσυνειδησία και ήθος που επιδίδεται και στη σύνθεση, γεγονός που δείχνει πολλά όχι μόνο για τον μουσικό αλλά και για τον άνθρωπο Φιλίππου Τσαλαχούρη....