TO BLOG

Απόψεις και ανάλυση της επικαιρότητας από τους bloggers της HuffPost

Ναταλία Κατσού  Headshot

H φυγή του Φαμπρ

Δημοσιεύθηκε: Ενημερώθηκε:
JAN FABRE
Barbara Zanon via Getty Images
Εκτύπωση

Ζώντας σε αλλόγλωσσο έδαφος, διδάσκεται και καλλιεργεί κανείς διάφορες ποιότητες και ικανότητες και χρειάζεται χρόνο, σοβαρή δέσμευση και διαρκή εργασία μέχρι να περάσει από το τραυματικό συναίσθημα του κομμένου νυχιού στην ασφάλεια και αυτοπεποίθηση του συνδεδεμένου μέλους ενός παλλόμενου οργανισμού. Η όλη διεργασία περιέχει και το bonus του δέους, μιας περιοδικά εμφανιζόμενης ευχαρίστησης/ ευγνωμοσύνης όταν γίνεται κανείς αποδεκτός αφενός, και του χαρίζονται χώρος και εργαλεία για δημιουργία και ανάπτυξη αφετέρου, με κορύφωση την δυνατότητα εγχάραξης μιας προσωπικής υπογραφής. Όλα αυτά είναι αυτονόητα έως περιττά για όποιον έχει μετακινηθεί, φιλοξενηθεί, προσκληθεί, σπουδάσει, μεταναστεύσει, μετοικήσει, ταξιδέψει, δουλέψει έστω και για μέρα εκτός της κοιτίδας του, ιδίως στην καλλιτεχνική κοινότητα. Απ' ό,τι φαίνεται όμως, στον επιβλέποντα σύμβουλο, όπως περίπου περιέγραψε την θέση του ο κ. Γιαν Φαμπρ, αυτά ανήκουν στην επιστημονική φαντασία (και ουδείς υποβιβάζει την χρησιμότητα της επιστημονικής φαντασίας ως σέκτα του ποθητού, του ανεξήγητου και πιθανώς ανέφικτου), ή σε κάποια άλλη φαντασία.

Παρακολουθώντας -γιατί το βιώνοντας είναι πλέον ένα ταριχευμένο ρήμα για όσους ζουν εκτός Ελλάδος, όσο και για τους περισσότερους που ζουν εντός- όλων των ειδών τα τεκταινόμενα από την στιγμή της «ανακήρυξης» της Ελληνικής Κρίσης -όπως κάποιοι ρομαντικοί συνεχίζουν να αποτελούν μια προδιαγεγραμμένη τετελεσμένη κατάσταση - μέχρι την πρόσφατη ανάδειξη του κυρίου Φαμπρ σε Διευθυντή ενός Φεστιβάλ που δεν είναι πλέον το Φεστιβάλ για το οποίο αναδείχτηκε διευθυντής, το θυμόμετρο των ομόγλωσσών μου ανθρώπων, κι εμού της ιδίας συμπεριλαμβανομένης, έχει διαγράψει μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάγλυφη οροσειρά. Και σήμερα ο υδράργυρος ξεχείλισε.

Δεν ξεχείλισε επειδή ο κ. Γιαν Φαμπρ (πόσο ομολογουμένως λειψό φαίνεται το όνομα αυτό γραμμένο με το ελληνικό αλφάβητο!) αποφάσισε να μετατρέψει το Ελληνικό Φεστιβάλ σε ένα πηγαδάκι της μόδας των Κάτω Χωρών. Διότι η συνήθεια του να προβιβάζεται κάποιος σε ένα δημόσιο λειτούργημα και να το μετατρέπει σε τσαρδάκι του και στέκι των κολλητών του είναι μια τέχνη-κόσκινο που έχει ρίζες... αρχαίες και πολύ ελληνικές- κάποιος θα έλεγε ότι ενέχει και κάτι από την μῆτιν του παμπόνηρου πλην αποτελεσματικού Οδυσσέα κτλ. που όμως κανείς από τους προαναφερθέντες καταχραστές δεν είχε κληρονομήσει. Δεν ξεχείλισε με την μετονομασία του Ελληνικού Φεστιβάλ σε Διεθνές Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου χωρίς η χρήση της ορολογίας του διεθνούς να επιβεβαιώνεται, εφόσον αποκλείει μάλλον παρά συμπεριλαμβάνει την πλειοψηφία των χωρών. Δεν ξεχείλισε καν με τον αποκλεισμό Ελλήνων από το εν λόγω Φεστιβάλ. Γιατί όλα αυτά έπονται. Αυτά είναι τα αποτελέσματα.

