ΤΟ BLOG
14/09/2016 06:58 EEST | Updated 15/09/2017 08:12 EEST

Γονείς Ελλήνων, παίδες προσφύγων

Ενώ στο μεγαλύτερο μέρος της, όπως έχουν αποδείξει οι πρόσφατες ενέργειες, η ελληνική κοινωνία έδειξε αξιοθαύμαστα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που μας γυρίζουν πίσω σε άλλες εποχές. Οι απόψεις που εκφράστηκαν από τους γονείς στο Ωραιόκαστρο και μάλιστα με μια ανακοίνωση που απειλεί με κατάληψη δημόσιου χώρου δίνει νέα διάσταση στο ήδη μεγάλο πρόβλημα. Αφενός κλονίζουν την τόσο καλή εικόνα που έχτισαν με κόπο οι απλοί πολίτες κι οι εθελοντές στη Λέσβο κι αφετέρου συντηρούν τις προκαταλήψεις ακόμα και στα μικρά παιδιά.

Alkis Konstantinidis / Reuters

Τι κοινό έχει η βεβήλωση του εξωτερικού τοίχου της εβραϊκής συναγωγής στο κάστρο των Ιωαννίνων με την (όμοια) ανακοίνωση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων δύο δημοτικών σχολείων στο Ωραιόκαστρο, για τα παιδιά των προσφύγων; Είναι και οι δύο περιπτώσεις προϊόντα άκριτης αναπαραγωγής στερεοτύπων που διαχωρίζουν τους ανθρώπους σύμφωνα με τη φυλή που ανήκουν.

Για τον ναζισμό δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Είναι μια ολοκληρωτική ιδεολογία βασισμένη στο μίσος για τις φυλές που θεωρεί κατώτερες. Όμως, για ένα από τα θεμελιώδη συστατικά του, την προκατάληψη, πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία, διότι σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, εμφανίζεται αθόρυβα, συχνά με προσχήματα που καλύπτονται από φαινομενικώς λογικά επιχειρήματα και τελικά βάζει σε κίνδυνο την κοινωνική ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το τρέχον προσφυγικό ζήτημα αποτελεί συνέπεια του εμφυλίου στη Συρία και του πολέμου που διεξάγει το Ισλαμικό Κράτος στην ευρύτερη περιοχή.

Η προκατάληψη έχει συνδέσει την πορεία των προσφύγων με κάποιο «αόρατο» σχέδιο αφελληνισμού της Ελλάδος μέσω κοσμοσυρροής μουσουλμάνων και εν συνεχεία της κατάρρευσης ολόκληρης της Ευρώπης.

Αυτό το σενάριο, που βρίσκει απήχηση σε πολλούς θαυμαστές της άκρας Δεξιάς και του Αρτέμη Σώρρα, δεν είναι απλώς συνωμοσιολογικό, είναι και βλακώδες. Οι Σύροι δεν έφυγαν από τις χώρες τους για να διεξάγουν τζιχάντ αλλά για να σώσουν τις ζωές τους και τις ζωές των παιδιών τους.

Ενώ στο μεγαλύτερο μέρος της, όπως έχουν αποδείξει οι πρόσφατες ενέργειες, η ελληνική κοινωνία έδειξε αξιοθαύμαστα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που μας γυρίζουν πίσω σε άλλες εποχές. Οι απόψεις που εκφράστηκαν από τους γονείς στο Ωραιόκαστρο και μάλιστα με μια ανακοίνωση που απειλεί με κατάληψη δημόσιου χώρου δίνει νέα διάσταση στο ήδη μεγάλο πρόβλημα.

Επομένως, αν τα παιδιά στο Ωραιόκαστρο είναι εμβολιασμένα κατά της ηπατίτιδας και της φυματίωσης δεν κινδυνεύουν. Προς τι λοιπόν ανησυχεί ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων;

Αφενός κλονίζουν την τόσο καλή εικόνα που έχτισαν με κόπο οι απλοί πολίτες κι οι εθελοντές στη Λέσβο κι αφετέρου συντηρούν τις προκαταλήψεις ακόμα και στα μικρά παιδιά. Είναι εξώφθαλμα υποκριτικό: δεν ζητούν έστω θεσμικές εγγυήσεις ότι τα προσφυγόπουλα θα δεχτούν την απαραίτητη ιατρική περίθαλψη έτσι ώστε να είναι υγιή και ασφαλή στη χώρα που τα φιλοξενεί. Απορρίπτουν άνευ συζήτησης τη χρήση των ίδιων σχολικών χώρων με τα παιδιά τους -σε διαφορετικές ώρες της ημέρας- θεωρώντας δεδομένο ότι είναι φορείς ασθενειών.

Η υποκρισία συνεπώς έγκειται στο γεγονός ότι ο εμβολιασμός γίνεται με σκοπό τη δημιουργία αντισωμάτων έτσι ώστε όταν ένα παιδί έρθει σε επαφή με έναν ασθενή να μην κολλήσει την ασθένεια. Επομένως, αν τα παιδιά στο Ωραιόκαστρο είναι εμβολιασμένα κατά της ηπατίτιδας και της φυματίωσης δεν κινδυνεύουν. Προς τι λοιπόν ανησυχεί ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων;

Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα χάνει όλα τα τρένα που περνούν από μπροστά της. Έχασε την ευκαιρία να εξελιχθεί σε έναν σημαντικό παράγοντα στην Ευρώπη με την ένταξή της στις Κοινότητες, διότι το πλαίσιο της προσχώρησης χαρακτηρίστηκε από τη μειονεξία της τότε άρχουσας τάξης που θεωρούσε τη χώρα «φτωχό συγγενή» που ως επαίτης θα σωζόταν εντός της ευρωπαϊκής οικογένειεας από τον εξ ανατολών κίνδυνο. Έχασε την ευκαιρία που της έδωσε η πτώση του Τείχους και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, να διαμορφώσει στα Βαλκάνια μία κατάσταση ωφέλιμη για τα εθνικά της συμφέροντα.

