ΤΟ BLOG
11/01/2015 09:46 EET | Updated 13/03/2015 07:12 EET

Αντι-Πόλωση: πώς κατασκευάζουμε γέφυρες συνεννόησης;

Jorg Greuel via Getty Images

Όλοι (εκτός από τις ηγεσίες των κομμάτων) συμφωνούν ότι αυτές είναι εκλογές αδικαιολόγητης πόλωσης. Όλοι (εκτός από τις ηγεσίες των κομμάτων) επίσης συμφωνούν ότι η χώρα χρειάζεται συνεννόηση και συνεργασία. Όλοι (εκτός από τις ηγεσίες των κομμάτων) κατανοούν ότι αυτές οι εκλογές διεξάγονται για τα προβλήματα του 2015 και όχι για τις ιδεολογίες του 1975. Τι μπορούμε όμως να κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι ώστε να μετριαστεί η πόλωση και να μπορεί να αναπτυχθεί η συνεργασία; Αυτό είναι και το αγωνιώδες ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για το καλό της χώρας.

Το ερώτημα έχει δύο αποδέκτες: τους ψηφοφόρους και τα κόμματα.

Οι ψηφοφόροι δεν έχουν πρόβλημα: Επιθυμούν συνεννόηση και δεν χαρίζουν αυτοδυναμίες. Αντιλαμβάνονται ότι τα προβλήματα υπερβαίνουν τις δυνατότητες της κάθε πλευράς, αν αυτή βαδίσει μόνη της. Το ίδιο, όμως, ίσχυε και για την σκοπιμότητα των εκλογών. Μια συμπαγής πλειοψηφία είχε εδραιωμένη πεποίθηση ότι εκλογές αυτή την στιγμή και με αυτό το ερώτημα δεν ήταν για το καλό της χώρας. Παρά ταύτα, το κομματικό σύστημα τους αγνόησε μεγαλοπρεπώς.

Αυτό μας πάει στους άλλους αποδέκτες: Τα κόμματα. Υπάρχει ελπίδα να καταλάβουν ότι ο κόσμος θέλει συνεννόηση; Τα δύο μεγάλα κόμματα εξαρχής επενδύουν στην πόλωση ποντάροντας όχι στο να πείσουν περισσότερους πολίτες, αλλά στο μπόνους των 50 εδρών. Καθώς παλεύουν οι μεγάλοι, βουλιάζουν μαζί. Το απωθητικό πρόσωπο του δικομματισμού εξηγεί την προϊούσα αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, αλλά και την διαχρονική άνοδο των μικρότερων κομμάτων.

Μπορούν, λοιπόν, τα μικρότερα κόμματα να προσφέρουν γέφυρες συνεργασίας ως αντίβαρο στην πόλωση; Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνουν τα κόμματα του Κέντρου. Με αυτόν τον τρόπο στην Ευρώπη προωθήθηκε ιστορικά η σύνεση, αλλά και η ωρίμανση των ακραίων. Υπάρχει ελπίδα να γίνει αυτό και εδώ; Μπορεί η συνεννόηση και εδώ να έχει ως αφετηρία το χώρο του κέντρου;

Στην Ελλάδα, δυστυχώς, προκειμένου τα κόμματα αυτά να μεγιστοποιήσουν την απήχησή τους, συμπεριφέρονται με μοναχική μεγαλοπρέπεια σαν να ήταν (ή σαν να επιθυμούν να ξαναγίνουν) μεγάλα κόμματα. Πριν τις εκλογές, προσπαθούν να αναδείξουν ιδεολογική καθαρότητα και συνέπεια, κοκκινίζοντας τον προγραμματικό τους λόγο με αδιαπέραστα εμπόδια. Το πρόγραμμα του καθενός θα απαιτούσε απόλυτη πλειοψηφία για να υλοποιηθεί. Το ανέφικτο αυτής της προϋπόθεσης πριν τις εκλογές, προοιωνίζει και την αδυναμία συνεννόησης μετά τις εκλογές.

Το Ποτάμι αντιστέκεται σε αυτές τις Σειρήνες. Προσπαθεί συνειδητά να είναι χρήσιμο, βάζοντας την διάσωση της χώρας πάνω από την περιχαράκωση.

Το πρόγραμμα που εξήγγειλε στο Κακογιάννης στις 30 Δεκέμβρη έχει μόνο τέσσερις απόλυτες κόκκινες γραμμές:

α) την παραμονή στην Ευρώπη και στο ευρώ,

β) την έμφαση στο τρίπτυχο: δουλειές, δουλειές, δουλειές,

γ) την διασφάλιση των καταθέσεων και

δ) την εμμονή στην αξιοκρατία: δηλαδή να σταματήσει το κράτος να αποτελεί λάφυρο των κομμάτων.

Το πρόγραμμα είναι διατυπωμένο εξαρχής για να προσφέρει αντικείμενο συζήτησης και συνεννόησης, αλλά και πιθανής σύμπτωσης απόψεων με όσους επιθυμούν να συνταχθούν για τη διάσωση της χώρας. Αναγνωρίζει ότι οι ιδεολογικές ταμπέλες της δεκαετίας του 70 αξιοποιούνται μόνο από όσους δεν έχουν επιχειρήματα να απαντήσουν σε πρακτικές προτάσεις ή που δεν έχουν διάθεση να μοιραστούν την εξουσία. Θα αναφέρω τρία παραδείγματα, όπου το Ποτάμι συνειδητά προσπερνά τα απλουστευτικά συνθήματα και προτείνει πρακτικές λύσεις:

• Πρώτα έρχεται ο εκσυγχρονισμός του δημοσίου και μετά ο περιορισμός του. Πρώτα μειώνεται η γραφειοκρατία και μετά ακολουθούν οι γραφειοκράτες. Λιγότερο κράτος, επειδή θα γίνει καλύτερο.

• Βάζει ως σαφή στόχο την αύξηση των μισθών κατά 5% ετησίως, με την προϋπόθεση όμως ότι αυξάνεται το ΑΕΠ, δηλαδή το επιτρέπει η ανταγωνιστικότητα και η εξωστρέφεια. Πρώτα υπάρχει η προσπάθεια, και η ανταμοιβή έρχεται στη συνέχεια.

• Αν και το πρόγραμμα κατανοεί ότι η μεγάλη μάχη θα δοθεί στην ανταγωνιστικότητα και στην ρευστότητα του ιδιωτικού τομέα, διατηρεί την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους ως βασικό του στοιχείο. Βιωσιμότητα του χρέους, όμως, όχι ως κάτι που χαρίζεται από τους έξω, αλλά ως κάτι που κερδίζουμε εμείς.

Το Ποτάμι με το πρόγραμμα αυτό ξαφνιάζει όσους έχουν συνηθίσει σε κραυγές. Διάφοροι καλοθελητές αντί για υπευθυνότητα το βαφτίζουν καιροσκοπισμό και μαντεύουν μελλοντικές διασπάσεις. Ξεχνούν, όμως, ότι θέτοντας ένα σαφές και ρεαλιστικό στίγμα, το Ποτάμι προκαλεί τα υπόλοιπα κόμματα να υπερβούν τους εαυτούς τους. Ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να προσφέρει μια γέφυρα συνεννόησης πριν και μετά τις εκλογές. Ένα αντίδοτο στην πόλωση.