ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
28/03/2015 12:11 EET | Updated 29/03/2015 07:39 EEST

Θεωρίες του χρέους: Από την ασυδοσία της Βασιλικής Αυλής στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Από τον Κέυνς στη Συνθήκη του Μάαστριχτ

Η κάμψη της διεθνούς και της ευρωπαϊκής οικονομίας ανέδειξε μια σειρά αντινομιών στο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθώς όμως η κρίση χρέους απειλεί όλο και περισσότερο την Ευρωπαϊκή συνοχή, η ισχύς της Ευρωπαϊκής οικονομίας γίνεται κυρίαρχο μέλημα.

Όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η νομισματική ένωση δεν σχεδιάστηκε σωστά, καθώς δεν συνοδευόταν από δημοσιονομικό συντονισμό, ούτε από μια ευρύτερη οικονομική ένωση. Από την Συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά δεν έχει υπάρξει άλλο φιλόδοξο σχέδιο για την εδραίωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Αντιθέτως, η οικονομική κρίση και η συνεπακόλουθη άνοδος του ευρωσκεπτικισμού έχουν οδηγήσει τους ηγέτες σε μια αναδίπλωση στους εθνικούς εγωισμούς, η οποία δεν συνάδει με την ιδρυτική λογική της Ε.Ε.

Υπάρχουν τέσσερις εποχές στην θεώρηση του δημοσίου χρέους από οικονομολόγους. Με την βοήθεια του καθηγητή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μιχάλη Ψαλιδόπουλο η HuffPost Greece σας παρουσιάζει τις θεωρίες του χρέους.

Προ - Κλασσικοί Οικονομολόγοι: Μερκαντιλιστές

Μετά τον μεσαίωνα η οικονομία πέρασε από τους Φεουδάρχες στα χέρια των Βασιλέων. Είναι η εποχή που γεννήθηκε ο "Μερκαντιλισμός".

Είναι η εποχή που δειλά δειλά στα Πανεπιστήμια εμφανίζοντα τα πρώτα οικονομικά κείμενα, εκείνα της "μερκαντιλιστικής" ή "φυσιοκρατικής" περιόδου. Ωστόσο, αποτελούσαν περισσότερο πρακτικά εγχειρίδια που πρότειναν κανονιστικά μοντέλα, με αποσπασματικές θεωρητικές αναφορές. Ήταν δηλαδή κάποια ακόμη όπλα στην φαρέτρα των κυρίαρχων τάξεων της εκάστοτε περιόδου (έμποροι ή γαιοκτήμονες) έτσι ώστε να πείσουν την κοινή γνώμη για την λήψη κάποιων μέτρων ή την υιοθέτηση συγκεκριμένων πρακτικών (Μηλιός, 1997).

"Την πρώτη εποχή, που ήταν εποχή απολυταρχισμού, οι κυβερνήσεις ήθελαν το κράτος να διευρύνει την ικανότητά του να ξοδεύει και για να χρηματοδοτείται η Βασιλική Αυλή αλλά και για να μπορεί το κράτος να έχει έναν ισχυρό στρατό και ναυτικό και να κάνει πολέμους κατακτώντας αποικίες και βρίσκοντας εμπορικούς δρόμους που δεν έβρισκαν οι ανταγωνιστές. Αυτή η εποχή ξεκινάει το 1600. Είναι η περίοδος τον Μερκαντιλισμού ή της Εμποροκρατίας όπως λέγεται. Υπάρχουν πάρα πολλοί συγγραφείς που θεωρούν το δημόσιο χρέος και την αύξησή του έναν ωραίο τρόπο για να διευρύνει το κράτος τη χρηματοδοτική του ικανότητα" ανέφερε στη HuffPost Greece ο κύριος Ψαλιδόπουλος.

Κάθε μορφή οικονομικής ζωής ήταν υπό τον πλήρη έλεγχο και επίβλεψη τού Κράτους το οποίο νομοθετούσε για κάθε σχετική εμπορική δραστηριότητα. Αυτή η λογική του απόλυτου ελέγχου οδήγησε στην αντίδραση των εμπόρων οι οποίοι ήταν αναγκασμένοι να δρουν υπό περιοριστικούς όρους ενώ αναμεταξύ τους δημιουργήθηκε διένεξη.

