ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
24/09/2016 05:06 EEST | Updated 24/09/2016 05:12 EEST

Ο οδικός χάρτης του Στουρνάρα για την οικονομία και την έξοδο από την κρίση

Yannis Stournaras, governor of the Bank of Greece, speaks during his address at the London School of Economics (LSE) in London, U.K., on Wednesday, March 25, 2015. The European Central Bank approved an increase of more than 1 billion euros ($1.1 billion) in the emergency funds available to Greek lenders, two people familiar with the decision said. Photographer: Chris Ratcliffe/Bloomberg via Getty Images
Bloomberg via Getty Images
Yannis Stournaras, governor of the Bank of Greece, speaks during his address at the London School of Economics (LSE) in London, U.K., on Wednesday, March 25, 2015. The European Central Bank approved an increase of more than 1 billion euros ($1.1 billion) in the emergency funds available to Greek lenders, two people familiar with the decision said. Photographer: Chris Ratcliffe/Bloomberg via Getty Images

Κινδύνους στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας διαβλέπει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο κ. Στουρνάρας μιλώντας σε εκδήλωση της Young Presidents' Organization, ανέφερε ότι η ανάκαμψη αντιμετωπίζει διάφορες αντιξοότητες, που αφορούν πολιτικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την άνοδο του λαϊκισμού και της αντιευρωπαϊκής ρητορικής, την προσφυγική κρίση, την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από τη ΕΕ (Brexit) και τα προβλήματα που κληροδότησε η κρίση, δηλ. την υψηλή ανεργία και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.

Συνακόλουθα, τόνισε, απαιτούνται δράσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου για να βελτιωθεί το αναπτυξιακό δυναμικό και για να θωρακιστεί η Ελλάδα αλλά και ολόκληρη η ζώνη του Ευρώ, απέναντι σε μελλοντικές διαταραχές.

Ειδικότερα αναφερόμενος στην Ελλάδα ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε ότι αναγκαία προϋπόθεση της οικονομικής ανάκαμψης είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται στο νέο πρόγραμμα του ESM. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αναμένεται να ενθαρρύνουν την καινοτομία και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών αυξάνοντας τον ανταγωνισμό σε διαφόρους τομείς και προσελκύοντας νέες επενδύσεις, εγχώριες και ξένες.

Στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας των ελληνικών εξαγωγών, και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Το γεγονός αυτό θα καταστήσει διατηρήσιμη την εξάλειψη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που επιτεύχθηκε την τελευταία εξαετία, ενώ παράλληλα θα αυξήσει το δυνητικό προϊόν σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Επιπλέον, συμπλήρωσε ότι απαιτείται η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η ταχεία προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων είναι τα ισχυρότερα μέσα όχι μόνο για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας και την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και για την υποβοήθηση της δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.

Ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε ότι, είναι εφικτή η μείωση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου από πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και εξής σε 2% του ΑΕΠ, χωρίς να επηρεάζονται οι προοπτικές βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, εφόσον συνδυαστεί με ήπια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Αυτή η δημοσιονομική χαλάρωση θα έχει ευεργετικές επιδράσεις στην ελληνική οικονομία, καθώς θα καταστήσει δυνατή τη μείωση της φορολογίας και την απελευθέρωση πόρων για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ θα καταστήσει τους δημοσιονομικούς στόχους οικονομικά και κοινωνικά εφικτούς, υποστήριξε ο διοικητής της ΤτΕ.

Ειδικότερα διοικητής της ΤτΕ, όπως αναφέρει η «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» υπογραμμίζει πως «αναγκαία προϋπόθεση της οικονομικής ανάκαμψης είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται στο νέο πρόγραμμα του ESM. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αναμένεται να ενθαρρύνουν την καινοτομία και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών αυξάνοντας τον ανταγωνισμό σε διαφόρους τομείς και προσελκύοντας νέες επενδύσεις, εγχώριες και ξένες».

«Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που βρίσκομαι μαζί σας σήμερα και έχω την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις για τα μέτρα πολιτικής που θα ήταν σκόπιμο να λάβουν η Ελλάδα και η ζώνη του ευρώ για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που κληροδότησε η κρίση και να διασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη ευημερία των πολιτών».

