ΤΟ BLOG
20/02/2016 06:23 EET | Updated 20/02/2017 07:12 EET

Η σφαγή της συριακής πόλης Χαμά το 1982

Η μεγαλύτερη στρατιωτική εκστρατεία κατά των αντικαθεστωτικών και συγκεκριμένα κατά των μαχητών του κινήματος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, πραγματοποιήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 1982. Η εκστρατεία διήρκεσε 27 μέρες και η χρήση του βαρέος εξοπλισμού του Ασαντικού στρατού (πυροβολικού- Τανκς και μαχητικών) προκάλεσε την ισοπέδωση της πόλης Χαμά. Αν και ο αριθμός των αντικαθεστωτικών μαχητών δεν ξεπέρασε τους 200, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, τα αποτελέσματα της καταστροφής ήταν τραγικά, η αρχαία πόλη, 88 τζαμιά και 3 εκκλησίες καταστράφηκαν και τα ανθρώπινα θύματα ξεπέρασαν τους 30.000 με τους αγνοούμενους (συνήθως στη Συρία αγνοούμενος σημαίνει νεκρός).

Matthew Lloyd via Getty Images

34 χρόνια πέρασαν από τη διάπραξη μιας από τις μεγαλύτερες σφαγές της ιστορίας της Μέσης Ανατολής από το στρατηγό Χαφέζ Αλ Άσαντ στη συριακή πόλη Χαμά (Hama- που στην ελληνιστική εποχή ονομαζόταν Επιφάνεια- Epiphania). Μέχρι σήμερα αρκετοί αγνοούν τις διαστάσεις της συγκεκριμένης σφαγής και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν. Επίσης, τα διεθνή ΜΜΕ δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να διεξαγάγουν μια έρευνα για τη διαλεύκανση της υπόθεσης αυτής έστω για ανθρωπιστικούς λόγους.

Σήμερα πολλοί παράγοντες του διεθνούς συστήματος ισχυρίζονται ότι για την αντιμετώπιση των 5 ετών εξεγέρσεων στην Συρία υπάρχουν δυο τρόποι: η παραμονή του Άσαντ ή η επικράτηση των φονταμενταλιστών στην εξουσία. Βέβαια, η επικρατέστατη απάντηση είναι πασίγνωστη σε όλους μας και συνοψίζεται στην παραμονή της οικογένειας Άσαντ στην διακυβέρνηση της χώρας. Αυτοί οι διεθνείς παράγοντες διατείνονται ότι ο πατέρας και ο γιος διατηρούσαν τη Συρία, πολιτικά και στρατιωτικά, ήρεμη και σταθερή για περίπου πέντε δεκαετίες. Ωστόσο, η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική για τη συριακή πραγματικότητα διότι η Συρία ποτέ δεν ήταν ήρεμη ούτε σταθερή και η κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν και είναι καθημερινό φαινόμενο. Επιπλέον, οι άφθονες εκθέσεις του ΟΗΕ, αναμφίβολα, τεκμηριώνουν τα εγκλήματα, τα βασανιστήρια και τις καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Μπααθικό καθεστώτος εις βάρος της πλειονότητας του συριακού λαού ανεξαρτήτως κοινότητας ή θρησκείας ή δόγματος.

Η κατάληψη της εξουσίας από τον Χαφέζ Αλ Άσαντ με πραξικόπημα το 1970, που ονομάστηκε Διορθωτικό Κίνημα, σήμαινε τη συγκέντρωση των τριών εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) στα χέρια ενός ανθρώπου. Η αντικατάσταση του συντάγματος χάρισε στο κόμμα Μπάαθ τη δυνατότητα να ηγείται του κράτους και της κοινωνίας. Παράλληλα αποτελείωσε στην πράξη όλα τα υπόλοιπα κόμματα και τους στέρησε τη δυνατότητα συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας. Η ανάληψη της εξουσίας από τον Αγιατολάχ Χομεϊνί το 1979 σηματοδότησε τη ριζική μεταβολή της πολιτικής του Άσαντ προς την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, κυρίως για συμφεροντολογικούς θρησκευτικούς λόγους. Στον πόλεμο μεταξύ Ιράκ-Ιράν (1980-1988) ο Άσαντ ήταν ο μοναδικός Άραβας ηγέτης που στήριξε το περσικό Ιράν κατά του αραβικού Ιράκ που κυβερνιόταν από τον σουνίτη Σαντάμ Χουσεΐν.