Οι εμποροκράτες θεοποίησαν το χρήμα και επόμενο ήταν να υποβιβάσουν τον άνθρωπο σε μέσο για την απόκτηση του. Το πολύ χρήμα των εμποροκρατών εκτός των άλλων κακών (κατακτητικούς πολέμους, αποικίες, δουλεμπόριο κ.λ.π.), οδήγησε και στον πληθωρισμό (εξανέμηση των μικρών κυρίως οικονομιών) διότι εκδόθηκε ακάλυπτο χαρτονόμισμα.

Με το τέλος της εμποροκρατίας και της φεουδαρχίας γεννήθηκαν νέα ερεθίσματα που οδήγησαν τον Άνταμ Σμιθ αρχικά να καταγράψει και να αναλύσει τα νέα δεδομένα για την εποχή του, δημιουργώντας ένα νέο διακριτό πεδίο της επιστήμης που δεν θα συμβάδιζε με πρακτικές συνταγές (όπως είχαν κάνει οι μερκαντιλιστές) ή με τον "φυσικό νόμο" (όπως οι Φυσιοκράτες).(Rubin, 1994)

Κλασική σχολή: Ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί

"Ο κλασικός φιλελευθερισμός ωρίμασε πριν και μετά τη Γαλλική Επανάσταση στη Βρετανία και ήταν βασισμένος στις ακόλουθες βασικές αρχές: κλασικά οικονομικά, ελεύθερο εμπόριο, κυβέρνηση με ελάχιστες δυνατές παρεμβάσεις (laissez-faire), ελάχιστη δυνατή φορολόγηση και ισοσκελισμένος προϋπολογισμός. Αυτή η φιλοσοφία – οικονομική θεωρία εμφανίστηκε ως απάντηση στη βιομηχανική επανάσταση και την αστικοποίηση του 19ου αιώνα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Οι κλασικοί φιλελεύθεροι ήταν αφοσιωμένοι στον ατομικισμό, τον ωφελιμισμό, την ελευθερία του επιχειρείν και τις ίσες ευκαιρίες". (Βενιεράτος Διονύσης)

Ο κυριότερος εκπρόσωπος της Κλασικής εποχής ήταν ο Άνταμ Σμιθ, συγγραφέας των έργων "Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων" 1759) και "Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών" (1776), με το δεύτερο να αναφέρεται συνήθως απλά ως "Ο Πλούτος των Εθνών".

Ο Σμιθ υποστήριζε ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι περιορισμένη στην (εθνική) άμυνα, στα δημόσια έργα και στη διαχείριση της δικαιοσύνης, χρηματοδοτούμενη από φόρους βασισμένους στο εισόδημα.

"Και πριν τον Άνταμ Σμιθ, υπήρχαν συγγραφείς, όπως ο Ντέιβιντ Χιουμ, φίλος του Σμιθ που τον είχε επηρεάσει, αρχίζουν να βλέπουν το χρέος, σαν κάτι το επικίνδυνο. Σαν μια τάση του Κράτους να κάνει δαπάνες, ενώ αυτό που προέχει γι' αυτούς τους οικονομολόγους είναι το Κράτος να εξορθολογιστεί να μπει σε μια γωνία και να γίνει αντιπροσωπευτικό. Να γίνει Κράτος των πολιτών, να δίνει λόγο στους πολίτες, να μην ρυθμίζει την οικονομία, να αφήνει λόγο στους ιδιώτες. Αυτό το παίρνει και ο Σμιθ και ο Ρικάρντο και το αναπτύσσουν. Για τους Κλασικούς της Πολιτικής Οικονομίας το θέμα είναι ότι το Κράτος δαπανά και κάνει συνήθως και αντιπαραγωγικά πράγματα" αναφέρει ο κύριος Ψαλιδόπουλος.

"Αρχίζει μια θεωρητική επεξεργασία των δημόσιων οικονομικών από τους Κλασικούς και μετά που επισημαίνει τους κινδύνους του διογκωμένου δημοσίου χρέους, της ανημποριάς να ξεπληρωθεί, της επιβάρυνσής που σημαίνει για την επόμενη γενιά. Η λογική λοιπόν ήταν μην κάνεις χρέος. Κάνε τον προϋπολογισμό σου ισοσκελισμένο. Μην ξοδεύεις περισσότερα από τους φόρους σου ή δυνατόν βάζε και ένα πλεόνασμα στην άκρη μπας και σου λάχει και κανένας πόλεμος."