1. Σύντομη επισκόπηση της κρίσης στην Ελλάδα και τη ζώνη του ευρώ

Η κρίση στη ζώνη του ευρώ μπορεί να θεωρηθεί ως μια κρίση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μέχρι το 2008, οι ροές κεφαλαίων από τις χώρες του πυρήνα της ζώνης του ευρώ κατευθύνονταν σε επενδύσεις στους τομείς των μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών (δημόσια κατανάλωση και οικιστικά ακίνητα) στις χώρες της περιφέρειας.

Η αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης, δημόσιας και ιδιωτικής, ασκούσε ανοδικές πιέσεις στους μισθούς και τις τιμές, υπονομεύοντας την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγικές επιδόσεις και επιδεινώνοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της περιφέρειας. Με την πάροδο του χρόνου, συσσωρεύονταν ανισορροπίες όσον αφορά το χρέος, καθώς ο δημόσιος ή και ο ιδιωτικός τομέας των χωρών της περιφέρειας αποκτούσε υπερβολική μόχλευση. Αποτέλεσμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 ήταν η ξαφνική διακοπή των εισροών κεφαλαίων στις χώρες της περιφέρειας, η οποία προκάλεσε κρίση δημόσιου χρέους στην Ελλάδα και τραπεζικές κρίσεις στην Ισπανία και την Ιρλανδία, όπου οι αγορές ακινήτων κατέρρευσαν.

Στην Ελλάδα, η κρίση δημόσιου χρέους έπληξε την ευρωστία των τραπεζών, καθιστώντας πιο ευάλωτο το χρηματοπιστωτικό τομέα και οδηγώντας σε τραπεζική κρίση. Στην Ιρλανδία και, σε μικρότερο βαθμό, στην Ισπανία, η τραπεζική κρίση εξασθένισε το Δημόσιο.

Καθώς οι τράπεζες και οι κυβερνήσεις έπαψαν να έχουν πρόσβαση στις αγορές, τα κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα αντικαταστάθηκαν από χρηματοδότηση από τον επίσημο τομέα, η οποία συνοδευόταν από αυστηρά προγράμματα προσαρμογής για τη διόρθωση των ανισορροπιών των ροών – δηλ. των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Για την Ελλάδα τουλάχιστον, οι επιπτώσεις ήταν σοβαρές – μείωση του ΑΕΠ άνω του 25% και μεγάλη αύξηση της ανεργίας. Αυτή η επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος προκάλεσε προβλήματα στην εξυπηρέτηση του χρέους νοικοκυριών και επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα την άνοδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η οποία έπληξε την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών. Παρόμοιες επιπτώσεις, αν και λιγότερο σοβαρές, παρατηρήθηκαν και στις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας.

Συνεπώς, οι γενεσιουργές αιτίες της κρίσης στη ζώνη του ευρώ και οι καθυστερήσεις και ασυνέχειες στην ανάκαμψη αντανακλούν ανεπάρκειες ως προς τη μακροπροληπτική εποπτεία, όπως ονομάζεται σήμερα, αστοχίες των κυβερνήσεων, ιδίως στο δημοσιονομικό τομέα, και μια σειρά από διαρθρωτικές αδυναμίες σε επίπεδο επιμέρους κρατών-μελών, αλλά και στο σχεδιασμό της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, αν την περίοδο προ της κρίσης διαθέταμε τα εργαλεία μακροπροληπτικής εποπτείας που χρησιμοποιούμε σήμερα, η κρίση κατά πάσα πιθανότητα θα είχε αποφευχθεί.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την υπερβολική εξάρτηση από την τραπεζική χρηματοδότηση στη ζώνη του ευρώ, η οποία, καθώς το τραπεζικό σύστημα είχε εξασθενήσει λόγω της κρίσης, καθυστέρησε την ανάκαμψη. Παράλληλα, οι δυσκαμψίες των αγορών εργασίας και προϊόντων στις χώρες της ζώνης του ευρώ, καθώς και οι αδυναμίες του θεσμικού πλαισίου για τη διαχείριση και διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (π.χ. χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες, ανεπαρκής πτωχευτική νομοθεσία) καθυστέρησαν την τόσο αναγκαία προσαρμογή.

