ΤΟ BLOG

Δυστυχώς -δε μάθαμε- τίποτα

27/01/2016 12:05 EET | Updated 27/01/2017 12:12 EET
Sean Gallup via Getty Images

Όταν ο Πρίμο Λέβι συνελήφθη, το 1943, έτρεφε βεβαίως ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, δεν ήταν ωστόσο ακόμη συγγραφέας. «Ιταλός πολίτης, εβραϊκής καταγωγής» ήταν η ιδιότητα που δήλωσε κατά την ανάκριση- εκείνη η ιδιότητα, που θα τον έστελνε στο Άουσβιτς, λίγες βδομάδες αργότερα, με ένα από τα γνωστά πια εμπορικά τρένα των Ναζί, που παλιότερα μετέφεραν προϊόντα και, πλέον, «κομμάτια» (Stuck). Η άλλη ιδιότητα του Λέβι, που εμποτίζει ευδιάκριτα τα μελλοντικά γραψίματα που τελικά θα παράξει, για όσα είδε και όσα βίωσε, στον τόπο που αποτελεί απουσία κάθε ομορφιάς, ήταν του αποφοίτου σπουδών Χημείας. Cum laude θα σπεύσει να δηλώσει, όταν κατά τους τελευταίους μήνες της παραμονής του στο στρατόπεδο, διαπιστώσει πως η χρησιμότητα του στους Ναζί, ως επιστήμονα, ίσως και να μπορούσε να του διασφαλίσει μια μικρή, έστω, ελπίδα για παράταση της ύπαρξης του.

Ο Λέβι, λοιπόν, περνώντας τις πύλες του στρατοπέδου, δεν μπήκε ως συγγραφέας. Όμως, έγινε. Δίχως συναίσθηση, σχεδόν. Τον κινητροδότησε και ώθησε η ανάγκη που ένιωθε να γίνει μάρτυρας, να καταθέσει για κείνους που δεν μπορούσαν πια, να μπορέσει να καταγράψει όσα μπόρεσε να κάνει άνθρωπος σε άνθρωπο, να μεταδώσει αυτά που, για εκείνον που δεν έχει περάσει τις πύλες του στρατοπέδου, δεν ανήκουν στο πεδίο του διανοητού. Έθεσε τον εαυτό του μέσο, προκειμένου να πραγματωθεί ο σκοπός. Όπως ο Αμερύ και ο Μπορόφσκι, οι δικοί μας Καμπανέλλης και Βενέτσια, όπως η Μπούμερ-Νόυμαν και δεκάδες άλλοι, πάλεψε με τους δαίμονες του, τον πόνο τον οποίο επέβαλε στον εαυτό του, προκαλώντας την αναβίωση της φρίκης του στρατοπέδου, για έναν σκοπό, που στον ίδιο φάνταζε καθήκον ιερό: να προλάβει να προειδοποιήσει. Να συμβάλει όσο μπορούσε, ώστε να μην επαναληφθεί ποτέ κάτι αντίστοιχο. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα και της σημερινής ημέρας, εξάλλου, της ημέρας τιμής της μνήμης των θυμάτων του Ολοκαυτώματος: ποτέ ξανά.

Ο Λέβι- ή, αλλιώς, ο 174517, όπως βαπτίστηκε στο στρατόπεδο- κυριευμένος από την αγωνία αυτή, παρήγε, κατά τον Τσβετάν Τοντόροφ το «αριστούργημα της λογοτεχνίας των στρατοπέδων» (Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος). Το έργο του θα μείνει. Αυτή η άνιση μάχη, όμως, που επέβαλε στον εαυτό του, ταγμένος στο καθήκον της μαρτυρίας και προειδοποίησης, του κόστισε: λίγα χρόνια μετά την αυτοκτονία του Ζαν Αμερύ, θα έρθει και η δική του.

Καθώς κυλούν τα χρόνια, ακόμη και η όψη του κακού μπορεί να ξεθωριάσει. Τα άτομα που επέζησαν των θηριωδιών της εποχής εκείνης και βρίσκονται ανάμεσα μας, λιγοστεύουν. Μα, κι αν μας άφησαν τις αφηγήσεις τους κληρονομιά, κι αν παράχθηκε έκτοτε πλούσια επιστημονική έρευνα που συμβάλλει να χυθεί λίγο φως στις πτυχές του πως και γιατί το αδιανόητο πραγματώθηκε, κι αν ακούστηκαν μεγάλα λόγια από τους, τελικά, μικρούς μεγάλους του πλανήτη, νεκροί και ζώντες, τα θύματα του χθες, σαν κοιτούν τα θύματα του σήμερα, θα έχουν κάθε λόγο να μην αισθάνονται δικαίωση.

