ΤΟ BLOG

Είδα: τη «Σόνια» σε σκηνοθεσία Άλβις Χερμάνις

23/06/2015 14:00 EEST | Updated 23/06/2016 12:12 EEST
tospirto

Είναι κάποιες παραστάσεις που οι συναισθηματικές τους ποιότητες στέκονται ένα σκαλοπάτι ψηλότερα από τις αισθητικές. Παραστάσεις που συγκινούν βαθιά στην απλότητα της κατασκευής τους και που ο (συχνά δαιμονοποιημένος) ρεαλισμός επιτρέπει σε ψυχικά τοπία να αναδυθούν αθόρυβα και με καθαρότητα. Μια τέτοια παράσταση ήταν και η «Σόνια» του Άλβις Χερμάνις, δικαιολογώντας τη φήμη που τη συνόδευε ως ένα από τα κορυφαία δείγματα της σκηνοθετικής δουλειάς του.

Σε ένα καμαράκι, φτωχικό αλλά τακτοποιημένο, όπου βρίσκει χώρο το κρεβάτι με τη σιδερένια πλάτη, η χειροκίνητη ραπτομηχανή, η κομότα με τις γυάλινες βιτρίνες, το γραμμόφωνο, το τραπέζι με το βελούδινο τραπεζομάντιλο, ζει η ηρωίδα του Λετονού σκηνοθέτη. Η Σόνια είναι μια τυπική γεροντοκόρη του μεσοπολέμου, προκομμένη και άξια, με αθώα και καλόκαρδη ψυχή, μα με δύο σοβαρά προβλήματα: Είναι άσχημη και -όπως επιμένει το κείμενο της παράστασης- «ένα είναι το σίγουρο, η Σόνια είναι χαζή». Η αφέλειά της την καθιστά ανυπεράσπιστη στο δηκτικό χιούμορ των ανθρώπων που την περιβάλλουν και παντελώς ανοχύρωτη στη φάρσα που της σκαρώνουν• όταν ένας, δήθεν, θαυμαστής της που την εντόπισε σε μια βραδιά εξόδου, της εκδηλώνει με ένα γράμμα τον έρωτά του. Η Σόνια πέφτει στην παγίδα και κάπως έτσι ξεκινάει μια πολύχρονη αλληλογραφία με έναν πλατωνικό έρωτα που ποτέ δεν υπήρξε.

Η αναπαράσταση της ιστορίας της -βασισμένης στο διήγημα της Τατιάνας Τόλστάγια (φερόμενης ως μακρινής συγγενούς του Λέοντος Τολστόι)- δεν γίνεται με τρόπο αναμενόμενο. Ζωντανεύει σαν ένα ταξίδι μνήμης, όταν σε αυτό το καμαράκι, σωσμένο από το χρόνο, εισβάλλουν δύο μικρο-λωποδύτες με καλσόν στα πρόσωπά τους κι ανακαλύπτοντας τους σωρούς αλληλογραφίας της Σόνια με τον ανύπαρκτο αγαπημένο, κατασκευάζουν μια εκδοχή της ζωής της. Ο ένας αφηγείται με κάθε λεπτομέρεια την καθημερινότητά της, καθώς ο άλλος μεταμφιέζεται σε Σόνια και την υποδύεται δίχως να προφέρει ούτε μια λέξη.

Μέσα στο νοσταλγικό σκηνικό γεμάτο από vintage αντικείμενα, ο Χερμάνις κάνει ολοκληρωτικά βουτιά στο παρελθόν. Χρησιμοποιεί εκφραστικά και ερμηνευτικά μοτίβα του βωβού σινεμά -τα οποία εκτελούν έξοχα οι δύο ηθοποιοί του και κυρίως ο Γκούνταρς Αλμπονις στον ομώνυμο ρόλο-, υιοθετεί ένα νωχελικό, κινηματογραφικό ρυθμό αποδίδοντας την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής στο Λένινγκραντ μέχρι τη σφοδρή πολιορκία του για 900 μέρες. Και πολύ περισσότερο ξανακοιτάει έναν ανθρώπινο τύπο που έχει εκλείψει πολλά χρόνια τώρα: Τους μοναχικούς και αθόρυβους, αόρατους στα μάτια των πολλών ανθρώπους που λαχταρούν και σέβονται τη ζωή ακόμα πιο πολύ απ' ότι οι «ενταγμένοι» στους κόλπους της. Αυτούς που δεν μπορούν παρά να κερδίσουν τη συμπάθεια των άλλων - ίσως ακόμα και να τους γοητεύσουν χάρη στη μελαγχολία του ρομαντισμού τους που η νέα πραγματικότητα τους έχει στερήσει.

Είναι πολύ δυνατή η τελευταία σκηνή της παράστασης όπου οι δύο ληστές στοιβάζουν κλοπιμαία στις τσάντες τους και μαζί τα γράμματα της Σόνια. Πού χωράει η μνήμη και πού το παρελθόν μας; Ποιος μέλλει να τα διαχειριστεί; Με ποιόν τρόπο θα γίνουν αφήγημα; Τι είδους ίχνη αφήνει για τις επόμενες γενιές ένας άνθρωπος, τον οποίο αποκαλείς μόνο με το μικρό του όνομα; Ποιοι είμαστε εμείς που τον διαδεχόμαστε; Μια παράσταση φτιαγμένη γι' αυτούς που στέκονται με βλέμμα παρατηρητικό και ευαίσθητο απέναντι σε εκείνους που περνούν απαρατήρητοι.

Στέλλα Χαραμή

Διαβάστε περισσότερα για ό,τι συμβαίνει στις τέχνες στο www.tospirto.net

Ακολουθήστε το www.tospirto.net στο facebook