ΤΟ BLOG

Οι θεωρητικές καταβολές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

20/01/2018 09:58 EET | Updated 20/01/2018 09:58 EET
Damir Sagolj / Reuters

Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου η Ελλάδα είχε το προνόμιο, για τρίτη συνεχόμενη ιστορικά φορά -είχαν προηγηθεί ο Πρώτος και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος-, να βρίσκεται στην πλευρά των νικητών. Οι εγγενείς περιορισμοί της ψυχροπολεμικής περιόδου καθόρισαν τα όρια και τις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για μία σειρά ζητημάτων με τις όμορες χώρες της βαλκανικής χερσονήσου. Εντός της Ατλαντικής Συμμαχίας οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, αρχής γενομένης αλλά όχι αποκλειστικά λόγω του κυπριακού προβλήματος, ακολούθησαν μία διαρκώς επιδεινούμενη πορεία και την εκδήλωση κρίσεων, φέρνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τις δύο χώρες στα πρόθυρα της ένοπλης αντιπαράθεσης.

Στο λυκαυγές της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, η κατανομή ισχύος μεταξύ της Ελλάδος και των πρώην σοσιαλιστικών κρατών των Βαλκανίων ήταν συντριπτικά υπέρ της ελληνικής πλευράς. Παρά τον ετεροβαρή συσχετισμό η ελληνική εξωτερική πολιτική απέτυχε να διευθετήσει άμεσα εκκρεμή ζητήματα με την Αλβανία και το νεοπαγές κράτος των Σκοπίων, ακολουθώντας μία εξωτερική πολιτική βασιζόμενη σε οικονομικά προτάγματα και προσφέροντας το δέλεαρ της ενσωμάτωσης των συγκεκριμένων κρατών στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Υπό το ίδιο πρίσμα, αλλά με διαφορετικό ισοζύγιο ισχύος και εξ αφορμής της ελληνοτουρκικής κρίσης των Ιμίων, η Αθήνα αποδέσμευε την πορεία ένταξης της Άγκυρας στην ΕΕ, ως εργαλείο εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων.

Εξετάζοντας τους βασικούς άξονες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όχι μόνο τα τελευταία 25 έτη αλλά και προγενέστερα, αποτυπώνονται ξεκάθαρα οι ρασιοναλιστικές καταβολές της. Τόσο οι πολιτικές ελίτ -των αστικών κομμάτων-, όσο και η διπλωματική γραφειοκρατία και εν γένει όλοι όσοι αρθρώνουν λόγο για την εξωτερική πολιτική, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, προβάλλουν ως κυρίαρχη πεποίθηση ότι η εμπεδωμένη πρακτική στις διακρατικές σχέσεις διαμορφώνεται επί τη βάσει των διεθνών θεσμών και του διεθνές δικαίου. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, προφανώς το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς οργανισμοί συνιστούν σημαντικότατους παράγοντες της διεθνούς πολιτικής, όχι όμως ανεξάρτητες της εκάστοτε κατανομής ισχύος σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο.

Η ρασιοναλιστική παράδοση τις ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αμφισβητήθηκε και συμπορεύτηκε με την μαρξιστική θεώρηση, η οποία μέχρι την μεταπολίτευση απλώς ακολουθούσε τις προτεραιότητες της Σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επαναδιατύπωσε τις διεθνιστικές και αντι-ιμπεριαλιστικές της στοχεύσεις στο νέο διεθνές περιβάλλον. Το ερώτημα που ανακύπτει συνίσταται: για ποιόν λόγο η ελληνική εξωτερική πολιτική αδυνατεί να επιλύσει τις διαφορές με τις γειτονικές της χώρες, είτε αφορά μία πιο ισχυρή όπως στην περίπτωση της Τουρκίας, είτε είναι λιγότερο ισχυρές όπως στις περιπτώσεις της Αλβανίας και των Σκοπίων;

Αναμφισβήτητα για την ελληνική εξωτερική πολιτική της μεταπολιτευτικής περιόδου, η είσοδος της Ελλάδος καθώς και της Κύπρου στην ΕΕ, η συμμετοχή –παρά τα προβλήματα- στην νομισματική ένωση και η ένταξη ορισμένων κρατών της βαλκανικής στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, συνιστούν σημαντικές επιτυχίες. Διαπιστώνουμε επομένως ότι λειτουργούμε αποτελεσματικότερα σε περιοχές και τομείς κανονιστικά πιο αναπτυγμένες, όπως το πλούσιο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ. Παράλληλα αδυνατούμε να επιτύχουμε στόχους στο σαφώς πιο άναρχο διεθνοπολιτικό περιβάλλον. Το πρόβλημα είναι ότι η ΕΕ είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας!