Η αγανάκτηση κι η οργή ξεκινούν από πριν, πολύ πριν. Ξεκινούν από την παράλειψη επισύναψης προς τον κ. Φαμπρ του job description όταν του προσφέρθηκε η θέση (Υπήρχαν κι άλλοι υποψήφιοι άραγε; Έστειλε το βιογραφικό του με cover letter; Είχε ετοιμάσει ένα ενδεικτικό πλάνο που υπερσκέλισε όλους τους άλλους επαγγελματίες τους είδους του; Πώς έγινε η διαδικασία;), κι ότι αυτό περιλαμβάνει αποφάσεις πρακτικές, διοικητικές και οικονομικές- το «όραμα» έρχεται στο τέλος, εάν ανήκει στη λίστα. Οράματα έχουμε πολλά, περισσότερα απ'όσα χρειάζεται. Από τα πολλά οράματα βουλιάζει η Ελλάδα.

Η καταιγίδα ξεκινά από νωρίτερα, φυσικά, από τις στοιχειώδεις και επανειλημμένα εκπεφρασμένες απορίες όπως «γιατί δεν βρέθηκε κάποιος Έλληνας επαγγελματίας με τα προσόντα που απαιτεί το λειτούργημα», και άλλες αντίστοιχες που είναι περιττό να καταγραφούν εδώ.

Ξεκινά από την ανεπάρκεια της ομάδας που περιστοιχίζει τον κ. Φαμπρ να του παρουσιάσει τις μπροσούρες των προηγούμενων Φεστιβάλ (αν δε σώζονται μπορώ να διαθέσω από την προσωπική μου κολεξιόν στο χαρτόκουτο στο υπόγειο, νομίζω κρατάω αρχείο για τα τελευταία 15 χρόνια, όπως πάμπολλοι Έλληνες) και να του υπογραμμίσει τα S.O.S., τα ονόματα-κλειδιά ξένων καλλιτεχνών και συντελεστών που έχουν προσκληθεί επανειλημμένως καθώς και ποια ήταν φαβορί και ποιοι λιγουλάκι το παράκαναν και όποια άλλη πληροφορία μπορεί να φανεί διαφωτιστική σε τέτοιες περιπτώσεις.

Παράλληλα, στο διάλειμμα για καφέ, μπορούσαν να του πασάρουν και μια λίστα με τους Έλληνες δημιουργούς που παράγουν έργο και παλεύουν με ανεμόμυλους τα τελευταία χρόνια στηρίζοντας θεσμούς και έννοιες και αξίες -και κάποιοι το καλό γούστο- κι άλλη μία λίστα με τους Έλληνες καλλιτέχνες που ζουν στο εξωτερικό και πλέουν με χάρτινα καραβάκια σε άλλους ωκεανούς με αντίστοιχα «διεθνή» δεδομένα και, παρόλα αυτά, συνήθως διαπρέπουν. (Αν λείπει αυτή η λίστα, ας συνδεθούν στο διαδίκτυο κι ας ψάξουν για λίγο, ποια ονόματα κράζουν ελληνικά όταν ανακοινώνονται τα what's on ευρωπαϊκών και διεθνών καλλιτεχνικών θεάτρων και θεσμών ή επίσης ας ανατρέξουν στα προγράμματα υποτροφίας που κερδίζουν και ολοκληρώνουν με επιτυχία οι μεταπτυχιακοί Έλληνες δημιουργοί και μετά αφήνονται εκτός).

Και συνεχίζει η καταιγίδα απαύδισης με το ζήτημα του ήθους: ίσως ο προφορικός λόγος να έχει μια ελαφρότητα, και σίγουρα το να μιλάει κανείς σε μια ενδιάμεση γλώσσα, όπως τα αγγλικά/γαλλικά μεταξύ Βέλγων και Ελλήνων, ή μέσω διερμηνέα, προσδίδει ίσως μια ελευθερία, μια ελαφρότητα, μια ευκολία στην εκτόξευση κακόγουστων χιουμοριστικών δηλώσεων. Όταν όμως τα διαβάσει κανείς, όταν αυτά τα λόγια παρουσιάζονται έντυπα, πρόκειται περί ευθείας προσβολής, περί σκληρής κοροϊδίας και σάτιρας στα μούτρα όλων των Ελλήνων. Ο τρόπος που εκφράζεται ο κ. Φαμπρ, από την αναλογία περί... μπάλας μέχρι το δήθεν αποστομωτικό «να μην μου έχετε (εμπιστοσύνη)» προς τον εξίσου αποσβωλοτικά ανίδεο πρωθυπουργό δηλώνουν δυο πράγματα με διαζευκτική σχέση: ότι δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα (που είναι τυπική διαπίστωση) ή ότι είναι μια κραυγαλέα έκκληση να απαλλαγεί του άχθους της θέσης. Διότι αυτό το επηρμένο θράσος και η λικνιζόμενη αλαζονεία που αντιπροσωπεύει ο κ. Φαμπρ είναι μια «προβολή» με ψυχαναλυτικούς όρους - σίγουρα εφαρμόζει στις (αόρατες) αρχές του η αφαιρετική προσέγγιση της συμπεριφοράς του. Έχουμε μπροστά μας έναν άνθρωπο που νιώθει παγιδευμένος. Παγιδευμένος στο όραμα μιας αποικίας χθαμαλών untermenschen που τρέπονται σε ξενιστές για χάρη παρασίτων. Παγιδευμένος σε μια πραγματικότητα που δεν αναγνωρίζει και προτιμά να αγνοήσει, να προσποιηθεί ότι δεν υπάρχει.