Δυστυχώς, τίποτε δε μάθαμε.

Είναι που, τόσες δεκαετίες μετά, σύσσωμη η Δύση κυλιέται στον βούρκο του εθνικισμού, με τη θρησκευτική πλάι στην εθνικιστική μισαλλοδοξία να σπέρνουν πόνο, να παράγουν δεκάδες τα φέρετρα καθημερινά, να θυμίζουν πως δε μάθαμε τίποτα. Είναι που, για ακόμη μια χρονιά ντροπής, στη Βουλή μας βρίσκονται άνθρωποι που, επισκεπτόμενοι τα ναζιστικά στρατόπεδα εργασίας και εξόντωσης, χασκογελούσαν με κέφι και το χαίρονταν. Στον τόπο που είναι τόσο συσσωρευμένο το κακό, ακόμη και εβδομήντα χρόνια μετά, που εάν περάσεις τις πύλες του βγαίνεις και εσύ άλλος άνθρωπος- κι αυτό είναι κάτι που, νομίζω, μπορεί να βεβαιώσει κάθε επισκέπτης. Είναι που το μίσος προσφέρεται απλόχερα, και ξεχειλίζει από εκεί που θα έπρεπε να έχει εκλείψει παντελώς: την Ουγγαρία, τη Πολωνία, την Τσεχία. Είναι που είδαμε τη Δανία και θα δούμε τη Γερμανία, να τροποποιούν πλήρως την ίδια την έννοια του πρόσφυγα, να νομοθετούν για πράγματα που θα έπρεπε να χαθούν και από την φαντασία μας ακόμη, και θα το δούμε και σε άλλες χώρες, σύντομα.

Δεν ξέρω ποιος συγγραφέας θα καταφέρει να αποδώσει το δράμα του σήμερα. Ξέρω μονάχα πως οι συνθήκες είναι τέτοιες, δυστυχώς, που θα γεννήσουν και άλλους Λέβι και άλλους Αμερύ, νέους Καμπανέλληδες.

Είναι που επιτρέπεται, στις πολύπαθες Η.Π.Α., να διατηρεί τέτοιας ισχύος θέση στο δημόσιο λόγο ένας ξενόφοβος, ρατσιστής, μισογύνης τραμπούκος, που βάλλει κατά πάντων, ενώ θα έπρεπε πέντε δευτερόλεπτα τηλεοπτικού του χρόνου, να αρκούν για να πέσουν τα ποσοστά δημοφιλίας του υπό το μηδέν- τόσο απλά. Είναι που, κατέχοντας τέτοια θέση στη χώρα του, ο εν λόγω κύριος αφορά και τη ζωή μας στη δική μας, επίσης και που, στη δική μας τη ζωή, όλα μοιάζουν τόσο εύθραυστα.

Όλα αυτά, βεβαίως, είναι γνωστά. Η αποτυχία της ευρωπαϊκής ιδέας, όπως θα την οραματιζόταν κανείς, δηλαδή με το θετικό πρόσημο να υπερτερεί του αρνητικού, είναι κάτι που βιώνουμε καθημερινά, κατ' επανάληψη. Μέρα με τη μέρα, εντός της Ευρώπης φανερώνονται σκέψεις, πρακτικές και σημάνσεις, που είναι κατάφωρα αντίθετες προς όσα, υποτίθεται, πρεσβεύει. Μόλις μια ημέρα πριν την ημέρα μνήμης, για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που υπέφεραν σε τέτοιας υφής μέρη, κάποιος σημαίνων πολιτικός, από το κέντρο της Ευρώπης, προτείνει τη δημιουργία ενός στρατοπέδου για εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πιστός στο πρίσμα της εποχής, το «εντάξει αλλά όχι εδώ» (not in my backyard), κάνει ό,τι γινόταν τα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε μεγάλο βαθμό: επιλέγει να κλείσει τα μάτια, να χαμηλώσει το κεφάλι, να απενοχοποιήσει τον εαυτό του αντί να συμβάλει στη λύση.

