ΔΙΕΘΝΕΣ
17/08/2016 10:52 EEST | Updated 17/08/2016 10:52 EEST

«Κανείς δεν με πιστεύει, αλλά δεν γνώριζα»: Τι λέει η 105 ετών γραμματέας του Γιόζεφ Γκέμπελς

Η Μπρουνχίλντε Πόμσελ, 105 ετών σήμερα, ήταν η γραμματέας του Γιόζεφ Γκέμπελς, του διαβόητου υπουργού Προπαγάνδας του Γ' Ράιχ- ωστόσο, ακόμα και αν εργαζόταν στην καρδιά της ναζιστικής μηχανής προπαγάνδας, λέει ότι «κανείς δεν με πιστεύει τώρα, αλλά δεν γνώριζα τίποτα».

Δίνοντας μια από τις τελευταίες (αν όχι την τελευταία) συνεντεύξεις της ζωής της, θυμάται λεπτομέρειες σχετικά με το πρώην αφεντικό της. «Σπάνια τον βλέπαμε τα πρωινά...ανέβαινε τα σκαλοπάτια από το μικρό του παλάτι κοντά στην Πύλη του Βραδενβούργου...ανέβαινε τα σκαλοπάτια σαν ένας μικρός δούκας, μέσα από τη βιβλιοθήκη του, στο όμορφο γραφείο του στο Unter den Linten» λέει η Πόμσελ, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του Guardian.

«Πάντα ξέραμε πότε είχε φτάσει, αλλά κανονικά δεν τον βλέπαμε μέχρι να βγει από το γραφείο του, περνώντας από μια πόρτα που οδηγούσε απευθείας στο δωμάτιό μας, οπότε μπορούσαμε να του κάνουμε όποιες ερωτήσεις θέλαμε, ή να του πούμε ποιοι είχαν τηλεφωνήσει. Κάποιες φορές, τα παιδιά του έρχονταν να τον επισκεφθούν».

«Στον λίγο χρόνο που μου απομένει- και ελπίζω ότι θα είναι μήνες και όχι χρόνια- απλά ελπίζω ότι ο κόσμος δεν θα γυρίσει ανάποδα όπως τότε, αν και έχουν υπάρξει κάποιες τρομακτικές εξελίξεις, έτσι δεν είναι; Είναι ανακουφιστικό το ότι δεν έκανα ποτέ παιδιά για να ανησυχώ» λέει η Πόμσελ, η οποία έχασε την όρασή της πέρυσι.

Όσον αφορά στον λόγο της συνέντευξής της, λέει ότι σε καμία περίπτωση δεν το κάνει για να «καθαρίσει τη συνείδησή της». Αν και παραδέχεται πως βρισκόταν στην καρδιά της μηχανής προπαγάνδας του Ράιχ, με τα καθήκοντά της να περιλαμβάνουν την «επεξεργασία» των στατιστικών για τους νεκρούς στρατιώτες, καθώς και για τους βιασμούς γυναικών από τον Κόκκινο Στρατό. Το περιγράφει ως «άλλη μια δουλειά».

Η ταινία «A German Life», που βασίζεται σε 30 ώρες συζήτησης μαζί της, προβλήθηκε πρόσφατα στο κινηματογραφικό φεστιβάλ Μονάχου, και είναι ο λόγος για τον οποίο μιλά στον Guardian. «Είναι σημαντικό για μένα, όταν δω την ταινία, να αναγνωρίσω δω αυτή την αντανάκλαση στον καθρέφτη στην οποία μπορώ να καταλάβω όλα όσα έκανα λάθος. Αλλά πραγματικά, δεν έκανα κάτι άλλο από το δακτυλογραφώ στο γραφείο του Γκέμπελς».

«Αυτοί που λένε σήμερα ότι θα είχαν αντισταθεί στους Ναζί- πιστεύω ότι είναι ειλικρινείς από την άποψη ότι το εννοούν, αλλά πιστέψτε με, οι περισσότεροι δεν θα το έκαναν», καθώς μετά την άνοδο του ναζιστικού κόμματος «όλη η χώρα ήταν σαν να έχει μαγευτεί» επιμένει. «Ο ιδεαλισμός της νιότης μπορούσε εύκολα να σε κάνει να καταλήξεις με σπασμένο λαιμό».

Θυμάται να λαμβάνει τον φάκελο της αντιναζίστριας ακτιβίστριας και φοιτήτριας Σόφι Σολ, που είχε δραστηριοποιηθεί στο αντιστασιακό κίνημα του «Λευκού Ρόδου», και εκτελέστηκε για εσχάτη προδοσία τον Φεβρουάριο του 1943 μετά τη διανομή αντιπολεμικών φυλλαδίων στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. «Ένας από τους ειδικούς συμβούλους του Γκέμπελς μου είπε να το βάλω στο χρηματοκιβώτιο, και να μην τον κοιτάξω. Οπότε δεν το έκανα, και χαιρόμουν που με εμπιστεύτηκε και η θέλησή μου να τιμήσω αυτή την εμπιστοσύνη ήταν πιο δυνατή από την περιέργειά μου να ανοίξω τον φάκελο».

