ΤΟ BLOG
26/02/2017 04:09 EET | Updated 27/02/2018 07:12 EET

Αναζητώντας τις εθνικές εφεδρείες

Με αυτά τα δεδομένα, η παρούσα Βουλή δεν μπορεί να βοηθήσει τη χώρα. Αυτοί που την απαρτίζουν, εκλεγμένοι μέσα από τις αλλόκοτες ανατροπές που επιτρέπει ο εκλογικός νόμος, είναι ανίκανοι να διαχειριστούν την κατάσταση και να καταρτίσουν επιτυχημένες πολιτικές στρατηγικές. Τους λείπει η ικανότητα, η εμπειρία εργασίας -οποιασδήποτε εργασίας-, το όραμα της ανεξαρτησίας και της αυτοδιάθεσης και, ακόμα χειρότερα, είναι απολύτως συμβιβασμένοι με την υποτέλεια, την οποία δικαιολογούν επειδή οι Έλληνες τάχα ξόδευαν αλόγιστα ή επειδή δεν είναι «παραγωγικοί.»

Milos Bicanski via Getty Images

Η χώρα είναι υπό κατοχή από το 2010. Η απώλεια σημαντικού μέρους της εθνικής κυριαρχίας -και κατ' επέκταση της ελευθερίας-, έγινε με όχημα το αντικειμενικό δημοσιονομικό αδιέξοδο που δημιούργησε ο ληστρικός δικομματισμός, αλλά διατηρείται με σταθερότητα για λόγους ενδοευρωπαϊκής πολιτικής σκοπιμότητας.

Διαπιστώνεται ότι τα προγράμματα «διάσωσης» εμπεριείχαν τον σπόρο της αποτυχίας και αυτό αναγνωρίζεται τώρα πια από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Όμως, πολλοί ισχυρίζονται ότι ο σκοπός τους ήταν και παραμένει όχι η ανάκαμψη της Ελλάδας, αλλά πρωτίστως η διάσωση των γαλλογερμανικών ιδιωτικών τραπεζών που ήταν εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος και σε δεύτερη φάση, όπως λέγεται ανεπισήμως, η εκποίηση περιουσίας εντός της Ευρωζώνης με φιλικό νομικό πλαίσιο για τους επενδυτές, εφάμιλλο των αναπτυσσόμενων χωρών.

Αρκεί αυτή η ανάγνωση για να εξηγήσει το ελληνικό πρόβλημα; Πιθανότατα όχι. Το εγχώριο πολιτικό σύστημα έχει σοβαρές ευθύνες. Κι ενώ βαδίζουμε σταθερά προς ένα νέο αδιέξοδο, διαπιστώνουμε τρεις κατηγορίες πολιτών: όσοι αντιλαμβάνονται την κατάσταση και ψάχνουν επιλογές, όσοι δεν την αντιλαμβάνονται και/ή αδιαφορούν και όσοι οικειοθελώς υπηρετούν τη μεταβίβαση της εθνικής κυριαρχίας με ιδιοτελή κίνητρα.

Αμφότερες οι δυνάμεις του πολιτικού κατεστημένου, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, βλέπουν στην ευρωπαϊκή επιτροπεία τη διαιώνιση της εξουσίας τους.

Αυτή η τελευταία ομάδα, συναντάται πολύ συχνά σε δημοσιογραφικούς κύκλους, καθώς επίσης σε μέλη της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ασυδοσία στα τόσο υψηλά κλιμάκια εκφράζει ότι το πολιτικό τοπίο στη χώρα είναι αρρωστημένο στα όρια της σήψης και κάθε υγιής αίσθηση καθήκοντος έχει απωλεσθεί. Ο Υπουργός των Οικονομικών «διαπραγματεύεται» χωρίς σχέδιο και υποχωρεί άτακτα ενώ ο αντιπρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης ομολογεί ότι επιτελεί το κοινοβουλευτικό του έργο κατόπιν ευρωπαϊκής υποδείξεως. Πρόκειται για την ντροπή κάθε ελεύθερου ανθρώπου, κάθε κυρίαρχου κράτους, κάθε φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Με αυτά τα δεδομένα, η παρούσα Βουλή δεν μπορεί να βοηθήσει τη χώρα. Αυτοί που την απαρτίζουν, εκλεγμένοι μέσα από τις αλλόκοτες ανατροπές που επιτρέπει ο εκλογικός νόμος, είναι ανίκανοι να διαχειριστούν την κατάσταση και να καταρτίσουν επιτυχημένες πολιτικές στρατηγικές. Τους λείπει η ικανότητα, η εμπειρία εργασίας -οποιασδήποτε εργασίας-, το όραμα της ανεξαρτησίας και της αυτοδιάθεσης και, ακόμα χειρότερα, είναι απολύτως συμβιβασμένοι με την υποτέλεια, την οποία δικαιολογούν επειδή οι Έλληνες τάχα ξόδευαν αλόγιστα ή επειδή δεν είναι «παραγωγικοί.»