Μιλάμε διαφορετική γλώσσα κύριε Φαμπρ, για να ξεκινήσουμε από μια βασική αιτία αμοιβαίας σύγχυσης, κι αυτό είναι μάλλον τρομαχτικό για κάποιον που εισάγεται από μια πλήρως αποστειρωμένη κατασκευασμένη κουλτούρα σε έναν πάσχοντα αιμορραγούντα υπερ-πραγματικό πολιτισμό. Κι ίσως το σφάλμα να μην είναι δικό σας. Μάλιστα, θα σας αποδιδόταν, θα σας χαρίζονταν σαν credit κάποιο μεγάλο ποσοστό ευφυίας, μια ικανότητα υπευθυνότητας και αξιοπιστίας, ενδεχομένως και ψήγματα ευαισθησίας, και εντέλει αποθέματα «οράματος», εάν αποδειχθείτε ικανός για τόσο μεγάλο σφάλμα. Διότι το σφάλμα και η ανάληψη της ευθύνης του είναι έργο για γερές πλάτες, όπως η δημιουργία, η προσφορά, η ανάπτυξη, η συνεργασία. Κι αυτά δεν τα διαθέτετε.

Και το θυμόμετρο συνεχίζει να ξεχειλίζει προς όλες αυτές τις καρεκλοπόδαρες μαριονέτες που αντιδρούν με τόσο «βορειοευρωπαϊκή» (για να σεβόμαστε και τα στερεότυπα) ψυχραιμία και μάλλον αδιαφορία. Η αδιαφορία αυτή καταδικάζει βεβαίως τους καλλιτέχνες. (Καταδικάζει και τον κάθε κύριο Φαμπρ που ξεκάθαρα παραπαίει σε ένα τέτοιο podium, οπότε ίσως να του δοθεί χάρις και να ελευθερωθεί των καθηκόντων που ποτέ δεν ονειρεύτηκε.) Καταδικάζει όμως, κυρίως, τον πολιτισμό, την γλώσσα και την παιδεία μας. Η αδιαφορία κι η άγνοια αυτή καταδικάζουν τον πληθυσμό της Ελλάδας, μιας χώρας που, πρέπει να παραδεχτούμε, δεν ανήκει στους Έλληνες. Κι αυτό πρέπει να έχει ένα τέρμα. Διότι πλέον διακυβεύεται η όποια ελπίδα για ανάδυση από αυτόν τον βόθρο που με τόσο πάθος έχουμε ριχτεί. Και καταστρέφει την όποια πιθανότητα για διατήρηση του μόνου ιδανικού που απομένει: της ταυτότητας μας. Της ταυτότητάς μας ως ατόμων ξεχωριστών και ως συνόλου.

Κι αυτό, ας ταράξει λίγο τους (εκλεγμένους και φυτεμένους) καρεκλοπόδαρους που εμήδισαν ξανά και ξανά κι εξακολουθούν, ας ταράξει κι όλους μας προς μια δράση, μια οργανωμένη πράξη με τέλος και σκοπό και προοπτική. Διότι η απώλεια μιας ταυτότητας, όπου ταυτότητα ο πολιτισμός κι η γλώσσα, σημαίνει ένα τέλος που μέχρι τώρα δεν έχει κανείς μας αναλογιστεί σοβαρά. Είχαμε πάντα, ως μεσογειακό μπουλούκι, το προνόμιο να έχουμε μόνο αρχές, άγραφες κι άφατες. Κι οφείλουμε να τις διατηρήσουμε. Ως άνθρωποι.