Ατέλειες υπήρχαν και στον αρχικό σχεδιασμό της νομισματικής ένωσης. Πρώτον, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν κατόρθωσε να αποτρέψει τη διόγκωση του δημόσιου χρέους στο διάστημα πριν από την κρίση. Δεύτερον, δεν υπήρχε παρακολούθηση και έλεγχος των μακροοικονομικών ανισορροπιών και της εξέλιξης του ιδιωτικού χρέους. Τέλος, όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση το 2010, τα εργαλεία διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων στη ζώνη του ευρώ ήταν από υποτυπώδη έως ανύπαρκτα λόγω των ανησυχιών για ηθικό κίνδυνο και λόγω της έλλειψης ενός κατάλληλου θεσμικού πλαισίου. Στη θεσμική συγκρότηση της ΟΝΕ δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για επιμερισμό των κινδύνων.

2. Μέτρα πολιτικής των αρχών στην Ελλάδα και τη ζώνη του ευρώ

Τα τελευταία χρόνια τόσο η Ελλάδα όσο και η ζώνη του ευρώ έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στην αντιμετώπιση των αιτιών που οδήγησαν στην κρίση, ενώ παράλληλα η ΕΚΤ έχει προβεί σε αποφασιστικές ενέργειες για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και τη στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης στη ζώνη του ευρώ.

2.1 Η οικονομική προσαρμογή στην Ελλάδα την τελευταία εξαετία

Τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα από το 2010 πέτυχαν την εξάλειψη των μεγάλων μακροοικονομικών και δημοσιονομικών ανισορροπιών, παρά τις όποιες καθυστερήσεις και αστοχίες. Αναλυτικότερα: 

Το υψηλό πρωτογενές έλλειμμα, το οποίο το 2009 είχε υπερβεί το 10% του ΑΕΠ, μετατράπηκε σε πλεόνασμα.

Αντιμετωπίστηκαν το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο, η απώλεια ανταγωνιστικότητας, καθώς και οι δυσκαμψίες και οι φραγμοί στην αγορά εργασίας, μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και προϊόντων, καθώς και στη δημόσια διοίκηση.

Σημειώθηκε επίσης αναδιάρθρωση των κλάδων παραγωγής υπέρ των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Επιπλέον, οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν και επιτεύχθηκε σημαντική αναδιάταξη του τραπεζικού τομέα υπό δυσμενείς συνθήκες, ενώ ελήφθησαν διάφορα μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

2.2 Μέτρα που ελήφθησαν στη ζώνη του ευρώ για την ενίσχυση της διακυβέρνησης της ΟΝΕ και την αντιμετώπιση της κρίσης

Μετά την ad hoc δανειακή διευκόλυνση για το πρώτο πρόγραμμα χρηματοδότησης της Ελλάδος, σε επίπεδο ζώνης ευρώ ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) με σκοπό την παροχή οικονομικής στήριξης σε χώρες που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, το οποίο αντικαταστάθηκε από τον πολύ ισχυρότερο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) τον Οκτώβριο του 2012.

Αντιδρώντας στο φαύλο κύκλο μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου, καθώς και στη μετάδοση της κρίσης μεταξύ των εθνικών χρηματοπιστωτικών αγορών, το 2012 οι Ευρωπαίοι ηγέτες έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία για τη δημιουργία της Τραπεζικής Ένωσης. Οι τρεις πυλώνες της Τραπεζικής Ένωσης είναι ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός, ο Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης και ένα κοινό Σύστημα Ασφάλισης των Καταθέσεων, το οποίο δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα.

Σημαντική πρόοδος επίσης επιτεύχθηκε ως προς την εποπτεία της δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ενισχύθηκε σημαντικά με την υιοθέτηση δέσμης νομοθετικών μέτρων (του λεγόμενου “Six Pack”) , ενώ η παρακολούθηση και ο συντονισμός ενισχύθηκαν μέσω του λεγόμενου “Two Pack”. Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, η Διαδικασία Μακροοικονομικών Ανισορροπιών και οι ειδικές ανά χώρα συστάσεις συνέβαλαν στην ισχυροποίηση της μακροοικονομικής εποπτείας.