"Οι προϋπολογισμοί τον 19ο αιώνα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης ήταν πάνω κάτω ισοσκελισμένοι" και προσθέτει "Εκείνη την περίοδο η οικονομική πολιτική κοιτάζει να σε σέβεται. Είναι η περίοδος της αρχής του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και του περιορισμένου δημοσίου χρέους. Κάπως έτσι φτάνουμε στον Μεσοπόλεμου και την κρίση του 1929".

Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων λήφθηκαν δραστικά μέτρα, τα οποία και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα για το υπόλοιπο του 20ου αιώνα. Οι πετυχημένες λύσεις που δόθηκαν στην κρίση του 1929 και στην μεγάλη ύφεση που την ακολούθησε ήταν η αύξηση της ποσότητας του χρήματος στην οικονομία που κατέστη εφικτή με την αύξηση της χορήγησης δανείων μετά την αποκόλληση από τον κανόνα του χρυσού και η αυστηρότατη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα.

"Εκεί η ιδέα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού ξεφτιλίστηκε γιατί μετά τη κρίση στη Γολ Στριτ καταστράφηκαν κάποιες τράπεζες, κάποιος κόσμος έχασε τα λεφτά του, η οικονομία έπεσε, το Κράτος διαπίστωσε ότι τα οικονομικά του έσοδα πέσανε και για να είναι συνεπές με την δοξασία αυτή ο Χούβερ που ήταν Πρόεδρος των Η.Π.Α εκείνη την εποχή μείωσε της δημόσιες δαπάνες με αποτέλεσμα να παίσουν κι' άλλο τα εισοδήματα και τα φορολογικά έσοδα. Αποτέλεσμα ήταν λοιπόν να ρίξει ξανά τις δαπάνες. Αντί να οδηγήσει την οικονομία έξω από αυτήν τη παγίδα την βάζει σε ένα σπιράλ που χειροτέρεψε την κατάσταση".

Τζων Μέυναρντ Κέυνς: Δίνοντας θετικά πρόσημα στο δημόσιο χρέος

Ο Κέυνς με την θεωρία του πρότεινε την άνοδο των δημοσίων δαπανών σε περιόδους κρίσεων για να καλύψουν μέρος του ελλείμματος ζήτησης που υπό προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει την οικονομία μακριά από μια θέση ισορροπίας πλήρους απασχόλησης. Οι δημόσιες δαπάνες μπορεί να ξοδεύονται ως επιδόματα ανεργίας κ.λπ., αλλά ο κύριος στόχος δεν είναι η αναδιανομή αλλά η επανόρθωση της ισορροπίας. Μάλιστα η αύξηση της φορολογίας σε περιόδους κρίσης είναι πλήρως αντίθετη στη νοοτροπία του Κέυνς ο οποίος ζητά αύξηση των ελλειμμάτων στις κρίσεις, τα οποία χρηματοδοτούνται από πλεονάσματα στις καλύτερες εποχές.

Δουλεύοντας περισσότερο με την διαίσθηση παρά με την τυπική, μαθηματική λογική η οποία είναι σήμερα βάση των οικονομικών, ο Κέυνς έδειξε ότι υπό προϋποθέσεις η οικονομία μπορεί να έρθει σε ένα σημείο ισορροπίας που είναι ανεπιθύμητο, με υψηλή ανεργία και χαμηλό εισόδημα. Αυτό συμβαίνει όταν χουμε για κάποιον λόγο (ψυχολογικό ίσως) μια έλλειψη ζήτησης, όταν οι πολίτες αποταμιεύουν υπερβολικά και καταναλώνουν λίγο. Κανονικά θα μπορούσε η κεντρική τράπεζα να αυξομειώσει το επιτόκιο, μέχρι οι άνθρωποι να αρχίσουν να αποταμιεύουν λιγότερο.