Η στήριξη του Σύριου προέδρου δεν περιορίστηκε μόνο σε πολιτικό πλαίσιο, αλλά και έμπρακτα προχώρησε σε διακοπή της ροής του αγωγού του ιρακινού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο στερώντας από το Ιράκ ένα στρατηγικό πλεονέκτημα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η Βαγδάτη αναγκάστηκε, για την εξυπηρέτηση των εθνικών της συμφερόντων, να κατασκευάσει νέο αγωγό σε τουρκικό έδαφος, αναβαθμίζοντας επιπλέον την γεωπολιτική θέση της Άγκυρας. Επίσης, συριακός στρατιωτικός εξοπλισμός μεταφερόταν στο ιρανικό μέτωπο ως βοήθεια για την προσπάθεια νίκης της Τεχεράνης στον πόλεμο που θα οδηγούσε στην πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, παραδοσιακού αντιπάλου του συριακού καθεστώτος. Η Ιρακινή κυβέρνηση βλέποντας τις εχθρικές θέσεις του Άσαντ προχώρησε στην στήριξη της στρατιωτικής πτέρυγας του κινήματος «Μουσουλμανικής Αδελφότητας » της Συρίας με σκοπό την εξουδετέρωση του «Επικίνδυνου» Άσαντ.

Η πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια δολοφονίας του Άσαντ το 1980 προκάλεσε την εκδικητική σφαγή των πολιτικών κρατουμένων στη φυλακή της Παλμύρας. Σύμφωνα με το παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, χίλιοι κρατούμενοι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τις κυβερνητικές δυνάμεις και ακολούθησαν άλλες έξι σφαγές στην ίδια φυλακή από το 1981 ως το 1983. Η αποκάλυψη της εκτέλεσης των χιλίων ανθρώπων πραγματοποιήθηκε κατά την ανάκριση των Σύριων πρακτόρων- εκτελεστών μετά τη σύλληψή τους από τις ιορδανικές αρχές, εξαιτίας της αποτυχημένης προσπάθειάς τους να δολοφονήσουν τον Ιορδανό πρωθυπουργό Μουδάρ Μπαντράν (Mudar Badran). Άλλες αιματηρές συγκρούσεις συντελέστηκαν στην πόλη Τζίσερ αλ Σαγούρ (Jisr al-Shughour) και στη δεύτερη πρωτεύουσα της χώρας Χαλέπι το 1980.

Η μεγαλύτερη στρατιωτική εκστρατεία κατά των αντικαθεστωτικών και συγκεκριμένα κατά των μαχητών του κινήματος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, πραγματοποιήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 1982. Η εκστρατεία διήρκεσε 27 μέρες και η χρήση του βαρέος εξοπλισμού του Ασαντικού στρατού (πυροβολικού- Τανκς και μαχητικών) προκάλεσε την ισοπέδωση της πόλης Χαμά. Αν και ο αριθμός των αντικαθεστωτικών μαχητών δεν ξεπέρασε τους 200, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, τα αποτελέσματα της καταστροφής ήταν τραγικά, η αρχαία πόλη, 88 τζαμιά και 3 εκκλησίες καταστράφηκαν και τα ανθρώπινα θύματα ξεπέρασαν τους 30.000 με τους αγνοούμενους (συνήθως στη Συρία αγνοούμενος σημαίνει νεκρός). Επιπρόσθετα, η εφαρμογή του νόμου 49, που καταδικάζει κάθε μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων σε θάνατο χωρίς δίκη, μετέτρεψε τη δικαστική εξουσία σε μέσο εκμετάλλευσης για την εξόντωση κάθε διαφωνούντος κατά του συριακού καθεστώτος. Οι πρωταγωνιστές της σφαγής αυτής εκτός από τον Αλαουΐτη πρόεδρο Χαφέζ Αλ Άσαντ, ήταν ο αδελφός του Ριφάτ αλ Άσαντ (Rifaat al-Asad), ο σουνίτης υπουργός άμυνας Μουσταφά Τλάς (Mustafa Tlass) και ο σουνίτης επιτελάρχης Χικμάτ Σιχάμπι (Hikmat Shihabi).