Πρόκειται περί φαυλότητος.

Αμφότερες οι δυνάμεις του πολιτικού κατεστημένου, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, βλέπουν στην ευρωπαϊκή επιτροπεία τη διαιώνιση της εξουσίας τους: αυτοί θα υπογράφουν ό,τι τους υπαγορεύεται και οι θεσμοί θα τους επιτρέπουν να διαφεντεύουν το προτεκτοράτο.

Σε αυτό το πλαίσιο κι εφόσον δεν τίθενται τα σωστά ερωτήματα, κάποιοι φέρνουν στο προσκήνιο εκ νέου το ζήτημα του νομίσματος. Ας ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι το Ευρώ για την Ελλάδα, ως μια μικρή και αδύναμη χώρα, δεν είναι μόνο ένα οικονομικό μέσο αλλά και μέρος της νέας πολιτικής της ταυτότητας. Η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη είναι πολύ καλύτερη επιλογή από την άτακτη αποχώρησή της. Γι' αυτό, το ζήτημα πρέπει επιτέλους να συζητηθεί ανοικτά, με επιστημονικά επιχειρήματα από όλες τις πλευρές, έτσι ώστε να μην διαιωνίζονται υποψίες και υποθέσεις που προκαλούν κοινωνική αναστάτωση. Τα κοινωνικά ζητήματα πρέπει να κλείνουν όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος του πλήρους διαλόγου, όχι να θάβονται και να φιμώνονται.

Πολύ χαρακτηριστικά όμως, η κομματική φρενίτιδα και η κοινωνική πόλωση έκαναν το θέμα να ομοιάζει με σύνθημα οπαδικής κερκίδας. Εκτοξεύουν διάφορα πυροτεχνήματα για να μη γίνει ουσιαστικός διάλογος και η κοινωνία που μέσα στη σύγχυσή της δεν αντέχει ούτε την αλήθεια ούτε τη νηφάλια συζήτηση, προτιμά να χώνει το κεφάλι στην άμμο και να ξορκίζει την αντίθετη άποψη από το να αναζητά λειτουργικούς συμβιβασμούς και αποτελεσματικές λύσεις.

Ακόμα χειρότερα, το ερώτημα για τις μεταρρυθμίσεις γίνεται στον αέρα, χωρίς βάσεις και μακροπρόθεσμη οπτική. Συνηθισμένη η πλειονότητα στη διεθνή ταπείνωση δεν έχει ίχνος αξιοπρέπειας να αναλάβει το κόστος που απαιτεί η ανοικοδόμηση της χώρας, οι ρηξικέλευθες αλλαγές, οι αναπόφευκτες πολιτικές συγκρούσεις και εν τέλει ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας με απώτερο σκοπό να διασφαλίζει την ευημερία και την ανεξαρτησία της, διασώζοντας χαρακτήρα και τρόπο ελληνικό. Απόλυτα ευθυγραμμισμένοι με το φοβικό σύνδρομο του δήθεν «εθνάρχη» αποτάσσουν κάθε τι εθνικό για να υποκλιθούν σε μια ανύπαρκτη ευρωπαϊκότητα, στερώντας από την Ενωμένη Ευρώπη τη συμβολή του ελληνικού κόσμου. Δεν είναι σε θέση να δουν τι συμβαίνει γύρω τους, στις υπόλοιπες δυτικές χώρες όπως τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Γαλλία ή τη Σουηδία.

Ωστόσο, επιλογές υπάρχουν. Η ιστορία, ακόμα και μέσα στα «πέτρινα» χρόνια μεριμνά για τις πολιτικές «αλκυονίδες». Η Ελλάδα δεν έχει χάσει τις εφεδρείες της. Για να τις αναδείξει όμως πρέπει το εκλογικό σώμα να ωριμάσει και να στραφεί σε επιλογές διαφορετικού ανθρωπολογικού τύπου· και πρέπει να το κάνει άμεσα, πριν επικρατήσει ο παραλογισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία.