ΤΟ BLOG
02/06/2015 10:36 EEST | Updated 02/06/2016 08:12 EEST

Πάντοτε εν Ολυμπία...

Το 1924, σε χρόνια ταραγμένα για την Ελλάδα, λίγο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων, ο αμερικανός διπλωμάτης Henry Morgenthau, πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, πρότεινε την περιφορά του Ερμή του Πραξιτέλους στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ με σκοπό τη συλλογή χρημάτων για να καλυφθεί το προσφυγικό δάνειο. Ταγμένος στην προσπάθεια να πείσει τους διεθνείς τραπεζίτες να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα για τους πρόσφυγες αλλά όσο και την ελληνική πολιτεία ώστε οι πρόσφυγες να αποκτήσουν γη, ο Μόργκενταου υποστήριζε πως οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι θα πλήρωναν όσο-όσο για να θαυμάσουν αυτό το μοναδικό αριστούργημα του Πραξιτέλους, ενώ η Ελλάδα θα κέρδιζε με το παραπάνω τα χρήματα που τότε ζητούσε να λάβει μέσω του προσφυγικού δανείου.

Archive

Στις 7 Μαΐου 1877, στον τρίτο χρόνο της μεγάλης ανασκαφής της Ολυμπίας, τα μέλη της ανασκαφικής ομάδας είχαν τη χαρά μιας ακόμα σημαντικής ανακάλυψης μετά από τα αετώματα του Ναού του Διός. Στο σηκό του Ναού της Ήρας «εξεχώσθη λαμπρόν σύμπλεγμα, Ερμής βαστάζων Διόνυσον, ήκιστα βεβλαμμένον κατά την ρίνα και τον πόδα. Την αξίαν του ευρήματος θα εκτιμήση ο αναγνώστης, όταν μάθη, ότι ο Παυσανίας αναφέρει σύμπλεγμα Ερμού και Διονύσου, έργον Πραξιτέλους» (Μέριμνα, αρ. φ. 1496, 10/05/1877).

Το εύρημα γέννησε ευθύς εξ αρχής τον ενθουσιασμό -όχι μόνον των αρχαιολόγων και αρχαιόφιλων, αλλά και του γενικού κοινού- ενώ η ιστορία της ανακάλυψής του έκανε κυριολεκτικά τον γύρο του κόσμου. Οι εφημερίδες της εποχής μετέφεραν τα νέα από τον Πύργο στην Αθήνα, κι από εκεί στο Βερολίνο. Η ομορφιά του αγάλματος, η σύνδεσή του με τον μεγάλο Πραξιτέλη και ο συσχετισμός με ένα χωρίο από τα Ηλειακά του Παυσανία προκάλεσαν τέτοιο ενδιαφέρον που για τους πρώτους μήνες μετά την εύρεσή του, στην Ολυμπία συνέρρεαν ειδικοί, προσωπικότητες της εποχής αλλά και περίεργοι για να τον θαυμάσουν.

Στα τέλη του ίδιου χρόνου δόθηκαν στη δημοσιότητα οι πρώτες φωτογραφίες -πρώτα στον Γερμανικό κι έπειτα στον Ελληνικό Τύπο- κι έτσι ο «μύθος» απέκτησε εικόνα. Η αρχικά διστακτική σύνδεση με τον μεγάλο γλύπτη έγινε βεβαιότητα -όχι μόνον από τους εξειδικευμένους επιστήμονες αλλά και από ορισμένους δημοσιογράφους που υπερθεμάτιζαν χάριν της είδησης. «Εξ Ολυμπίας εστάλη εις Βερολίνον η πρώτη φωτογραφία του αγάλματος του Ερμού του Πραξιτέλους», γράφει χαρακτηριστικά η Εφημερίς των Συζητήσεων και συνεχίζει: «Αναμφηρίστως, λέγει ο εκ Βερολίνου ανταποκριτής της Εφημερίδος της Κολωνίας, έχομεν προ ημών πρωτότυπον έργον του διασήμου καλλιτέχνου» (αρ. φ. 29, 29/12/1877).

Από το 1880, το αποσπασματικό γλυπτό άρχισε να συμπληρώνεται σταδιακά με νέα θραύσματα που στο μεταξύ έρχονταν στο φως και το 1885 τοποθετήθηκε στο πρώτο Μουσείο της Ολυμπίας, αποτελώντας το πιο αγαπητό του έκθεμα.

