ΤΟ BLOG

Ο γύρος του κόσμου είναι δύσκολος αν δεν έχεις χορηγό

25/07/2015 11:45 EEST | Updated 25/07/2016 12:12 EEST
Colin Anderson via Getty Images

«10 λόγοι για να παραιτηθείς από τη δουλειά σου και να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο»

«8 λόγοι για να τα παρατήσεις όλα και να περάσεις τη ζωή σου ταξιδεύοντας στον κόσμο»

«30 λόγοι για να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο πριν τα 30»

«Η ζωή είναι μικρή: 42 λόγοι γιατί πρέπει να ζεις σαν νομάς»

Έχετε παρατηρήσει κι εσείς πως αυτού του είδους τα κείμενα όλο και πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια; Κυρίως από ξένα site, και τα εγχώρια όμως δεν πάνε πίσω. Τουλάχιστον δύο με τρεις φορές την εβδομάδα θα πέσω πάνω σε ένα άρθρο που θα με προτρέπει να παραιτηθώ από τη δουλειά που μου ρουφά το αίμα, να χωρίσω από τη σχέση που με καταπιέζει, να αποβάλω από πάνω μου τους κανόνες και τις νόρμες που μου έχει επιβάλει η κοινωνία και η ρουτίνα της πόλης, να πακετάρω λίγα ρούχα σε μια βαλίτσα, να βγάλω ένα εισιτήριο και να μπω στο πρώτο αεροπλάνο με προορισμό το άγνωστο.

Δεν είναι πως δεν το έχω σκεφτεί.

Φαντάζομαι πως όλοι μας το έχουμε σκεφτεί, τουλάχιστον μία φορά στη ζωή μας, καθένας για τους δικούς του λόγους. Να τα αφήσουμε όλα πίσω και να περάσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας από ξενοδοχείο σε hostel και από B&B σε καναπέδες ξένων που γνωρίσαμε ενώ περιμέναμε το επόμενο λεωφορείο με προορισμό κάποιο ξεχασμένο από το Θεό χωριό του Νεπάλ. Και κείμενα με τίτλους σαν αυτούς που ανέφερα παραπάνω, τα οποία περιέχουν φράσεις όπως «...θα καταλήξεις να ξυπνήσεις μια μέρα, να είσαι 60 χρονών και να αναρωτιέσαι που πήγε η ζωή σου και αν άξιζε τελικά να κυνηγάς μια καριέρα κλεισμένη μέσα σε ένα σκοτεινό γραφείο από το να ζήσεις τα θαύματα που έχει να σου προσφέρει αυτός ο πλανήτης» και άλλα τέτοια χίπικα, επιδεινώνουν την ήδη εύθραυστη ψυχολογική σου κατάσταση και σε βάζουν σε σκέψεις.

Κάπου εδώ όμως αρχίζω να βραχυκυκλώνω.

Ναι, φυσικά και θέλω να ταξιδέψω σε ολόκληρο τον κόσμο. Φυσικά και έχουν υπάρξει (πολλές) στιγμές στην μέχρι τώρα ζωή μου που έχω αναρωτηθεί ποιο είναι το νόημα όλων αυτών που παλεύω να χτίσω και γιατί απλά δεν πάω να ζήσω σε μια παραλία της Αυστραλίας κάνοντας σερφ, τρώγοντας ανανάδες και δουλεύοντας ως σερβιτόρα/υπαίθρια πωλήτρια/συλλέκτρια κοχυλιών για να βγάζω τα απολύτως απαραίτητα. Μετά από λίγο όμως και αφού ο πυρετός του wanderlust έχει κάπως υποχωρήσει, σκέφτομαι:

- Πώς θα ταξιδέψω σε ολόκληρο τον κόσμο τη στιγμή που δεν έχω καταφέρει ποτέ να αποταμιεύσω τίποτα στον τραπεζικό μου λογαριασμό;

- Γιατί ένας άγνωστος αρθρογράφος που δεν έχει ιδέα για τη ζωή μου πιστεύει πως «σπαταλώ άσκοπα τα νιάτα μου στο κυνήγι της καριέρας» και, κυρίως, γιατί τον αφήνω να με επηρεάζει;

- Όσο κι αν λατρεύω τα ταξίδια με κάθε πόρο του σώματός μου, λατρεύω εξίσου και το σπίτι μου, την πόλη μου και τους ανθρώπους που αποτελούν τη ζωή μου εδώ. Θέλω να ταξιδέψω πολύ και παντού. Δεν θέλω να ταξιδεύω για πάντα. Θαυμάζω όσους μπορούν, απλά δεν είναι για μένα.

- Το να ζεις κάθε μέρα σαν την τελευταία σου, δεν σημαίνει πως επιβάλλεται να παρατήσεις τα πάντα για να το κάνεις.

Στην ίδια λογική, το πραγματικό νόημα της ζωής δεν κρύβεται μόνο στα ατελείωτα ταξίδια, τις βουνοκορφές και τις αμμουδερές παραλίες. Κρύβεται και στις διαπροσωπικές σχέσεις που δημιουργείς και συντηρείς επειδή σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο. Στη δουλειά που σε εμπνέει και σε εξελίσσει, δίνοντάς σου πολλές φορές την ευκαιρία να κάνεις καλύτερη τη ζωή κάποιου άλλου. Σε ένα καλό φαγητό με τους φίλους σου, σε μια φανταστική συναυλία, σε ένα πάρτυ στο αγαπημένο σου μπαρ με δεκάδες ποτά και ατελείωτο χορό μέχρι το πρωί. Διάολε, κρύβεται ακόμα και στην πρώτη αγορά που θα κάνεις με τον πρώτο σου μισθό, είτε αυτή είναι ένα ταξίδι, είτε ένα ψυγείο, είτε ένα παράλογα ακριβό ζευγάρι παπούτσια.

