ΤΟ BLOG
29/11/2014 10:09 EET | Updated 29/01/2015 07:12 EET

Η Πρόσβαση στα Φάρμακα στην ΕΕ ενόψει της επερχόμενης διατλαντικής εμπορικής σχέσης

Μόλις τον Οκτώβριο ολοκληρώθηκε ο 7ος γύρος διαπραγματεύσεων επί της επιδιωκόμενης Διατλαντικής Εμπορικής και Επενδυτικής Εταιρικής Σχέσης μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, γνωστότερης με το αγγλικό ακρώνυμο TTIP. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα μεγαλεπήβολο εγχείρημα που αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση, σε επίπεδο Διεθνούς Δικαίου, μιας εταιρικής σχέσης μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, η οποία, ανάμεσα σε άλλα, θα άρει τελωνειακούς δασμούς επί αγαθών και περιορισμούς επί της παροχής υπηρεσιών, θα βελτιστοποιήσει την πρόσβαση στις αγορές και θα διευκολύνει τις αμφίδρομες επενδύσεις.

Έχει ήδη χυθεί αρκετό μελάνι στην προσπάθεια ανάδειξης ενστάσεων προς την προοπτική υλοποίησης της TTIP. Η πιθανή ύπαρξη διατάξεων στο πλαίσιο της TTIP που θα επιτρέπουν την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών δια μέσου διεθνούς διαιτησίας αποτελεί την μεγαλύτερη εστία τριβής στο δημόσιο διάλογο. Οι πολέμιοι της TTIP αντιλαμβάνονται ένα τέτοιο μηχανισμό επίλυσης διαφορών ως τροχοπέδη στα κυριαρχικά δικαιώματα των εμπλεκομένων Κρατών.

Υπάρχει πληθώρα όμως διμερών και πολυμερών διακρατικών συνθηκών προστασίας των επενδύσεων εδώ και δεκαετίες, στις οποίες υπάρχουν ανάλογοι μηχανισμοί επίλυσης διαφορών. Το δυστυχές όμως στην περίπτωση της ΤΤΙΡ είναι πως με την αφηρημένη και μη στοχευμένη κριτική προς την ενσωμάτωση σε αυτήν ενός μηχανισμού επίλυσης διαφορών (που είναι αναγκαίος για την ενθάρρυνση των επενδύσεων και την εισροή κεφαλαίου), ελλοχεύει ο κίνδυνος να διαφεύγει της δημόσιας σφαίρας ένα γνήσια ανησυχητικό ζήτημα. Αυτό δεν είναι άλλο από την πρόσβαση των πολιτών στα φάρμακα.

Με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας συμπεριλήφθηκε στο πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο πως η δράση της ΕΕ θα αποβλέπει στη βελτίωση της δημόσιας υγείας και στη πρόληψη της ανθρώπινης ασθένειας σε όλες τις μορφές της και στην αποτροπή των πηγών κινδύνου για την σωματική και ψυχική υγεία. Στη δράση της ΕΕ ασφαλώς εμπερικλείεται και η πολιτική που εφαρμόζει η Επιτροπή σε εξωτερικές και εμπορικές υποθέσεις.

Υπό το πρίσμα εξέτασης της κατάστασης πραγμάτων που θα επιφέρει η ΤΤΙΡ, αναδεικνύεται ως ζήτημα νευραλγικής σημασίας το σύστημα ευρεσιτεχνιών (patents). Διεθνοποιημένο υπό την Συμφωνία για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου, γνωστής ως TRIPs, το σύστημα αυτό ασφαλώς αποτελεί το μεγαλύτερο κίνητρο για την ανάπτυξη φαρμάκων, καθότι παρέχει την απαραίτητη προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας των φαρμακευτικών.

Έντούτοις, ένας εκ των σημαντικότερων βραχιόνων της Επιτροπής, το Διευθυντήριο του Ανταγωνισμού (DG Competition), εντόπισε πρακτικές των φαρμακευτικών οι οποίες, επικαλούμενες το εν λόγω σύστημα προστασίας των ευρεσιτεχνιών τους, παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό από τους παραγωγούς γενοσήμων. Αυτές οι πρακτικές έχει τεκμηριωθεί πως στοίχισαν περί τα €3 δισεκατομμύρια μεταξύ του 2000 και του 2007 για τα συστήματα υγείας των Κρατών Μελών, διάστημα κατά το οποίο οι φαρμακευτικές στην ΕΕ δαπάνησαν 23% του κύκλου εργασιών τους για την προώθηση των υφισταμένων φαρμάκων τους και μόνο 17% για την έρευνα και ανάπτυξη νέων φαρμάκων.