Ο Κέυνς όμως είπε ότι αυτό σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν θα δουλέψει. Όταν τα επιτόκια είναι ήδη αρκετά χαμηλά, η Κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να τα μειώσει αρκετά ώστε να πέσει η αποταμίευση και να ανέβει η κατανάλωση. Έτσι έχουμε ένα έλλειμμα ζήτησης, οι εταιρείες δεν βρίσκουν καταναλωτές και απολύουν κόσμο με αποτέλεσμα να μειώνεται κι άλλο η ζήτηση. Αυτή είναι περίπου η ιστορία του Μεγάλου Κραχ του 1929, με μονή διαφορά ότι η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ έκανε μνημειώδη λάθη, χειροτερεύοντας την κρίση αντί να βοηθήσει την οικονομία με έγκαιρη χαλάρωση της νομισματικής πολίτικης (χαμηλά επιτόκια). Από κάποια στιγμή και πέρα τα λάθη της Κεντρικής Τράπεζας δεν μπορούσαν να διορθωθούν χωρίς την επέμβαση του κράτους με λεγόμενες κεϊνσιανες πολίτικες.

Ο Κέυνς προτεινε λοιπον, σε αυτες τις εξαιρετικες περιπτωσεις, να κανει το κρατος πλουσια δημοσια εργα και να παρουσιαζει υψηλα ελλειμματα. Σε μια πολυ διαδεδομενη εκφραση, ειπε οτι ακομα και αν πληρωνουμε τους εργατες να κανουν τρυπες στο εδαφος και να τις ξανακλεινουν, αυτο θα εκανε καλο στην οικονομια. (Σωτηρης Γεωργανας).

"Ήρθε το 1936 ο Κέινς ο οποίος έρχεται και εξηγεί γιατί γίνονται κρίσεις και είπε ότι το δημόσιο χρέος είναι ένα όπλο. Ξανάδωσε στην δημιουργία μεγαλύτερου δημόσιου χρέους θετικά πρόσημα, τονίζοντας ότι αν το Κράτος δανειστεί ή εκδώσει χρήμα για να κάνει παραγωγικά έργα, τότε τα παραγωγικά έργα είναι υλικό κεφάλαιο για την οικονομία, πιάνουν τόπο, δημιουργούν εισοδήματα από μόνα τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ξοφλήσουμε το δημόσιο χρέος".

"Το Κράτος πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα στην ύφεση εκμεταλλευόμενο την δυνατότητα του να εκδίδει χρήμα και έτσι να δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για όλους, περισσότερα φορολογικά έσοδα να ξοφλάμε και το χρέος και ούτω καθεξής." αναφέρει ο κύριος Ψαλιδόπουλος.

Ο Φράνκλιν Ρούζβελτ εφαρμόζει Κέυνς

Οι ιδέες του Κέυνς ήταν πρωτοποριακές και οι κλασσικοί οικονομολόγοι που πίστευαν ότι δεν υπάρχουν ανεπιθύμητες κρίσεις στην ελεύθερη αγορά, δυσκολεύτηκαν να τις δεχτούν. Ο Κέυνς όμως ήταν τυχερός. Όπως είπε ο Τζ.Κένεθ Γκάλμπρειθ οι καλές ιδέες δεν φτάνουν, πρέπει να έχουν και ευνοϊκές περιστάσεις. Η ευνοϊκή περίσταση ήταν το Νιου Ντηλ του Ρούζβελτ, το τεράστιο πρόγραμμα δημοσίων έργων που άρχισε να βγάζει την Αμερική από την κρίση του 1929 και οι τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες για τον Β ΠΠ. Αυτά τα δυο γεγονότα έδειξαν ότι όντως οι δημόσιες δαπάνες μπορούν να στηρίξουν την οικονομία, βραχυπρόθεσμα. Χάρη στην συγκυρία ο Κέυνς έγινε αγαπημένος των ταγών της πολιτείας με αποκορύφωμα την ατάκα του Ρίτσαρντ Νίξον το 1971:"We are all Keynesians now."

Νεοκλασική σχολή: Η λογική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών

Για πολλά χρόνια η Κέυνσιανες οικονομική πολιτική κυριάρχησε σε παγκόσμιο επίπεδο. Δυστυχώς όμως τις ιδέες του Κέυνς τις παρερμήνευσε πλήρως από πολλές Ευρωπαϊκές Χώρες σαν ένα επιχείρημα υπέρ του κοινωνικού κράτους ή ακόμα χειρότερα σαν προτροπή προς αιώνια ελλείμματα.