Ο μοναδικός τρόπος για να πάρω σοβαρά όλα αυτά τα κείμενα και τη γενικότερη φιλοσοφία του «Παράτα τα όλα και ταξίδεψε», είναι να έρθει μια μέρα κάποιος και να μου πει «Νάγια κορίτσι μου, ορίστε ένα λευκό μπλοκ επιταγών χωρίς κανένα πιστωτικό όριο. Πάρτο και ζήσε τη ζωή σου όπως ακριβώς θες».

Τότε ναι, θα τα παρατούσα όλα και θα ταξίδευα σε ολόκληρο τον κόσμο. Επειδή τότε θα μπορούσα να πω και στον φίλο μου να παραιτηθεί από τη δουλειά του και να ταξιδέψουμε μαζί χωρίς έγνοιες. Θα μπορούσα να επιστρέφω σπίτι όποτε ήθελα για να βλέπω την οικογένεια και τους φίλους μου και να τους παίρνω μαζί στα ταξίδια μου, όποτε είχαν όρεξη. Θα μπορούσα να εξασφαλίσω μια αξιοπρεπή διαμονή σε κάθε ταξίδι μου -καλώς ή κακώς από μια ηλικία και μετά η σκηνή και το sleeping bag παλεύονται μόνο για καμιά εβδομάδα κι αυτό αν είσαι στην Ελαφόνησο τον Αύγουστο, όχι στον Αμαζόνιο σε εποχή μουσώνων. Θα μπορούσα να ασχοληθώ παράλληλα με πράγματα που με ενδιαφέρουν, πράγματα που με μορφώνουν και μου δίνουν τη δυνατότητα να προσφέρω στην κοινωνία. Είναι ωραίο να κάνεις ό,τι γουστάρεις για τον εαυτό σου, είναι ακόμα καλύτερο όταν στην πορεία βοηθάς και πέντε ανθρώπους.

Κοινώς, ωραία και σπουδαία όσα μου λέτε στα κείμενά σας. Χωρίς έναν χορηγό όμως από πίσω, παραμένουν στη σφαίρα του ουτοπικού, τουλάχιστον για τα δικά μου δεδομένα.

Όταν βλέπω γνωστούς μου στα social media να ταξιδεύουν κάθε δεύτερη εβδομάδα σε υπέροχα μέρη, όπου είναι προσκεκλημένοι σε λαμπερά πάρτυ, τρώνε σε ακριβά εστιατόρια και δίνουν μια γενικότερη εντύπωση πως «το ζουν» όπως θα έπρεπε να «το ζούμε» όλοι, ξέρω πως υπάρχει ένας χορηγός. Μπορεί να είναι μια εταιρία που τους πληρώνει τα έξοδα επειδή διαφημίζουν το προϊόν της. Μπορεί να τους έχει στείλει εκεί η δουλειά τους για μία, δύο, τρεις μέρες και απλά το κάνουν να φαίνεται πολύ πιο fun από όσο είναι στην πραγματικότητα (ένα τριήμερο-αστραπή στην Νέα Υόρκη, μέσα στο οποίο πρέπει να παρευρεθείς σε δεκάδες ραντεβού και να ακολουθήσεις ένα συμπυκνωμένο, αυστηρό πρόγραμμα, δεν είναι ακριβώς η εικόνα που έχω για τη «διασκέδαση»). Μπορεί απλά να έχουν πολλά λεφτά, είτε δικά τους, είτε από την οικογένειά τους.

Και οι τρεις αυτές περιπτώσεις είναι τίμιες, είναι σεβαστές, είναι αξιέπαινες. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις υπάρχει ένας χορηγός. Όπως έχει πει ο Μπέρναρντ Σω: «Τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία, και δε τη φέρνουν όσο ανήκουν σε άλλους». Δεν είναι κακό να εμποτίζουμε τον ρομαντισμό μας με μικρές δόσεις ρεαλισμού που και που, δεν θα μεταμορφωθούμε σε απαίσια, ορθολογιστικά τέρατα χωρίς ψυχή. Απλά θα ξέρουμε τι μας γίνεται και δε θα αφήνουμε τον κάθε αρθρογράφο που, επειδή βαριόταν να ψάξει και να γράψει για κάτι που αφορά όντως τον αναγνώστη, αποφάσισε να μας γεμίσει ελπίδες και όνειρα, τα οποία θα γκρεμιστούν σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομματάκια όταν επιστρέψουμε σπίτι και δούμε τον λογαριασμό της ΔΕΗ να μας περιμένει κάτω από την πόρτα.

Μπορείς βέβαια πάντα να μου απαντήσεις: «Ναι, αλλά στον Αμαζόνιο δεν θα χρειάζομαι ρεύμα. Ούτε πόρτα».

Και δεν θα έχεις και άδικο.

Sponsored Post