Τέλος, η ΕΚΤ, για την αντιμετώπιση των ισχυρών και επίμονων αποπληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία της ζώνης του ευρώ, εφάρμοσε και συνεχίζει να εφαρμόζει ένα ευρύ φάσμα μη συμβατικών μέτρων. Σε μεγάλο βαθμό, τα μέτρα αυτά βοήθησαν στη βελτίωση των χρηματοδοτικών συνθηκών και στήριξαν την ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ. Επίσης σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας εργαλεία μακροπροληπτικής πολιτικής για την διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

3. Τα επόμενα βήματα

Οι τρέχουσες προβλέψεις δείχνουν σταδιακή ανάκαμψη τόσο στην Ελλάδα όσο και στη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, η ανάκαμψη αντιμετωπίζει διάφορες αντιξοότητες, που αφορούν πολιτικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την άνοδο του λαϊκισμού και της αντιευρωπαϊκής ρητορικής, την προσφυγική κρίση, την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από τη ΕΕ (Brexit) και τα προβλήματα που κληροδότησε η κρίση, δηλ. την υψηλή ανεργία και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.

Εν όψει αυτών των κινδύνων και προκλήσεων, οι επόμενες κινήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να βελτιωθεί το αναπτυξιακό δυναμικό και για τη θωράκιση της Ελλάδος και της ζώνης του ευρώ απέναντι σε μελλοντικές διαταραχές, καθώς και αυξημένο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, σύγκλιση και επιμερισμό των κινδύνων εντός της ΟΝΕ.

3.1 Δράσεις για να βελτιωθούν οι αναπτυξιακές προοπτικές και να καταστούν η Ελλάδα και η ζώνη του ευρώ ανθεκτικότερες σε μελλοντικές διαταραχές

Όπως επισημαίνεται στην Έκθεση των Πέντε Προέδρων, οι οικονομίες της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να είναι ικανές για εσωτερική απορρόφηση των διαταραχών. Για να αναπτυχθεί αυτή η ικανότητα χρειάζεται να αρθούν οι δυσκαμψίες στις αγορές εργασίας, προϊόντων και κεφαλαίων, ούτως ώστε ο μηχανισμός προσαρμογής των σχετικών τιμών να μπορεί να λειτουργεί ευέλικτα και έγκαιρα (ελλείψει της δυνατότητας προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας) και οι πόροι να ανακατανέμονται χωρίς καθυστέρηση στις πλέον παραγωγικές χρήσεις.

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και προϊόντων, καθώς και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της λειτουργίας του δημόσιου τομέα, θα προσελκύσουν ιδιωτικές επενδύσεις, θα αυξήσουν την απασχόληση, την παραγωγικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και θα καταστήσουν την οικονομία ανθεκτικότερη σε μελλοντικές διαταραχές.

Επιπλέον, ορισμένες από αυτές τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. η μείωση της γραφειοκρατίας) θα αυξήσουν τις προσδοκίες για τα μελλοντικά εισοδήματα και έτσι θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη και τη ζήτηση βραχυπρόθεσμα, στηρίζοντας την ανάκαμψη. Επίσης, οι πολιτικές που αυξάνουν τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και μειώνουν τη διαρθρωτική ανεργία είναι απαραίτητες για την τόνωση της μελλοντικής ανάπτυξης και απασχόλησης.

Στην Ελλάδα, αναγκαία προϋπόθεση της οικονομικής ανάκαμψης είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται στο νέο πρόγραμμα του ESM. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αναμένεται να ενθαρρύνουν την καινοτομία και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών αυξάνοντας τον ανταγωνισμό σε διαφόρους τομείς και προσελκύοντας νέες επενδύσεις, εγχώριες και ξένες.

Αυτές οι εξελίξεις θα βελτιώσουν την ποιότητα των ελληνικών εξαγωγών, θα διευρύνουν την εξαγωγική βάση και θα ενισχύσουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Το γεγονός αυτό θα καταστήσει διατηρήσιμη την εξάλειψη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που επιτεύχθηκε την τελευταία εξαετία, ενώ παράλληλα θα αυξήσει το δυνητικό προϊόν σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Επιπλέον, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η ταχεία προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων είναι τα ισχυρότερα μέσα όχι μόνο για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας και την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και για την υποβοήθηση της δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Το Ελληνικό Δημόσιο, για ιστορικούς λόγους, έχει στην κυριότητά του ακίνητα, η αξιοποίηση των οποίων μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις και να μειώσει το δημόσιο χρέος. Είναι μια ευκαιρία που παραμένει ανεκμετάλλευτη, αλλά καθιστά αναγκαία τη θέσπιση κατάλληλης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης.