Πολλές χώρες παρερμήνευσαν τον Κέυς, νόμισαν ότι βρήκαν την χρυσή συνταγή και άρχισαν να έχουν υπέρογκες δημόσιες δαπάνες με μεγάλα ελλείμματα συνεχώς. Αυτό οδήγησε απευθείας στην έκρηξη του πληθωρισμού και στην οικονομική στασιμότητα. Υπήρξε μια εποχή (70-80) που ο Κέυνς θεωρήθηκε υπεύθυνος για όλα αυτά από τους ακαδημαϊκούς και οι θεωρίες του παρικμασαν.

"Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένας επανασχεδιασμός που προήλθε από συντηρητικούς οικονομολόγους που ήταν fiscal conservatives. Επιστρέφουμε στη λογική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών την οποία μάλιστα την βάλαμε ακόμα και στα Συντάγματα" αναφέρει ο κύριος Ψαλιδόπουλος

Σήμερα οι περισσότερες χώρες του κόσμου έχουν συσσωρευμένο δημόσιο χρέος το οποίο πλέον δε θεωρείται και τόσο επιθυμητό όσο τα παλαιότερα χρόνια. Σήμερα έχει επικρατήσει η νεοκλασική οικονομική φιλοσοφία, η εστίαση είναι στη διασφάλιση υγιούς χρηματοοικονομικού πλαισίου και νομισματικής σταθερότητας που κυρίως αφορά τον χαμηλό πληθωρισμό. Πλέον τα δημόσια ελλείμματα παρουσιάζονται ως παράγοντες απειλής της οικονομικής ανάπτυξης.

Η Συνθήκη του Μααστριχτ

Η συνθήκη του Μάαστριχτ αποτελεί καθοριστικής σημασίας συνθήκη για την ολοκλήρωση του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, με την οποία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση το Φεβρουάριο του 1992. Έθετε επίσης τις βάσεις για την δημιουργία της ΟΝΕ. Ουσιαστικά προέβλεπε τον οικονομικό συντονισμό των κρατών μελών πάνω σε δημοσιονομικά και νομισματικά κριτήρια, ώστε να δημιουργηθεί μια ομοιογενής οικονομική περιφέρεια η οποία θα έχει ένα κοινό νόμισμα, ικανό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της διεθνούς οικονομικής αγοράς, στην σταθερότητα των τιμών και στην οικονομική ανάπτυξη της Ευρωζώνης.

Από τη σύναψη της συνθήκης του Μάαστριχτ τέθηκαν τρεις βασικοί δημοσιονομικοί στόχοι.Η διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, ο περιορισμός του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ ετησίως και η διατήρηση του δημοσίου χρέους κάτω από το 60% του ΑΕΠ.

Ο τρίτος στόχος είναι ξεκάθαρα παράλογος. Πολλές από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες που είχαν πολύ μικρό δημόσιο χρέος, όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία, που είχε για χρόνια πλεονασματικούς προϋπολογισμούς βρέθηκαν στη δίνη του κυκλώνα. Όταν το ιδιωτικό χρέος φτάνει το 900% του ΑΕΠ, όπως έγινε στην Ιρλανδία, και τα δάνεια αρχίζουν να μην αποπληρώνονται, το κράτος πρέπει να παρέμβει. Και το κόστος της παρέμβασης του είναι τεράστιο. Αυτός είναι και ο λόγος που χώρες με χαμηλό δημόσιο χρέος μπορεί να αντιμετωπίζουν πρόβλημα, ενώ χώρες με υψηλό όχι.

Στην ουσία οι στόχοι της συνθήκης βάζοντας ένα όριο στον κρατικό δανεισμό, προωθούσαν τον ιδιωτικό. Έμπαινε ένα όριο στη δραστηριότητα που μπορούσε να αναπτύξει το κράτος προς όφελος του ιδιωτικού τομέα. Στην πράξη καμία χώρα δεν μπόρεσε ποτέ να ικανοποιήσει τους όρους της συνθήκης, με την εξαίρεση κάποιων πολύ μικρών χωρών όπως το Λουξεμβούργο. Στην ουσία τα πλεονάσματα κάποιων χωρών τροφοδοτούν τα ελλείμματα των άλλων, ή μάλλον για την ακρίβεια τα μικρότερα ελλείμματα κάποιων χωρών τροφοδοτούν τα μεγαλύτερα κάποιων άλλων. Αυτός είναι και ο λόγος που από την εισαγωγή του Ευρώ αυξήθηκε ο εξωτερικός δανεισμός της Ελλάδας κυρίως προς τις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες.