ΤΟ BLOG

Μια παλαράγρα με τη «ΝΕΑ ΕΛΠΙΔΑ»

11/02/2018 08:46 EET | Updated 11/02/2018 08:46 EET
Μανώλης Δημελλάς
Βάρκα (λεπτομέρεια)

Όλα τα χρόνια του ήταν βουτηγμένα στην αρμύρα, νησιώτης με πατέρα και προγόνους δεινούς ναυτικούς. Για τον Γιάννη Λάμπρου οι θαλασσινοί δρόμοι ήταν πιο σταθεροί ακόμη κι από κείνα τα στεριανά καλντερίμια, που είναι καμωμένα από τις πιο άγριες τσακμακόπετρες.

Έφτανε ένα βλέμμα του για να μετρήσει τους ανέμους, μόνο που άκουγε το κύμα και έπιανε το γινάτι της θάλασσας. Αυτά ήταν χαρίσματα που κέρδισε με κόπο, με αγώνα, πάνω σε σκαριά που είχαν πελεκήσει οι περασμένες γενιές κι έτρεχαν ασταμάτητα μέσα στις φλέβες της ψυχής του.

Όταν πια ενηλικιώθηκε έκαμε κι αυτός την πρώτη δικιά του βαρκούλα, μια μαούνα, που την ονόμασε ΝΕΑ ΕΛΠΙΔΑ και ποτέ δεν έπαψε να τη μνημονεύει, ο Γιάννης την καμάρωνε μέχρι το δικό του τέλος. Μα ήταν εκείνη, που είχε απομείνει μονάχη και πληγωμένη μέσα στο λιμάνι της Καρπάθου μετά τη μεγάλη φουρτούνα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τότε όλοι οι ναυτικοί έλεγαν πως ο Γιάννης ήταν ο τυχερός, ο κανακάρης μοναχογιός.

Οι θαλασσινοί όταν μετρούν τις μεγάλες περιπέτειες της ζωής τους συνήθως δε τους φτάνουν τα δάχτυλα των χεριών τους!

Ειδικά για τους πιο παλιούς, που έβγαιναν στα ανοιχτά χωρίς σπουδαία εργαλεία, μονάχα με τον Αη Νικόλα για οδηγό ζωής, σαν περιγράφουν τις συναντήσεις με το Χάρο, τότε κάνουν τους ανίδεους στεριανούς να τραβούν πίσω το κεφάλι, να αναντρανίζουν τα τρομαγμένα μάτια τους κι ύστερα να μην πιστεύουν λέξη κι αυτό γιατί οι ίδιοι ούτε που μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους να παλεύει, στήθος με στήθος, με τα στοιχειά της φύσης.

Μανώλης Δημελλάς
Βάρκα

Έτσι κι ο Γιάννης Λάμπρος, όταν περιγράφει μια νεανική τρέλα, μια προσωπική θαλασσινή ιστορία, γίνεται πιο σοφός και καταλήγει πως η άγνοια είναι αυτή που σε κάνει ήρωα!

Νεαρός, είχε πατήσει τα 20 χρόνια και το αίμα του δε έκανε ζάφτι, καπετάνευε με κλειστά μάτια τη ΝΕΑ ΕΛΠΙΔΑ και τότε, με σύμβουλο τη φτώχεια και την ανέχεια, βάλθηκε να ταξιδέψει με τα κουπιά περίπου 60 ναυτικά μίλια. Από το νησί του, τα Πηγάδια της Καρπάθου, μέχρι τη Σητεία της Κρήτης!

Στις δύσκολες εποχές του πολέμου, μεγαλοβδομάδα του ’43, οργανώθηκε στα κρυφά μια τετραμελής ομάδα, δίχως άδεια από τους κατακτητές Γερμανούς, φόρτωσαν τη βάρκα ψάρια, με Μένουλα κι αλάτι, θα έβαζαν και ότι εμπόρευμα μπορούσαν να πουλήσουν στα κρυφά και θα τραβούσαν κουπιά μέχρι την Κρήτη.

Εκτός από τον Γιάννη Λάμπρο, μέσα στη μαούνα, ήταν ο Ηλίας Λογοθέτης, ο Νίκος Διαμαντώς και ο Καλύμνιος Μιχάλης που ήταν ο βοηθός του Γιάννη.

Για το βαρκάκι είχε καμωμένα δυο κουπιά από Πεύκο, έκοψε και μια Λεύκα κι έφτιαξε άλμπουρο κι αντένα, το ξύλο όπως ήταν φρέσκο λύγισε και το αποτέλεσμα δε πολυβοηθούσε για το ταξίδι.

Όλα ήταν έτοιμα, η παρέα ξεκίνησε από τα Πηγάδια, όταν έφτασαν στο Διαφάνι δε χασομέρησαν ούτε μια στιγμή, στρίμωξαν τα εμπορεύματα, έκαμαν να ξανοιχτούν όμως ο καιρός ήταν λίγο μαχαμούρης, όπως έλεγε ο Γιάννης και τους έκλεισε στο Τρίστομο.