Παράλληλα με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, και προκειμένου να διευκολυνθεί η τρέχουσα ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ μέσω της επιτάχυνσης των χορηγήσεων, είναι επιτακτική η ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος της υπερχρέωσης του ιδιωτικού τομέα. Το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αφενός μειώνει την κερδοφορία των τραπεζών και έτσι δυσχεραίνει την προσφορά πιστώσεων, κάτι το οποίο πλήττει κατά κύριο λόγο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες εξαρτώνται από τις τράπεζες για χρηματοδότηση, και αφετέρου καθυστερεί την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων και έτσι περιορίζει τη δυνατότητα των βιώσιμων επιχειρήσεων να χρηματοδοτήσουν νέα επενδυτικά προγράμματα.

Το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο μετά την Κύπρο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στην Ευρώπη, το οποίο στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2016 ανερχόταν στο 45% του συνόλου των ανοιγμάτων ή σε 108,7 δισεκ. ευρώ.

Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη διάφορες πρωτοβουλίες για την καθιέρωση ενός πλαισίου διευθέτησης του ιδιωτικού χρέους που θα χαρακτηρίζεται από ταχύτερες και αποτελεσματικότερες διαδικασίες.

Αυτές οι πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

(α) την πρόσφατα ψηφισθείσα τροποποίηση του ν. 4354/2015, η οποία ανοίγει το δρόμο για τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων,

(β) τη θέσπιση ενισχυμένου πλαισίου για τον εξωδικαστικό διακανονισμό του χρέους και της προπτωχευτικής διαδικασίας,

(γ) την άρση μιας σειράς φορολογικών εμποδίων για δανειολήπτες και δανειστές,

(δ) την πρόσφατη αναθεώρηση του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών με σκοπό τη διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και, όπου ενδείκνυται, ευελιξία στην αντιμετώπιση των συνεργάσιμων δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξυπηρέτηση του χρέους τους,

(ε) τις τροποποιήσεις της νομοθεσίας με σκοπό να εξασφαλιστεί η συνεργασία των παλαιών μετόχων στην αναδιάρθρωση των επιχειρήσεών τους,

(στ) την εισαγωγή ενός πλαισίου συνολικής παρακολούθησης των δραστηριοτήτων των τραπεζών στον τομέα της διευθέτησης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και, τέλος,

(ζ) μια σειρά από στόχους και βασικούς δείκτες επιδόσεων με σκοπό τη μείωση του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά 40% μέχρι το τέλος του 2019.

3.2 Μεταρρυθμίσεις του θεσμικού πλαισίου της ΟΝΕ που προάγουν το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, τη σύγκλιση και τον επιμερισμό των κινδύνων

Ο μηχανισμός προσαρμογής στο πλαίσιο της ΟΝΕ θα πρέπει να ρυθμιστεί ώστε να εξασφαλίζεται ότι θα λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά για τις χώρες με συνεχή ελλείμματα στο εξωτερικό ισοζύγιο και για τις χώρες με συνεχή πλεονάσματα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Προς το σκοπό αυτό, η Διαδικασία Μακροοικονομικών Ανισορροπιών θα πρέπει να ενισχυθεί και να ενθαρρύνει μεταρρυθμίσεις στις χώρες που έχουν συσσωρεύσει μεγάλα και συνεχή πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι χώρες που επλήγησαν από την κρίση έχουν βελτιώσει τις εξωτερικές τους θέσεις λόγω αφενός της αύξησης των εξαγωγών χάρη στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και αφετέρου της μείωσης των εισαγωγών εξαιτίας της ύφεσης της οικονομίας. Αντίθετα, οι χώρες που είχαν πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πριν από την κρίση δεν συνέβαλαν στην τόσο αναγκαία αναδιάρθρωση λόγω της ανεπαρκούς εγχώριας ζήτησης και του χαμηλού αναπτυξιακού δυναμικού.

