ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
28/07/2015 11:17 EEST | Updated 28/07/2015 12:50 EEST

Σακς: Ανόητη η πολιτική ανταπόκριση της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα

ASSOCIATED PRESS
German Chancellor Angela Merkel applauds during a debate on the Greek financial crisis, at the German parliament , the Bundestag , in Berlin, Wednesday, July 1, 2015. (AP Photo/Markus Schreiber)

Με άρθρο του στo Project Syndicate o διεθνούς φήμης οικονολογός, Τζέφρι Σακς προτρέπει τη Γερμανία να σκεφτεί ξανά την προσέγγισή της προς την Ελλάδα καθώς όπως σημειώνει «η επιτυχής διαχείριση μίας κρίσης εξαρτάται από τη σοφία του δανειστή». Ο Σακς, αφού πρώτα περιγράφει τις αιτίες που η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να βγει αλώβητη ή έστω να περιορίσει - όπως έκαναν άλλα κράτη-μέλη - τις απώλειες από το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008 προχωρά ένα βήμα παραπέρα και κρίνει την πολιτική ανταπόκριση των εταίρων προς την Ελλάδα.

Όπως ο ίδιος σημειώνει η πολιτική αυτή ανταπόκριση υπήρξε «ανόητη και εξαιρετικά αντιεπαγγελματική» και συνεχίζει τονίζοντας πως «η συνταγή για την επιτυχία (σσ εξέυρεσης λύσης) είναι να συνδυαστούν οι μεταρρυθμίσεις με την ελάφρυνση του χρέους και τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.

Αναλυτικά το άρθρο του Σακς όπως δημοσιεύθηκε στο Project Syndicate

Νέα Υόρκη – Βοηθάω χώρες να ξεπεράσουν την οικονομική κρίση εδώ και 30 χρόνια, και έχω μελετήσει τις οικονομικές κρίσεις του 20ού αιώνα σαν υπόβαθρο για το συμβουλευτικό μου έργο. Σε όλες τις κρίσεις, υπάρχει μια έμφυτη ανισορροπία ισχύος ανάμεσα στο δανειστή και τον οφειλέτη. Συνεπώς, η επιτυχής διαχείριση κρίσης εξαρτάται από τη σοφία του δανειστή. Υπ' αυτή την έννοια, κάνω προτρέπω πάρα πολύ τη Γερμανία να ξανασκεφτεί την προσέγγισή της απέναντι στην Ελλάδα.

Μια οικονομική κρίση προκαλείται από το υπερβολικό χρέος μιας χώρας, που γενικά είναι απεικονίζει ένα συνδυασμό κακοδιαχείρισης από τη χώρα οφειλέτη, υπερ-αισιοδοξίας, διαφθοράς, και κακής κρίσης και αδύναμων κινήτρων από τις τράπεζες πιστωτές. Η Ελλάδα ταιριάζει σ' αυτό το σχήμα.

Η Ελλάδα ήταν υπερβολικά χρεωμένη όταν μπήκε στην Ευρωζώνη το 2001, με το κρατικό χρέος να είναι περίπου στο 99% του ΑΕΠ. Ως νέο μέλος, όμως, η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να δανείζεται εύκολα από το 2000 ως το 2008, και η αναλογία χρέους-ΑΕΠ ανέβηκε στο 109%.

Όταν η ευημερία μιας χώρας εξαρτάται από τη συνεχόμενη εισροή κεφαλαίου, μια ξαφνική διακοπή ή αντιστροφή στις ροές κεφαλαίων πυροδοτεί μια βαθιά οικονομική ύφεση. Στην Ελλάδα, ο εύκολος δανεισμός σταμάτησε το 2008 με την παγκόσμια οικονομική κρίση. Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 18% από το 2008 στο 2011, και η ανεργία ανήλθε από το 8% στο 18%.

Η πιο προφανής αιτία ήταν η χαμηλή κρατική δαπάνη, που μείωσε τη συνολική ζήτηση. Οι δημόσιοι υπάλληλοι έχασαν τη δουλειά τους, και τα κατασκευαστικά έργα σταμάτησαν. Καθώς τα εισοδήματα έφθιναν, άλλοι εγχώριοι τομείς κατέρρευσαν.

Υπάρχει κι ένας άλλος παράγοντας της οικονομικής κατάρρευσης της Ελλάδας, λιγότερο προφανής: η διακοπή της τραπεζικής πίστωσης. Καθώς οι τράπεζες έχασαν την πρόσβασή τους στον διατραπεζικό δανεισμό από το εξωτερικό, περιόρισαν την χορήγηση δανείων και έκαναν απαιτητά τα ενήμερα δάνεια. Οι εγχώριοι καταθέτες επίσης απέσυραν τις καταθέσεις τους, φοβούμενοι για την φερεγγυότητα των τραπεζών και -κυρίως σε μεγάλο βαθμό χάρη στο Γερμανό Υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανκ Σόιμπλε -για το αν θα συνέχιζε η χώρα να αποτελεί μέλος της Ευρωζώνης. Με τη συρρίκνωση της συνολικής ζήτησης, η ύφεση στα τραπεζικά δάνεια είχε ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, με την αυξανόμενη οικονομική αδυναμία να επηρεάζει τους καταθέτες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού που με τη σειρά τους επίσης απέσυραν τις καταθέσεις τους από τις Ελληνικές τράπεζες.

Υπό κανονικές συνθήκες, οι οικονομίες ξεπερνούν μια κρίση χρέους ελαττώνοντας τα κρατικά ελλείμματα, ρίχνοντας το βάρος στις εξαγωγές, και κάνοντας ανακεφαλαιοποίηση στις τράπεζες. Το πλεόνασμα του προϋπολογισμού και τα έσοδα των εξαγωγών επιτρέπουν στην οικονομία να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος, ενώ η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών επιτρέπει την εκ νέου πιστωτική αύξηση.

Εάν η άνοδος στις εξαγωγές είναι αρκετά μεγάλη και ραγδαία, τα κέρδη θα αντισταθμίσουν κατά μεγάλος μέρος την μείωση της εσωτερικής ζήτησης, και η συνολική παραγωγή θα σταθεροποιηθεί ή θα επιστραφεί στην ανάπτυξη. Η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία κατάφεραν να προστατευθούν από τις πτώσεις που έγιναν μετά το 2008 μέσω της αύξησης των εσόδων από τις εξαγωγές τους. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ελλάδα δεν το κατάφερε. Τα κέρδη από τις εξαγωγές το 2013, στα 53 δισ. ευρώ, ήταν στην πραγματικότητα χαμηλότερα κατά 3 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2008, ακόμη και αφότου κατέρρευσε η εσωτερική ζήτηση.

Αυτό δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει, για τρεις λόγους. Πρώτον, επειδή τα ευρωπαϊκά πακέτα διάσωσης δεν ανακεφαλαιοποίησαν τον ελληνικό τραπεζικό τομέα (ο στόχος τους ήταν να παρέχουν χρηματική βοήθεια στις Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες), οι πιθανοί εξαγωγείς δε μπορούσαν να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη πίστωση που θα λειτουργούσε υποστηρικτικά στις ανάγκες τους για αναδιαμόρφωση. Δεύτερον, η οικονομική βάση της Ελλάδας είναι πολύ στενή για να υποστηρίξει μία σημαντική βραχυπρόθεσμη αύξηση στις εξαγωγές. Τρίτον, διοικητικά, νομικά και φορολογικά εμπόδια εμπόδισαν την ανταπόκριση στις εξαγωγές, ειδικά αφού οι αυξήσεις φόρων στα πακέτα διάσωσης κατέστησαν ακόμη δυσκολότερο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν και να εδραιώσουν νέες αγορές στον εξωτερικό.

Κατά την άποψή μου, η ανταπόκριση της πολιτικής από τους εταίρους της Ελλάδας, καθοδηγούμενη από τη Γερμανία, υπήρξε ανόητη και εξαιρετικά αντιεπαγγελματική. Η προσέγγισή τους ήταν να επεκτείνουν νέα δάνεια έτσι ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να εξυπηρετήσει τα υπάρχοντα χρέη της, χωρίς να επαναφέρουν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ή να προωθήσουν την ανταγωνιστικότητά του στις εξαγωγές. Το αρχικό πακέτο διάσωσης της Ελλάδας των 110 δισ., το 2010, χρησιμοποιήθηκε για να πληρωθούν τα χρέη της κυβέρνησης προς τις Γερμανικές και τις Γαλλικές τράπεζες. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα χρωστάει ένα ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο του χρέους της στους θεσμικούς πιστωτές: το ΔΝΤ, το EFSF, και, ακόμη περισσότερο, στην ΕΚΤ. Ενώ το χρέος της Ελλάδας σε ιδιώτες πιστωτές «κουρεύτηκε» μερικώς, ήταν κάτι που έγινε καθυστερημένα, επειδή δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τα χρέη της ούτε στους θεσμικούς πιστωτές της.

Κάθε χρόνο, οι πιστωτές της Ελλάδας υπόσχονται ότι τα πακέτα διάσωσης θα φέρουν σημαντική επαναφορά στις παραγωγές, στην εργασία και στις εξαγωγές. Αντίθετα, η χώρα έχει βιώσει μία ύφεση συγκρίσιμη με τη μείωση στην παραγωγή και την εργασία που υπέφερε η Γερμανία από το 1930 μέχρι το 1932, τα χρόνια πριν την άνοδο του Χίτλερ. Πολλοί Γερμανοί ίσως να αντιπαθούν την τωρινή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που ισχυρίστηκε ότι θα φέρει ένα τέλος στις πολιτικές των πιστωτών για την επιβολή της λιτότητας, αλλά τέσσερις συνεχόμενες κυβερνήσεις – κεντροαριστερές, τεχνοκρατικές, κεντροδεξιές και αριστερές – τις εφάρμοσαν.