Η φήμη του Ερμή σύντομα ξεπέρασε τα όρια της Ολυμπίας. Αντίγραφα του συμπλέγματος κατασκευάστηκαν και τοποθετήθηκαν σε πολλά μέρη του κόσμου, βεβαίως και στην Ελλάδα. Ήταν, μάλιστα, τέτοιο το ενδιαφέρον για την απόκτηση εκμαγείων που οι εφημερίδες της εποχής διαφήμιζαν τους κατασκευαστές τους, όπως η Νέα Εφημερίς (αρ. φ. 128, 12/5/1883) κατά την οποία: «Ἐκμαγεῖα ἐκ γύψου τῆς προτομῆς τοῦ ἀγάλματος τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Πραξιτέλους, τοῦ ἐν Ὀλυμπίᾳ εὑρεθέντος, κατασκευάζει καὶ πωλεῖ ὁ δόκιμος τεχνίτης κ. Ν. Μαρτινέλλης». Επίσης, το 1891 ο αμερικανός ποιητής Herman Melville, ενθουσιασμένος με την πρόσφατη ανακάλυψη, αφιέρωσε στον Ερμή το ποίημα «Disinternment of the Hermes».

Με όλα αυτά, κατανοούμε γιατί η είδηση της πιθανής μετακίνησής του από το μικρό μουσείο της Ολυμπίας στην Αθήνα ξεσήκωσε την οργή των ντόπιων. Τον Μάιο του 1894, από τον φόβο των επαναλαμβανόμενων σεισμών, το Υπουργείο Παιδείας σκεπτόταν τη μεταφορά του σε ασφαλέστερο σημείο, στην Αθήνα. Την ίδια εποχή υποστηριζόταν από ορισμένους η άποψη πως ήταν σκόπιμο σημαντικές αρχαιότητες από όλην την Ελλάδα να συγκεντρωθούν και να εκτεθούν στο μεγάλο εθνικό μουσείο, διευκολύνοντας την επισκεψιμότητα και ενισχύοντας το ειδικό βάρος του εθνικού πολιτιστικού αποθέματος. Οι αντιδράσεις των ντόπιων σε αυτήν την προοπτική ήταν μαζικές και άμεσες. «... Επίκεινται εν Πύργω διαδηλώσεις κατά του διαθρυληθέντος μέτρου περί της εις Αθήνας μεταφοράς του εν Ολυμπία Ερμού του Πραξιτέλους. Αλλά το άγαλμα θα μείνη εκεί όπου ίσταται, και οι Πύργιοι ας ησυχάσωσιν» (Εφημερίς των Συζητήσεων, αρ. φ. 169, 14/5/1894).

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ερμής παρέμεινε το πιο προβεβλημένο έκθεμα της Ολυμπίας και η φράση «ἐθαυμάσαμεν τὸν Ἑρμῆν τοῦ Πραξιτέλους» συνδέθηκε με πλείστες όσες περιγραφές εκδρομών στην περιοχή. Παράλληλα, ως διεθνώς αναγνωρίσιμο έργο τέχνης, κόσμησε τα πρώτα αναμνηστικά γραμματόσχημα που σχεδιάστηκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, χαρτονομίσματα αλλά και αρκετούς δημόσιους χώρους.

Το 1924, σε χρόνια ταραγμένα για την Ελλάδα, λίγο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων, ο αμερικανός διπλωμάτης Henry Morgenthau, πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, πρότεινε την περιφορά του Ερμή του Πραξιτέλους στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ με σκοπό τη συλλογή χρημάτων για να καλυφθεί το προσφυγικό δάνειο. Ταγμένος στην προσπάθεια να πείσει τους διεθνείς τραπεζίτες να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα για τους πρόσφυγες αλλά όσο και την ελληνική πολιτεία ώστε οι πρόσφυγες να αποκτήσουν γη, ο Μόργκενταου υποστήριζε πως οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι θα πλήρωναν όσο-όσο για να θαυμάσουν αυτό το μοναδικό αριστούργημα του Πραξιτέλους, ενώ η Ελλάδα θα κέρδιζε με το παραπάνω τα χρήματα που τότε ζητούσε να λάβει μέσω του προσφυγικού δανείου.