Ο επιμερισμός των κινδύνων στο πλαίσιο της ΟΝΕ θα πρέπει να ενισχυθεί στο πνεύμα των προτάσεων της Έκθεσης των Πέντε Προέδρων. Ο επιμερισμός των κινδύνων του ιδιωτικού τομέα μπορεί να γίνει μέσω δράσεων που θα οδηγήσουν σε μια πραγματική χρηματοπιστωτική ένωση με πλήρως ενοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές και αγορές κεφαλαίων. Μεταξύ αυτών των δράσεων είναι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης μέσω της δημιουργίας ενός κοινού Συστήματος Ασφάλισης των Καταθέσεων και της καθιέρωσης ενός αξιόπιστου κοινού μηχανισμού δημοσιονομικής στήριξης του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης που αποτελεί πυλώνα του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης. Τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία για να βελτιωθεί η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα και να σπάσει ο φαύλος κύκλος τραπεζών – Δημοσίου.

Μια γνήσια Ένωση των Κεφαλαιαγορών μπορεί να προωθηθεί μέσω νομοθετικών αλλαγών που θα επιβάλλουν εναρμόνιση με βέλτιστες πρακτικές για την τιτλοποίηση, τη λογιστική, το πτωχευτικό και το εταιρικό δίκαιο, τα περιουσιακά δικαιώματα κ.λπ.

Αυτές οι αλλαγές θα καταστήσουν δυνατή τη βαθύτερη ενοποίηση των αγορών ομολόγων και μετοχών και θα εξασφαλίσουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων (και ιδίως των μικρομεσαίων) στις αγορές κεφαλαίων, η οποία θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την τραπεζική χρηματοδότηση. Η Ένωση των Κεφαλαιαγορών θα ενισχύσει τις διασυνοριακές επενδύσεις και, ως εκ τούτου, τον επιμερισμό κινδύνων του ιδιωτικού τομέα μεταξύ των χωρών, καθώς θα χαλαρώσει η συσχέτιση των αποδόσεων των περιουσιακών στοιχείων και της πρόσβασης στις πιστώσεις με την εγχώρια οικονομική κατάσταση κάθε κράτους-μέλους.

Πέρα από την ενίσχυση των διαύλων επιμερισμού των κινδύνων του ιδιωτικού τομέα, απαιτείται και ένα εργαλείο δημοσιονομικής σταθεροποίησης στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο με σκοπό την απορρόφηση μεγάλων μακροοικονομικών διαταραχών, δηλ. επιμερισμός των κινδύνων του δημόσιου τομέα. Αυτό το εργαλείο θα παρέχει ουσιαστική ασφάλιση έναντι ασύμμετρων διαταραχών, ενώ σε περίπτωση συμμετρικών διαταραχών θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ενιαία νομισματική πολιτική, ιδίως όταν τα βασικά επιτόκια βρίσκονται σε μηδενικά επίπεδα.

Αν και επί του παρόντος η διάθεση για πλήρη δημοσιονομική ένωση φαίνεται περιορισμένη, υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι να προχωρήσουμε σύμφωνα με τις προτάσεις υπευθύνων χάραξης πολιτικής και ακαδημαϊκών.

Επί παραδείγματι, με την αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων (Σχέδιο Juncker), σύμφωνα και με τις προτάσεις της Έκθεσης των Πέντε Προέδρων, ένα κοινό σύνολο ευρωπαϊκών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων σε ολόκληρη την ΕΕ θα μπορούσε να δώσει την ώθηση για μεγαλύτερη ενοποίηση στο μέλλον. Αυτά τα ευρωπαϊκά κεφάλαια θα μπορούσαν ενδεχομένως να προέλθουν από ευρωομόλογα που θα εκδίδει ο ESM.

Εναλλακτικές επιλογές είναι ένα κοινό σύστημα ασφάλισης ανέργων, το οποίο θα χρηματοδοτείται μέσω εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ή ένα ταμείο γενικού σκοπού για τις “δύσκολες μέρες”, το οποίο θα χρηματοδοτείται με ετήσιες εισφορές των κρατών-μελών στις περιόδους άνθησης της οικονομίας.

Για να αποφευχθεί το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου, ο επιμερισμός κινδύνων του δημόσιου τομέα θα πρέπει να συνδυάζεται με στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και μπορεί να συνδέεται με την εφαρμογή ειδικών ανά χώρα συστάσεων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και με υγιείς και υπεύθυνες δημοσιονομικές πολιτικές σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες της ΕΕ.

 

4. Συμπεράσματα και τελικές παρατηρήσεις

Κλείνοντας, θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα και η ζώνη του ευρώ πράγματι βρίσκονται σε σταυροδρόμι, καθώς αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις και κινδύνους την προσεχή περίοδο. Μερικές από τις προκλήσεις είναι πολιτικής φύσεως και σχετίζονται με τις λαϊκίστικες και αντιευρωπαϊκές απόψεις που ακούγονται με αφορμή το κύμα προσφύγων, ενώ άλλες σχετίζονται με τα προβλήματα που κληροδότησε η κρίση της ζώνης του ευρώ. Τα τελευταία χρόνια επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος τόσο στην Ελλάδα όσο και στη ζώνη του ευρώ, ενώ η διευκολυντική νομισματική πολιτική στηρίζει την ανάκαμψη.

Όμως, επιβάλλεται να γίνουν ακόμη περισσότερα, με σκοπό την εντατικοποίηση των προσπαθειών για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την παροχή κινήτρων για επενδύσεις, ούτως ώστε να στηριχθεί η ανάκαμψη και να ενισχυθούν η ανάπτυξη και η απασχόληση μεσομακροπρόθεσμα.

Όσον αφορά την Ελλάδα, η σταδιακή χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της εμπιστοσύνης και της ρευστότητας, αναμένεται να συμβάλει στην εξομάλυνση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Επίσης, η δέσμευση των Ευρωπαίων εταίρων μας να λάβουν μέτρα για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους βραχυπρόθεσμα έως μεσομακροπρόθεσμα αποτελεί θετική εξέλιξη. Όμως, τα προβλεπόμενα μέτρα διαχείρισης του δημόσιου χρέους χρειάζεται να εξειδικευθούν, να ποσοτικοποιηθούν και να εφαρμοστούν με εμπροσθοβαρή τρόπο. Αυτό θα ενισχύσει την αξιοπιστία και την αποδοχή των ασκούμενων πολιτικών, συμβάλλοντας περαιτέρω στην παγίωση του κλίματος εμπιστοσύνης και την ενίσχυση της οικονομικής ανάκαμψης.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι εφικτή η μείωση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου από πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και εξής σε 2% του ΑΕΠ, χωρίς να επηρεάζονται οι προοπτικές βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, εφόσον συνδυαστεί με ήπια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Αυτή η δημοσιονομική χαλάρωση θα έχει ευεργετικές επιδράσεις στην ελληνική οικονομία, καθώς θα καταστήσει δυνατή τη μείωση της φορολογίας και την απελευθέρωση πόρων για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ θα καταστήσει τους δημοσιονομικούς στόχους οικονομικά και κοινωνικά εφικτούς.

Οι παραπάνω δράσεις θα προσελκύσουν ξένες άμεσες επενδύσεις και θα θέσουν σε κίνηση έναν ενάρετο κύκλο που θα σηματοδοτήσει την έξοδο από την ύφεση και τη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας.

Η ολοκλήρωση της ΟΝΕ στις κατευθύνσεις που προτείνει η Έκθεση των Πέντε Προέδρων, μέσω του στενότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και της διεύρυνσης του επιμερισμού των κινδύνων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, είναι προϋπόθεση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της ΟΝΕ και της μακροπρόθεσμης ευημερίας των κρατών-μελών της.

Τέλος, η ζώνη του ευρώ, καθώς και άλλες περιοχές του κόσμου, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν ορισμένες από τις ανεπιθύμητες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής προόδου. Η αδυναμία αντιμετώπισης της ανεργίας, οι μειώσεις των μισθών, οι αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες και η φοροδιαφυγή – η οποία σχετίζεται κατά κύριο λόγο με εξωχώριες δραστηριότητες που διαφεύγουν τον έλεγχο – οδηγούν σε αυτό που περιγράφεται ως «αποτυχία των ελίτ» και σε άνοδο του λαϊκισμού παγκοσμίως.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ - ΜΠΕ, ΗΜΕΡΗΣΙΑ