Συνεπώς, το σύστημα TRIPS αδυνατεί να εξυπηρετήσει πάντοτε τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δημόσιας υγείας - δια μέσου της καινοτομίας - στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων και στην καταχρηστική αξιοποίηση του μάλλον αυξάνει την κερδοφορία εις βάρος της καινοτομίας και του υγιούς ανταγωνισμού.

Είναι συνεπώς παράδοξο να παρακολουθεί κανείς τις πολιτικές που φέρεται να προωθεί το Διευθυντήριο Εμπορίου (DG Trade) της Επιτροπής στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης για την TTIP, οι οποίες διαφαίνονται να προσκρούουν στην πρόσβαση στα φάρμακα εντός της ΕΕ. Συγκεκριμένα, ενδέχεται η ΕΕ να προωθεί μια ενισχυμένη έκφανση του TRIPS στο πλαίσιο της ΤΤΙΡ, σε βαθμό που θα καθίσταται άτεγκτο, ανίκανο να παράξει καινοτομία και συνεπώς ακόμη πιο επιρρεπές σε κατάχρηση από το status quo. Αν επιβεβαιωθεί, η προσέγγιση αυτή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενδεχομένως να εξηγείται αν αναλογιστεί κανείς την ισχύ των μηχανισμών άσκησης πίεσης που διατηρεί η φαρμακευτική βιομηχανία στις Βρυξέλλες, η οποία δαπανεί πέραν των €40 εκ. ετησίως για να επηρεάσει αποφάσεις σε Ενωσιακό επίπεδο.

Ανεξαρτήτως εξήγησης όμως, οι πρόνοιες της TTIP δύνανται να βλάψουν την ίδια τη δημόσια υγεία αν εν τέλει έχουν ώς αποτέλεσμα την καθυστέρηση στη διαθεσιμότητα εναλλακτικών, φθηνότερων λύσεων για τους ασθενείς, όπως τα γενόσημα, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν τις τιμές των φαρμάκων στα ύψη. Αυτός ο κίνδυνος ελλοχεύει αν στην ΤΤΙΡ παρεισφρήσουν πρόνοιες που ενισχύουν την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας των φαρμακευτικών (όπως ήδη προνοείται σε άλλες συμφωνίες της ΕΕ με τρίτα κράτη).

Οι πρόνοιες της ΤΤΙΡ θα πρέπει να αποφύγουν την ενίσχυση του πλαισίου TRIPS, δηλαδή δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε αυστηρότητα το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο το οποίο επικρατεί για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας των φαρμακευτικών. Η Ένωση θα πρέπει να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση στις διαπραγματεύσεις της με τις ΗΠΑ και συγκεκριμένα να αντισταθεί στην εισαγωγή τέτοιων προνοιών στην TTIP.

Είναι ακριβώς σε αυτό το θέμα που θα πρέπει να στρέψουν την προσοχή τους οι επικριτές της προοπτικής ύπαρξης διατάξεων στην TTIP για την επίλυση διαφορών που προκύπτουν από πράξεις Κρατών Μελών που θα πλήξουν τις επενδύσεις από τις ΗΠΑ. Οι φαρμακευτικές βιομηχανίες, οι οποίες είναι ήδη προστατευμένες από το σύστημα TRIPS, δεν θα πρέπει να επωφεληθούν από περαιτέρω ενίσχυση της θέσης τους στην αγορά και να αποκτήσουν δικαιώματα προσβολής κρατικών ενεργειών που θα αποσκοπούν στην προστασία της δημόσιας υγείας.

Η αλλαγή πλεύσης δεν είναι ανέφικτη. Αντιθέτως, στην συμφωνία ελεύθερης αγοράς που διαπραγματεύεται η ΕΕ με τον Καναδά, προνοείται ρητά πως κρατικές ενέργειες για προστασία τομέων όπως η υγεία, η ασφάλεια και το περιβάλλον δεν θα συνιστούν έμμεση απαλλοτρίωση επενδύσεων ιδιωτών. Περαιτέρω, τα διεθνή διαιτητικά δικαστήρια συνεχώς αποκρυσταλλώνουν ανάλογους περιορισμούς σε αξιώσεις επενδυτών που φθάνουν ενώπιον τους.

Αν η κριτική προς την ΤΤΙΡ παραμείνει ευρεία, δογματική και αφηρημένη, θα παραμείνει καταδικασμένη να κινείται μεταξύ άγνοιας και συνομωσιολογίας, με τελικό αποτέλεσμα η τόσο νευραλγικής σημασίας πρόσβαση στα καλύτερα και φθηνότερα φάρμακα στην ΕΕ να πληγεί ανεπανόρθωτα.