Από τα δημοσιεύματα του ξένου Τύπου φαίνεται πως ο Πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπαναστασίου είχε υποσχεθεί στον Μόργκενταου πως θα αποδεχόταν την πρότασή του, ενώ και ο Υπουργός της Παιδείας κ. Λυμπερόπουλος είχε δηλώσει πως δεν απέρριπτε την περιφορά του αγάλματος, αρκεί αυτό «να μη γίνη προς συλλογήν χρημάτων αλλ΄ ίνα θαυμασθή η ελληνική τέχνη» (Καθημερινή, 11 Μαΐου 1924). Παρά τον καλό σκοπό που θα υπηρετούσε, η πρόταση του Μόργκενταου δεν έγινε δεκτή. Αντίθετα «εξηρέθησε και τους αρχαιολόγους αλλά και όλον τον κόσμον». Ο καλός σκοπός προσέκρουε στην αρχαιολογική νομοθεσία όσο και στο κοινό αίσθημα που αντιλαμβανόταν τις αρχαιότητες ως «κοινό κτήμα».

Το θέμα της μετακίνησης του Ερμή στο εξωτερικό επανήλθε το 1968. Αυτή τη φορά εισηγητής της πρότασης ήταν ο Α. Μάτσας, πρεσβευτής στην Ουάσινγκτον, ο οποίος πρότεινε στο ΥΠΕΞ να σταλεί ο Ερμής στη Διεθνή Εμποροπανήγυρη της Νέας Υόρκης. Η αιτιολόγηση της εισήγησής του προκαλεί σήμερα μια κάποια θυμηδία: «...Ο Ερμής κέκτηται έναντι της Gioconda και το πλεονέκτημα να έχη μίαν και μόνον υπηκοότηταν, καθαρώς ελληνικήν, ενώ η «Δέσποινα Λίζα» είναι παλαιά μεν Παρισινή αλλά Φλωρεντινή μέτοικος» (αναφ. προς ΥΠΕΞ 3345 δις/Δ18/27.9.1963). Ανίσχυρο ήταν, επίσης, το επιχείρημα πως τα έσοδα από τα εισιτήρια θα μπορούσαν να υπερκαλύψουν το κόστος ανέγερσης ελληνικού περιπτέρου στην εμποροπανήγυρη, να συμβάλουν στην εκτέλεση αρχαιολογικών έργων στην Ελλάδα αλλά και να επιτρέψουν την ανοικοδόμηση νέου κτιρίου γραφείων της πρεσβείας στην Ουάσινγκτον.

Το αίτημα απορρίφθηκε παμψηφεί από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο, με ισχυρή τεκμηρίωση και με την υπενθύμιση πως η μη αποστολή των αρχαίων ελληνικών έργων στο εξωετερικό δεν μειώνει το ηθικό γόητρο της Ελλάδας, αντίθετα ενισχύει το εξαιρετικόν της τέχνης της. Στη γνωμοδότησή του, το Συμβούλιο ανέφερε πως «... δεν δύναται να παρίδη και το δημόσιον αίσθημα, το οποίον σαφώς και απεριφράστως αντιτίθεται εις την τοιαύτην χρήσιν της εθνικής μας κληρονομιάς».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι προτάσεις για την προσωρινή μεταφορά αρχαιοτήτων σε ξένα μουσεία πλήθυναν και από το 1977 άνοιξε ο δρόμος για τη συμμετοχή εκθεμάτων από την Ελλάδα σε αυτές. Ωστόσο, ο Ερμής δεν απασχόλησε έκτοτε τη δημοσιότητα για τέτοιο λόγο. Η μόνη μεταφορά του ήταν εκείνη στο νέο μουσείο της Ολυμπίας γύρω στο 1980, από τα έμπειρα χέρια του αείμνηστου Στέλιου Τριάντη. Κατά τα λοιπά, παραμένει «πάντοτε εις Ολυμπίαν».

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

L.P. Cassimatis, American Influence in Greece 1917-1929 (Κεντ, Οχάιο 1988)

Α.Gentry κ.ά., Critical Companion to Herman Melville: A Literary Reference to His Life and Work (Νέα Υόρκη 2007)

X. Καρούζος, Μικρά κείμενα (επιμ. Β.Χ. Πετράκος, Αθήνα 1995) 316-319

Β.Χ. Πετράκος, «Οι ελληνικές αρχαιότητες: κειμήλια ή εμπόρευμα», Ο Μέντωρ 68 (2003) 97-106

Β.Χ. Πετράκος, Πρόχειρον Αρχαιολογικόν 1828 - 2012 (Αθήνα 2012)

G. Treu, Die Bildwerke von Olympia in Stein und Thon (Βερολίνο 1897)

D. Voudouri, "Greek legislation concerning the international movement of antiquities and its ideological and political dimensions", στο Δ. Δαμάσκος - Δ. Πλάντζος (επιμ.), A Singular Antiquity. Archaeology and Hellenic identity in twentieth-century Greece, Μουσείο Μπενάκη, 3rd Suppl., Αθήνα 2008, 125- 139

Sponsoed Post