Αυτό γινόταν και τότε, σε μεγάλο βαθμό. Θεωρείται δεδομένο, πλέον, πως από ένα χρονικό σημείο και έπειτα, οι αντίπαλοι του Τρίτου Ράιχ γνώριζαν- τουλάχιστον- κάποια πράγματα, όσον αφορά το τι συμβαίνει στα κρεματόρια και τους φούρνους, ενώ κατά τα πρώτα χρόνια της ηγεσίας του Χίτλερ, οι διάφοροι νομικοί και πολιτικοί περιορισμοί σε μειονότητες και «αντιπάλους» είναι αδύνατον να μην είχαν διαρρεύσει. Οι ιστορικοί σημειώνουν πως αυτό ισχύει και για τους γερμανούς πολίτες. Ενώ ο Νόρμπερτ Ελίας επισημαίνει την ανάγκη των ανθρώπων την εποχή εκείνη, να μη γνωρίζουν και να κοιτάζουν αλλού, όπως ο υπουργός εσωτερικού του Βελγίου, ο Ίαν Κέρσο θεωρεί βέβαιο πως πολλοί ήταν εκείνοι που γνώριζαν, ιδίως με το πέρασμα του χρόνου.

Φυσικά, πολλοί ρίσκαραν τα χρόνια εκείνα, βοηθώντας όσους βρίσκονταν σε θέση μειονεκτική, γεννώντας κάποιες πραγματικά ανακουφιστικές, για την ανθρωπότητα αφηγήσεις, αλληλεγγύης, αλτρουισμού, αυτοθυσίας, που θα μείνουν να διδάσκουν αεί τι άλλο μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, όταν το σκοτάδι κυριαρχήσει. Δεν υστερούν, όμως, οι μαρτυρίες της εποχής, για ανθρώπους και εταιρίες που εκμεταλλεύτηκαν όπως μπορούσαν την κατάσταση.

Κλείνουμε: εχθές το πρωί, τρία επιβατηγά πλοία έφτασαν στο λιμάνι του Πειραιά, με περίπου δύο χιλιάδες πρόσφυγες. Κατεβαίνοντας από τα πλοία, οι πρόσφυγες- που, όπως λέμε τετριμμένα κάθε φορά, τόσα είχαν περάσει ήδη- αντιλήφθηκαν πως είχαν εξαπατηθεί. Ενώ είχαν αναγκαστεί να αγοράσουν και εισιτήρια λεωφορείων, για το ταξίδι που θα τους έφερνε από την πρωτεύουσα στα σύνορα, αφού τους είχαν πει πως μόνο έτσι θα μπορούσαν να κλείσουν το ακτοπλοϊκό εισιτήριο, κατά την άφιξη τους στον Πειραιά αντιλήφθηκαν πως λεωφορεία δεν υπήρχαν. Ούτε κάποιος αρμόδιος, φυσικά.

Πενήντα ευρώ το άτομο είχαν δώσει για τα εισιτήρια που δεν αξιοποιήθηκαν ποτέ. Και, με τη συνδρομή των Αρχών, λέει το ρεπορτάζ, η λύση δόθηκε: οι Αρχές έξασφάλισαν τα λεωφορεία και οι πρόσφυγες άδειασαν εκ νέου τις τσέπες, αφού κλήθηκαν να αγοράσουν ακόμη ένα εισιτήριο. Έπειτα, τους γνωστοποιήθηκε πως δεν μπορούσαν να φύγουν την ίδια ημέρα. Περιμένετε, αύριο τους είπαν. Αύριο. Δύο χιλιάδες άνθρωποι στο δρόμο.

Δεν ξέρω ποιος συγγραφέας θα καταφέρει να αποδώσει το δράμα του σήμερα. Ξέρω μονάχα πως οι συνθήκες είναι τέτοιες, δυστυχώς, που θα γεννήσουν και άλλους Λέβι και άλλους Αμερύ, νέους Καμπανέλληδες. Κάποιο παιδάκι, από αυτά που η απληστία και η αδιαφορία δεν καταφέρνουν να πνίξουν, από αυτά που το δώρο του των Χριστουγέννων φέτος δεν ήταν κάποια χαζή ή έξυπνη βόμβα, θα καταφέρει να γλιτώσει και να αφηγηθεί, να καταγγείλει, να πάρει εκδίκηση για όσους τόσο ανάλαφρα αφήνουμε να χάνονται.

Και ελπίζω οι πολίτες του κάποτε να' ναι πιο έξυπνοι από εμάς, τους πλήρως χαζούς του σήμερα. Και να καταλάβουν.