Η Πόμσελ περιγράφει τον εαυτό της ως ένα προϊόν της πρωσικής πειθαρχίας. Ο πατέρας της, όταν επέστρεψε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η ίδια ήταν επτά ετών, απαγόρευσε τα δοχεία νυκτός στα υπνοδωμάτια της οικογένειας. «Αν θέλαμε να πάμε στην τουαλέτα, έπρεπε να νικήσουμε τον φόβο μας για όλες τις μάγισσες και τα κακά πνεύματα ώστε να φτάσουμε στο αποχωρητήριο» θυμάται. Επίσης, αυτή και τα αδέλφια της τιμωρούνταν με ξυλιές όποτε έδειχναν ανυπακοή. «Αυτό μου έμεινε, αυτό το πρωσικό “κάτι”, αυτή η αίσθηση καθήκοντος».

Ήταν 31 ετών και εργαζόταν για τον κρατικό σταθμό ως καλοπληρωμένη γραμματέας- μία δουλειά την οποία εξασφάλισε μόνο αφού έγινε έμμισθο μέλος του ναζιστικού κόμματος- όταν κάποιος την πρότεινε για μετάθεση στο υπουργείο Προπαγάνδας το 1942. «Μόνο μια μολυσματική ασθένεια θα μπορούσε να με σταματήσει» επιμένει. «Είχα κολακευτεί, γιατί ήταν ανταμοιβή για το ότι ήμουν η πιο γρήγορη δακτυλογράφος στον ραδιοφωνικό σταθμό».

Θυμάται πόσο δυσκόλεψε η ζωή για την Εβραία φίλη της, Εύα Λόουενθαλ, αφού ο Αδόλφος Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία. Επίσης, σοκαρίστηκε από τη σύλληψη ενός πολύ δημοφιλούς εκφωνητή του σταθμού, που εστάλη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης επειδή ήταν ομοφυλόφιλος. Ωστόσο, επιμένει ότι σε μεγάλο βαθμό ήταν μέσα σε μια «γυάλα», χωρίς να γνωρίζει για την καταστροφή που επέφερε το ναζιστικό καθεστώς στους εχθρούς του- παρά το ότι βρισκόταν στην καρδιά του.

«Το ξέρω ότι κανείς δεν μας πιστεύει σήμερα- όλοι νομίζουν πως ξέραμε τα πάντα. Δεν ξέραμε τίποτα, όλα κρατούνταν μυστικά».

Όσον αφορά στον Γκέμπελς, τον θυμάται ως κοντό αλλά καλοδιατηρημένο, με το παρουσιαστικό ενός τζέντλεμαν, που φορούσε ρούχα από τα καλύτερα υφάσματα και που πάντα ήταν ελαφρώς μαυρισμένος. Είχε καλά περιποιημένα χέρια- «μάλλον είχε μανικιούρ κάθε μέρα» λέει. «Δεν υπήρχε κάτι για να τον επικρίνεις» λέει, ενώ θυμάται ότι τον λυπόταν που κούτσαινε, κάτι το οποίο αντιστάθμιζε με την αλαζονεία του»

Ωστόσο, περιστασιακά αποκτούσε μια πιο βαθιά εικόνα του ανθρώπου που μετέτρεψε το ψέμα σε μια τέχνη, στην υπηρεσία των σκοπών των Ναζί. Τρόμαξε όταν τον είδε να δίνει την ομιλία του περί «ολοκληρωτικού πολέμου» στο Βερολίνο τον Φεβρουάριο του 1943. «Κανένας ηθοποιός δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα να μεταμορφωθεί από έναν πολιτισμένο, σοβαρό άνθρωπο, σε έναν μαινόμενο, αγριεμένο άνδρα...στο γραφείο είχε ένα είδους ευγενούς κομψότητας, και το να τον βλέπεις σαν έναν μαινόμενο νάνο- δεν μπορείς να φανταστείς μεγαλύτερη αντίθεση».

Η ζωή της όπως τη γνώριζε τελείωσε την ημέρα μετά τα γενέθλια του Χίτλερ το 1945, όταν ο Γκέμπελς και η συνοδεία του διατάχθηκαν να βρουν τον Χίτλερ στο καταφύγιό του, στις τελευταίες ημέρες του πολέμου. «Ένιωσα σαν κάτι μέσα μου να πέθανε. Προσπαθήσαμε να εξασφαλίσουμε πως δεν θα ξεμέναμε από αλκοόλ. Το χρειαζόμασταν για να διατηρήσουμε το μούδιασμα». Επίσης, περιγράφει την έκπληξή της όταν έμαθε για την αυτοκτονία του «Φύρερ».

Μετά την παράδοση, βρέθηκε σε ρωσικά στρατόπεδα αιχμαλώτων μέσα και γύρω από το Βερολίνο για πέντε χρόνια. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα, θυμάται. Μόνο όταν γύρισε έμαθε για το Ολοκαύτωμα, λέει, στο οποίο αναφέρεται ως «το ζήτημα των Εβραίων».

Ξαναβρήκε δουλειά ως γραμματέας και έζησε άνετα μέχρι τη συνταξιοδότησή της στα 60, το 1971. Ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν 60 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου για να αναζητήσει τα ίχνη της Εβραίας φίλης της. Το 2005, όταν αποκαλύφθηκε το μνημείο του Ολοκαυτώματος, ταξίδεψε στο Μόναχο για να το δει. «Πήγα στις πληροφορίες και τους είπα ότι έψαχνα κάποια, μια Εύα Λόουενθαλ». Όπως αποδείχτηκε, η Εύα είχε σταλεί στο Άουσβιτς τον Νοέμβριο του 1942 και ανακηρύχθηκε νεκρή το 1945.