Το επόμενο πρωί ξεκίνησαν με πορεία προς τη Κάσο, ο καπετάν Γιάννης κρατούσε έναν κομμάτι χαρτί, μια ζωγραφιά από σχολικό χάρτη που έδειχνε τη Κάρπαθο, την Κάσο και την Κρήτη, ούτε μπούσουλα, ούτε κανένα θαλασσινό όργανο, κάθε τόσο ξεδίπλωνε το χαρτί και μελετούσε το δρομολόγιο, όμως ο καιρός ήταν ανάποδος.

Αργά το απόγεμα επιτέλους έπιασαν τα Αρμάθια, το νησάκι που βρίσκεται περίπου 1 μίλι ΒΔ από τη Κάσο, έδεσαν τη μαούνα κι ο Γιάννης έτρεξε στο πιο ψηλό σημείο, όμως όταν είδε ότι το μάτι του καιρού πάνω στην Κρήτη απογοητεύτηκε. Τότε θυμήθηκε τα λόγια του καπετάνιου πατέρα του:

“που πας με τη βάρκα; αν είσαι τυχερός θα φτάσεις μέχρι τη Κάσο και θα γυρίσεις πίσω”.

Έτρεξε στη ΝΕΑ ΕΛΠΙΔΑ, δεν ήθελε να πληγώσει τους συντρόφους του, εκείνη την ώρα ψευτότρωγαν σαλάτα και βουτούσαν το ψωμί μέσα στο λάδι, πήδηξε μέσα στη βάρκα και τους έβαλε ένα δίλημμα:

- Ξεκινάμε. Θα τραβήξουμε τώρα για την Κρήτη ή γυρνάμε προς τα πίσω, επιστρέφουμε στην Κάρπαθο!

Εκείνοι άφησαν κάτω τις μπουκιές τους και ξεροκατάπιαν, που θα πήγαιναν με αυτό το φορτίο; οι Γερμανοί θα τους περίμεναν στο λιμάνι.

Όλοι μαζί αποφάσισαν να κάμουν το πιο ριψοκίνδυνο βήμα, θα τραβούσαν για τη Σητεία, δεν υπήρχε γυρισμός.

Ο Γιάννης Λάμπρος είχε μετρήσει τον καιρό, ένα μίλι θα έκαναν με τα κουπιά κι άλλο ένα θα τους πήγαινε το ρεύμα, χοντρικά σε 10 ώρες θα είχαν κάνει 20 μίλια, αν λοιπόν είχαν τύχη, κάποια στιγμή το επόμενο πρωι, θα έπιαναν τον κάβο Σίδερο.

Δεν υπήρχε χασομέρι, πάνω που η νύχτα αγκάλιασε τη θάλασσα, οι δυο ξεκίνησαν την κωπηλασία, ενώ οι άλλοι δυο έγειραν να ξεκουράσουν μια στάλα το κορμί τους και θα συνέχιζαν το κουπί τις επόμενες ώρες.

Το ταξίδι κι αγωνία μέχρι τον Κάβο Σίδερο, το ανατολικότερο σημείο της Κρήτης, τράβηξε πολύ παραπάνω από τους υπολογισμούς, περίπου 15-17 ώρες κράτησε ο ιδρώτας πάνω στα κουπιά κι όταν έφτασαν ο Γιάννης νόμισε πως η ταλαιπωρία και ο κίνδυνος είχαν περάσει, έτσι βγήκε και φίλησε τη στεριά, που να ήξερε ότι μπροστά τους είχαν ακόμη μπόλικο δρόμο.

Ένα Άγιο αεράκι ήρθε από το πέλαγος και τους έσπρωξε ευθεία μέσα στον κόλπο, ήταν η στιγμή που ήλιος έκαμε να βασιλέψει και μια ομίχλη απλώθηκε δεν τους άφηνε να δουν που πέφτει το λιμάνι της Σητείας.

Κατάκοποι και απογοητευμένοι άρχισαν να κόβουν βόλτες δίχως ορατότητα, μέχρι που στάθηκαν τυχεροί, πλησίασε ένα γνωστό καϊκι κι ο καπετάνιος του μόλις τους είδε πέταξε σχοινί, τους έδεσε και τράβηξε τη ΝΕΑ ΕΛΠΙΔΑ μέχρι το λιμάνι της Σητείας.

Ο Γιάννης Λάμπρος διηγήθηκε την περιπέτεια με τη βάρκα στην αδελφή του Λέλα, καθώς έκλεινε την ιστορία επανέλαβε ακόμη μια φορά:

- Αν ήξερα τi ήταν να πάθω θα άκουγα τον πατέρα μου, δεν θα την έκανα αυτή τη παλαράγρα (τρέλα). Μα ευτυχώς ήταν ο καιρός, που μας βοήθησε λίγο κι ο Θεός, που με φώτισε να ξεκινήσω απ’ τη νύχτα το ταξίδι. Μα είμαι σίγουρος πια, είναι η άγνοια, αυτή σε κάνει ήρωα!