Το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων, όπως και τα υπαρκτά ή ανύπαρκτα ζητήματα με την Αλβανία καταδεικνύουν την εγγενή αδυναμία της Ελλάδος να «πείσει» τους ευπαθείς γείτονες μας για την επίλυση των διμερών θεμάτων, απόρροια μίας εμπεδωμένης ρασιοναλιστικής πρακτικής. Στην παρούσα συγκυρία, και πιθανόν υπό αυτό το πρίσμα καταλήξαμε να διαπραγματευόμαστε μία συμφωνία με το γειτονικό κράτος, η οποία κατά δήλωση του διαμεσολαβητή θα εμπεριέχει τον όρο «Μακεδονία». Διαπιστώνουμε πως η αρχική θέση της ελληνικής πλευράς περί χειραγώγησης των Σκοπίων μέσω της ένταξης τους στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, προϊόντος του χρόνου, κατέστη βάρος και όχι πλεονέκτημα για την χώρα μας, στο βαθμό που οι εταίροι στο ΝΑΤΟ, μας ασκούν πιέσεις για την επίλυση του προβλήματος και την είσοδο του γειτονικού κράτους στην συμμαχία.

Η παρούσα κυβέρνηση, ως η πρώτη αριστερή εν Ελλάδι, λειτουργεί μάλλον ως ο καταλύτης της όλης διαδικασίας. Αποστρεφόμενη, μάλλον, την κληρονομιά της αρχαίας Μακεδονίας και της επαγόμενης ελληνιστικής περιόδου και έχοντας επιβαρυμένο παρελθόν για την ανάδυση του λεγόμενου «μακεδονικού» ζητήματος από την δεκαετία του ΄30, φαίνεται να έχει δεχθεί την σύνθετη ονομασία. Παρά την όποια συγκαιρινή καλή πρόθεση επίλυσης ή την ιδεολογική προδιάθεση υποβάθμισης, τα ζητήματα ταυτότητας και γλώσσας είναι εξ ίσου, ίσως και σημαντικότερα από την ονομασία και μάλλον θα αποτελέσουν το δυσκολότερο μέρος της διαπραγμάτευσης.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική ασκείται σ΄ένα ρασιοναλιστικό πλαίσιο διανθισμένο με άτοπες διεθνιστικές –νεομαρξιστικές και μη- θεωρήσεις, ενώ διαφαίνεται για ένα σημαντικό μέρος των εξωτερικών μας σχέσεων ότι είναι αναγκαία μία πιο εξαρτημένη της ισχύος προσέγγιση. Δίχως ίχνος κινδυνολογίας, σε τρία από τις τέσσερα συνορεύοντα με την Ελλάδα κράτη διατυπώνονται, λιγότερο ή περισσότερο, επίσημα ζήτημα εδαφικού επανακαθορισμού. Η εν λόγω στάση δεν συνάδει με ρασιοναλιστικές πρακτικές οι οποίες κυριαρχούν στον ελλαδικό δημόσιο λόγο. Θέση του γράφοντος είναι πως η ελληνική εξωτερική αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα και δυστοκίες με το σύνολο των κρατικών πολιτικών, έχοντας να διαχειριστεί τις θεσμικές και λειτουργικές παρενέργειες των δομικών παθογενειών μας. Βέβαια η φύση του αντικείμενου, το πώς δηλαδή θα εξελιχθούν οι εξωτερικές μας σχέσεις με όμορες χώρες σε μια σειρά ζητημάτων, δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς. Φαίνεται ότι τις τελευταίες δεκαετίες, στην ρασιοναλιστική παράδοση των διεθνών σχέσεων η ελληνική κοινωνία βρήκε το θεωρητικό επικάλυμμα για να αποφεύγει τις αναγκαίες αποφάσεις που επιτάσσει το ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα.