ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
27/01/2017 17:03 EET | Updated 27/01/2017 17:04 EET

Economist: Οι πολυεθνικές σε μπελάδες- «εκπληκτικά ευάλωτες σε επιθέσεις»

Easyturn via Getty Images
Map pin flat above city scape and network connection concept

Οι πολυεθνικές εταιρείες- για πολλά χρόνια μια έννοια που αποτελούσε συνώνυμο της πλέον «σκληρής» όψης του καπιταλιστικού συστήματος- έχουν βρεθεί πολλάκις στο «στόχαστρο» του νέου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, που τις κατηγορεί ότι εξαφάνισαν θέσεις εργασίας από τις ΗΠΑ, μεταφέροντάς τες στο εξωτερικό. Η απάντησή του είναι να επιδιώξει να τις φέρει πίσω, προσελκύοντάς τες με χαμηλότερη φορολογία, επιβάλλοντας δασμούς και κανόνες που θα δυσχεραίνουν τη λειτουργία των διασυνοριακών αλυσίδων προμηθευτών τους και επανεξετάζοντας εμπορικές συμφωνίες. Για να αποφύγουν την «τιμωρία», το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να μείνουν στις ΗΠΑ, είπε ο ίδιος σε κορυφαία στελέχη εταιρειών αυτή την εβδομάδα.

Όπως σημειώνεται σε δημοσίευμα του Economist, ο Τραμπ είναι ασυνήθιστα επιθετικός όσον αφορά στο πώς προωθεί την ατζέντα του προστατευτισμού, ωστόσο «από πολλές απόψεις, έχει μείνει πίσω».

«Οι πολυεθνικές εταιρείες, οι παράγοντες πίσω από την παγκοσμιοποίηση, ήταν ήδη σε υποχώρηση πριν τις λαϊκιστικές επαναστάσεις του 2016. Οι οικονομικές τους επιδόσεις έχουν πέσει τόσο ώστε πλέον δεν επικρατούν επί των τοπικών εταιρειών. Πολλές φαίνονται να έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητές τους να περικόπτουν κόστη και φόρους και να είναι πιο μπροστά από τους τοπικούς ανταγωνιστές. Οι ομοβροντίες του Τραμπ έχουν στόχο εταιρείες που είναι εκπληκτικά τρωτές και, σε πολλές περιπτώσεις, ήδη επιστρέφουν. Οι επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο θα είναι εντυπωσιακές» αναφέρεται σχετικά.

Όπως σημειώνει ο Economist, οι πολυεθνικές (δηλαδή οι εταιρείες που διατηρούν μεγάλο μέρος των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων εκτός της έδρας τους) απασχολούν μόνο 1 στους 50 εργαζομένους του κόσμου. «Αλλά έχουν σημασία. Λίγες χιλιάδες εταιρείες επηρεάζουν τι βλέπουν, φορούν και τρώνε δισεκατομμύρια άνθρωποι...συντονίζουν τις αλυσίδες προμηθευτών που αντιπροσωπεύουν το 50% του συνόλου του εμπορίου. Κατέχουν το 1/3 της αξίας των χρηματιστηρίων του κόσμου και έχουν τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά στην πνευματική ιδιοκτησία, από σχέδια εσωρούχων μέχρι λογισμικό εικονικής πραγματικότητας και φάρμακα για τον διαβήτη».

Η άνθησή τους σημειώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, καθώς «άνοιγαν» η Κίνα και οι χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ και λάμβανε χώρα η ενοποίηση της Ευρώπης. «Στους επενδυτές άρεσαν οι οικονομίες κλίμακας και αποδοτικότητας των πολυεθνικών. Αντί να λειτουργούν ως εθνικά φέουδα, εξάπλωσαν τις λειτουργίες τους. Ένα κινεζικό εργοστάσιο μπορεί να χρησιμοποιεί εργαλεία από τη Γερμανία, να έχει ιδιοκτήτες στις ΗΠΑ, να πληρώνει φόρους στο Λουξεμβούργο και να πουλά στην Ιαπωνία. Οι κυβερνήσεις του πλούσιου κόσμου ονειρεύονταν οι εθνικοί “πρωταθλητές” τους να γίνουν πρωταθλητές κόσμου. Οι κυβερνήσεις του αναπτυσσόμενου κόσμου καλωσόριζαν τις θέσεις εργασίας, τις εξαγωγές και την τεχνολογία που έφερναν οι πολυεθνικές. Ήταν μια χρυσή εποχή».

Ωστόσο, η φήμη του πολυεθνικού μοντέλου ως μιας ανώτερης «μηχανής χρήματος» πλήττεται, καθώς μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια τα κέρδη των πολυεθνικών πέφτουν κατά 25%. Οι επιστροφές κεφαλαίου βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο τους εδώ και δύο δεκαετίες. «Το ισχυρό δολάριο και οι χαμηλές τιμές πετρελαίου εξηγούν εν μέρει την πτώση. Οι σούπερσταρ της τεχνολογίας και οι καταναλωτικές φίρμες με τα δυνατά brands εξακολουθούν να ευημερούν. Αλλά η ζημιά είναι πολύ εξαπλωμένη και παρατεταμένη για να θεωρηθεί προσωρινό φαινόμενο. Σχεδόν το 40% όλων των πολυεθνικών έχουν απόδοση ιδίων κεφαλαίων κάτω του 10%- μέτρο σύγκρισης για χαμηλή απόδοση. Στις περισσότερες από τις βιομηχανίες αναπτύσσονται πιο αργά και είναι λιγότερο κερδοφόρες από τοπικές φίρμες που έμειναν στην περιοχή τους. Το μερίδιο των παγκοσμίων κερδών που αντιστοιχεί στις πολυεθνικές έπεσε από 35% πριν από μια δεκαετία στο 30%. Για πολλές εταιρείες η διεθνής δραστηριότητα έχει γίνει βάρος, όχι πλεονέκτημα».

Όπως αναφέρει ο Economist, αυτό συμβαίνει επειδή κλείνει ένα «παράθυρο διαιτησίας» 30 ετών, καθώς οι φορολογικές τους επιβαρύνσεις έχουν πάει όσο κάτω γινόταν να πάνε, ενώ στην Κίνα ανεβαίνουν οι μισθοί των εργατών. Επίσης, οι τοπικές φίρμες εξελίσσονται, καθώς μπορούν να «κλέβουν, αντιγράφουν ή εκτοπίζουν τις καινοτομίες των πολυεθνικών χωρίς να στήνουν ακριβά γραφεία και εργοστάσια στο εξωτερικό. Από την αμερικανική βιομηχανία σχιστολιθικού αερίου/ πετρελαίου μέχρι τον βραζιλιάνικο τραπεζικό τομέα, από το κινεζικό e-commerce μέχρι τις ινδικές τηλεπικοινωνίες, οι εταιρείες που βρίσκονται πιο μπροστά είναι τοπικές, όχι πολυεθνικές».

Επίσης, τα πράγματα επηρεάζονται από τις πολιτικές εξελίξεις, με τον Τραμπ να αποτελεί απλά την τελευταία εκδήλωση του φαινομένου: Η Κίνα θέλει οι πολυεθνικές να έχουν όχι απλά τις γραμμές προμηθευτών τους εκεί, αλλά και τις πιο «έξυπνες» δραστηριότητές τους, όπως η έρευνα και ανάπτυξη. «Πέρυσι, η Ευρώπη και η Αμερική συγκρούστηκαν για τα 13 δισ. δολάρια σε φόρους που η Apple και η Pfizer πληρώνουν ετησίως. Από τη Γερμανία ως την Ινδονησία...οι κανόνες γίνονται πιο “σφιχτοί”».

Όπως εκτιμά ο Economist, ο Τραμπ απλά θα επιταχύνει τη δύσκολη διαδικασία της αναδιαμόρφωσης. «Κάποιες εταιρείες είναι απλά πολύ μεγάλες- θα πρέπει να μικρύνουν τις αυτοκρατορίες τους. Οι General Electric και Siemens καθιστούν “τοπικές” τις γραμμές προμηθευτών, την παραγωγή, τις δουλειές και τους φόρους, σε τοπικές ή εθνικές μονάδες. Άλλη μια στρατηγική είναι να καθίστανται “άυλες”: Τα μεγάλα αστέρια της Σίλικον Βάλεϊ, από την Uber ως τη Google, επεκτείνονται ακόμα στο εξωτερικό. Εταιρείες φαστ φουντ και αλυσίδες ξενοδοχείων...αρχίζουν να πωλούν δικαιώματα branding. Αλλά τέτοιες “εικονικές” πολυεθνικές είναι ακόμα τρωτές στην άνοδο του λαϊκισμού, επειδή δημιουργούν λίγες άμεσες θέσεις εργασίας, πληρώνουν λίγους φόρους και δεν προστατεύονται από εμπορικούς κανόνες που έχουν να κάνουν με “φυσικά” αγαθά».

Η υποχώρηση αυτή, σημειώνεται, θα δώσει στους πολιτικούς την αίσθηση του μεγαλύτερου ελέγχου, καθώς οι εταιρείες υπόσχονται να υπακούν. «Αλλά δεν μπορεί κάθε χώρα να αποκτήσει μεγαλύτερο μερίδιο της ίδιας παραγωγής, θέσεων εργασίας και φόρων. Και το ραγδαίο “ξήλωμα” της κυρίαρχης μορφής επιχειρηματικής δραστηριότητας των τελευταίων 20 ετών θα μπορούσε να είναι χαοτικό. Πολλές χώρες με εμπορικά ελλείμματα βασίζονται στη ροή κεφαλαίων που φέρνουν οι πολυεθνικές. Αν τα κέρδη των εταιρειών πέσουν και άλλο, μάλλον θα πέσει και η αξία των χρηματιστηρίων».

Όσον αφορά στους καταναλωτές και ψηφοφόρους; «Αγγίζουν οθόνες, φορούν ρούχα και διατηρούνται υγιείς από τα προϊόντα εταιρειών τις οποίες θεωρούν ανήθικες, εκμεταλλευτές και απόμακρες. Η χρυσή εποχή των πολυεθνικών ήταν επίσης μια χρυσή εποχή για τις επιλογές των καταναλωτών και την αποδοτικότητα. Η πτώση της μπορεί κάνει τον κόσμο να μοιάζει πιο δίκαιος. Αλλά η υποχώρηση των πολυεθνικών δεν μπορεί να φέρει πίσω όλες τις θέσεις εργασίας που υπόσχονται ο Τραμπ και οι άλλοι σαν αυτόν. Και θα σημαίνει υψηλότερες τιμές, μείωση του ανταγωνισμού και επιβράδυνση της καινοτομίας. Σε βάθος χρόνου, εκατομμύρια μικρές εταιρείες που επιδίδονται σε διασυνοριακό εμπόριο θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις μεγάλες εταιρείες ως πηγές ιδεών και κεφαλαίου. Αλλά το βάρος τους είναι μικρό. Οι άνθρωποι μπορεί να βλέπουν κάποια στιγμή την εποχή που οι πολυεθνικές κυριαρχούσαν στον επιχειρηματικό κόσμο και να λυπούνται για το τέλος της».