Το 2004 συντελέστηκε μια άλλη σφαγή στο νομό Αλ Καμίσλι (Al Qamishli) με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 40 άτομα και να τραυματιστούν εκατοντάδες και οι κρατούμενοι ανήλθαν σε 2000. Η πλειονότητα των θυμάτων ήταν Σύριοι κούρδοι πολίτες. Η τελευταία βιαιοπραγία πριν τη συριακή εξέγερση έγινε στη φυλακή Σάιντ Νάγια εξαιτίας της κατάληψης της από ισλαμιστές πολιτικούς κρατούμενους λόγωάθλιων συνθηκών κράτησης με αποτέλεσμα να παρέμβει ο στρατός και να σκοτωθούν περίπου 25 άτομα.

Από το 1982 η Συρία επί καθεστώτος Άσαντ μετατράπηκε σε βασίλειο του τρόμου και του φόβου. Έτσι κάθε προσπάθεια για οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις από τους αντικαθεστωτικούς αντιμετωπιζόταν με σκληρά στρατιωτικά κυβερνητικά μέτρα εκ μέρους των καθεστωτικών.

Είναι γεγονός ότι η Συρία επί διακυβέρνησης της οικογένειας Άσαντ μετατράπηκε σε μια από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Το έτος 2000 που κυβερνούσε ο πατέρας Άσαντ, ο εθνικός προϋπολογισμός ήταν περίπου 3 δισ. $ . Έτσι οι συνθήκες διαβίωσης για τους 19 εκ. ανθρώπους ήταν άθλιες. Επίσης, το έτος 2014 ο συριακός προϋπολογισμός ήταν 8 δισ. $ ενώ η περιουσία του Γιου Άσαντ ανερχόταν σε 93 δισ $.

Σπανίως, σε παγκόσμιο επίπεδο, μια μειονότητα κυβερνάει την πλειοψηφία, όμως, στη Συρία η μειοψηφία των Αλαουϊτών (10 %) κυβερνάει την πλειοψηφία των σουνιτών (70%) από το 1970. Αν και οι απαιτήσεις της πλειονότητας, διαχρονικά, για οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές μεταρρυθμίσεις ήταν δικαιολογημένες, ωστόσο, το καθεστώς της οικογένειας Άσαντ ποτέ δεν παραδέχθηκε την ανάγκη των μεταρρυθμίσεων για τον λαό και τη χώρα . Αντιθέτως, προτίμησε να προσφύγει στην εκμετάλλευση της στρατιωτικής δύναμης για τιμωρία των αντιπάλων του και να σταθεροποιήσει την εξουσία του.

Στην παραμονή του Άσαντ στην εξουσία εδώ και 50 χρόνια συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες εξωγενείς. Πρώτον, η σύγκρουση μεταξύ δύσης και ανατολής, δεύτερον, η ασφάλεια που παραχώρησε το συριακό καθεστώς στους Ισραηλινούς από το 1973, τρίτον, η εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ που χάρισε στον Άσαντ τη δυνατότητα να μεταβεί από το ανατολικό μπλοκ στο δυτικό στο πλαίσιο της διεθνούς συμμαχίας κατά του Ιράκ, τέταρτον, ο φόβος και ο τρόμος των δυτικών από το φαινόμενο του ισλαμικού φονταμενταλισμού με αποτέλεσμα να καταλήξει να είναι ο ίδιος ό Άσαντ, μέλος της εκστρατείας κατά της τρομοκρατίας αν και ήταν από τους εμπνευστές της στη μέση Ανατολή. Τέλος, λόγω της επικράτησης των κοινωνικών δικτύων και των δορυφορικών καναλιών ο νεαρός Άσαντ ήταν άτυχος σε σύγκριση με τον πατέρα στην εποχή του οποίου δεν υπήρχαν τέτοια μέσα μαζικής ενημέρωσης που θα αποκάλυπταν τα εγκλήματά του.