Όλες αυτές οι κυβερνήσεις απέτυχαν. Ίσως η κεντροδεξιά κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά από το 2010 έως το 2015 έφτασε κοντά στο να πετύχει, αλλά δεν μπορούσε να επιβιώσει, πολιτικά, την αυστηρή λιτότητα που αναγκάστηκε να εφαρμόσει. Ούτε οι πιστωτές της Ελλάδας έκαναν κάτι για να βοηθήσουν την κυβέρνηση του Σαμαρά να ξεφύγει από τα πολιτικά δεσμά της, αν και ήταν μία κυβέρνηση που τους άρεσε.

Για να ξεπεραστεί μια οικονομική κρίση, ο πιστωτής πρέπει να είναι έξυπνος και μετρημένος. Είναι σωστό να απαιτεί ισχυρές μεταρρυθμίσεις από μια κυβέρνηση – κακοδιαχειριστή, αλλά εάν ο οφειλέτης πιεστεί υπερβολικά, είναι η κοινωνία αυτή που θα διαρρηχθεί προκαλώντας αστάθεια, βία, και η ανθρώπινη δυστυχία θα είναι διάχυτη. Ενώ ο οφειλέτης χάνει τα περισσότερα, ο πιστωτής χάνει επίσης αφού δεν θα εξοφληθεί.

Η συνταγή για την επιτυχία είναι να συνδυαστούν οι μεταρρυθμίσεις με την ελάφρυνση του χρέους και τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Ένας έξυπνος πιστωτής της Ελλάδας θα έκανε κάποιες σοβαρές, διερευνητικές ερωτήσεις. Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε την Ελλάδα ώστε να αρχίσει να κινείται και πάλι το τραπεζικό σύστημα; Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στην αύξηση των εξαγωγών; Τι χρειάζεται για την προώθηση της ταχείας ανάπτυξης των μικρών και μεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων;

Επί πέντε χρόνια η Γερμανία δεν έχει κάνει αυτές τις ερωτήσεις. Πράγματι, με την πάροδο του χρόνου, οι ερωτήσεις αντικαταστάθηκαν από την απογοήτευση της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα για την υποτιθέμενη αδιόρθωτη ραθυμία και διαφθορά. Η κατάσταση είναι πλέον άσχημη και έχει λάβει «προσωπικά» χαρακτηριστικά και από τις δύο πλευρές. Και οι πιστωτές απέτυχαν να προσφέρουν μια ρεαλιστική προσέγγιση σε ό,τι αφορά τα χρέη της Ελλάδας, ίσως εξαιτίας του φόβου της Γερμανίας ότι η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία να ζητούσαν και εκείνες στη συνέχεια μέτρα ανακούφισης.

Όποιος και αν είναι ο λόγος, η Γερμανία έχει φερθεί άσχημα στην Ελλάδα, δεν επέδειξε την απαιτούμενη ενσυναίσθηση και ελάφρυνσης του χρέους. Και εάν τα έκανε όλα αυτά για να τρομάξει την Ιταλία και την Ισπανία θα πρέπει να αναλογιστεί την κατηγορηματική «προσταγή» του Καντ: οι χώρες όπως και οι άνθρωποι, πρέπει να είναι ο σκοπός και όχι το μέσο.

Οι πιστωτές είναι μερικές φορές σοφοί και μερικές φορές απίστευτα ανόητοι. Αμερική, Βρετανία και Γαλλία ήταν απίστευτα ανόητες όταν τη δεκαετία του '20 επέβαλλαν υπερβολικές επανορθώσεις από τη Γερμανία μετά το Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη δεκαετία του '40 και του '50, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ένας σοφός πιστωτής δίνοντας στην Γερμανίας νέα κεφάλαια στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ, ενώ ακολούθησε η ελάφρυνση του χρέους το 1953.

Τη δεκαετία του 1980, οι ΗΠΑ ήταν ένας κακός πιστωτής όταν απαιτούσε υπερβολικές πληρωμές του χρέους από τη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Στη δεκαετία του '90 και αργότερα, έγινε πιο έξυπνος βάζοντας στο τραπέζι την ελάφρυνση του χρέους. Το 1989 οι ΗΠΑ ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να δώσει στην Πολωνία την ελάφρυνση του χρέους (και η Γερμανία την ακολούθησε έστω και απρόθυμα). Το 1992 η ανόητη εμμονή της στην αυστηρή εξυπηρέτηση του χρέους από τη Ρωσία για τα χρέη της σοβιετικής περιόδου, έσπειρε τους σπόρους για τη σημερινής «πικρής» σχέσης.

Τα αιτήματα της Γερμανίας έχουν φέρει την Ελλάδα πολύ κοντά στην κατάρρευση, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για την Ελλάδα, την Ευρώπη, και την παγκόσμια φήμη της Γερμανίας. Αυτή είναι μια στιγμή για την (επίδειξη) σοφίας, όχι ακαμψίας. Και η σοφία δεν είναι αδυναμία. Η διατήρηση μιας ειρηνικής και ευημερούσας Ευρώπη είναι η πιο ζωτικής σημασίας ευθύνη της Γερμανίας. Αλλά είναι επίσης και ζωτικό εθνικό συμφέρον για την ίδια.