Αντί όμως να κινηθεί δυναμικά, ως παράγοντας σταθερότητας, κυριεύτηκε από στοιχειωμένα φοβικά σύνδρομα κι έγινε μέρος ενός προβλήματος που εν πολλοίς πληρώνει ακόμα. Έχασε το τρένο των Ολυμπιακών Αγώνων που την ώθησε σε τροχιά ανάπτυξης κι έδειξε στην παγκόσμια κοινότητα ότι διαθέτει ακόμα εκείνες τις δημιουργικές και πολιτιστικές εφεδρείες για να γονιμοποιήσει τον ιστορικό υλισμό στον οποίο έχει περιέλθει ο Δυτικός κόσμος. Δυστυχώς, η πελατειακή νοοτροπία και ο κομματικός αμοραλισμός ρήμαξαν ό,τι θετικό γεννήθηκε εκείνη την περίοδο.

Τώρα χάνει το τρένο της αναδιάταξης των περιφερειακών συσχετισμών. Ούσα η πύλη της Ευρώπης, γεγονός που την καθιστά στρατηγικής σημασίας κράτος-μέλος, η Ελλάδα είχε από την πρώτη στιγμή την ευκαιρία να εντάξει στην κοινωνία της τα πιο παραγωγικά και ζωτικά στοιχεία του προσφυγικού κύμματος, που θα αποτελούσαν τη νέα παραγωγική βάση για να ανακουφίσει μια κοινωνία που γηράσκει και ταλαιπωρείται από την εθελοδουλία στον μνημονιακό κέρβερο. Η Γερμανία αντιλήφθηκε νωρίς την ευκαιρία κι απορρόφησε μεγάλο αριθμό προσφύγων. Η Μέρκελ μπορεί να αισθάνεται τους κλυδωνισμούς από τις προσωρινές αντιδράσεις, όμως με την ενσωμάτωση και τη σταδιακή αφομοίωση αυτών των ανθρώπων προσδοκά ότι θα αντιμετωπίσει το επερχόμενο δημογραφικό και αφαλιστικό πρόβλημα.

Η χώρα μας όμως δεν είναι σαν τη Γερμανία. Δεν έχει το μέγεθος που απαιτείται για να χαράζει μακροπρόθεσμη στρατηγική. Είναι ωστόσο μια χώρα με μακρά πολιτιστική παράδοση, μεγάλο μέρος της οποίας αναπτύχθηκε ανά τους αιώνες στην Εγγύς Ανατολή κι έφτασε στο μητροπολητικό κέντρο μέσω της προσφυγιάς. Είναι ύβρις προς την ιστορία και όνειδος προς τους κυνηγημένους προγόνους μας, που πέρασαν δια πυρός και σιδήρου από τους Κεμαλιστές κι έφτασαν στην Ελλάδα ως πολίτες τρίτης κατηγορίας, εμείς οι απόγονοι τους που ακούσαμε την ιστορία τους τόσες φορές γύρω απ'το τραπέζι μ' ένα μαγκάλι αναμμένο στο καταχείμωνο, να ρίπτουμε κούτσουρα ολάκερα στη φωτιά της προκατάληψης. Ας μην λησμονούμε τον Μαρμαρά, τη Φώκαια, τη Μάκρη, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη, την Αμισό, την Αμάσεια, την Κερασούντα κι άλλες αμέτρητες χαμένες πατρίδες.

Τι μπορεί όμως να γίνει τώρα που το κράτος αποδεικνύεται καθημερινά ανίκανο να διαχειριστεί το θέμα και η Ευρώπη ολόκληρη διαπλέει ανάμεσα στη Σκύλλα του νεο-συντηρητισμού και τη Χάρυβδη του λιμπεροφασισμού; Πώς θα σταματήσει η ροπή προς τη συνωμοσιολογία και την ξενοφοβία και πώς θα αναστραφεί η πορεία έτσι ώστε οι Έλληνες να αποκτήσουν και πάλι την αληθινή ελευθερία της σκέψης και την αρχοντιά της Ρωμιοσύνης των αλλοτινών εποχών;

Αυτό το ερώτημα μένει να το απαντήσουν οι ίδιοι, αν κατανοήσουν πρώτα ότι η συνέχιση της μετοχής τους στο ιστορικό γίγνεσθαι δεν θα διασφαλιστεί από τη διατήρηση κάποιας «εθνικής καθαρότητας» αλλά θα εξαρτηθεί από την εξωστρέφεια του πολιτισμού τους, την ικανότητα τους να απορροφούν ξένα στοιχεία και εν τέλει τη δύναμη να εμπνέουν τους ξένους και να τους κάνουν να θέλουν να τους μοιάζουν.

Αυτή η βαθιά τομή, αν οψέποτε συμβεί, ίσως εκτός από την υπέρβαση της εθνικής (ή αντεθνικής) μας μειονεξίας να αναδείξει και μία νέα πολιτική τάξη, ικανή να χαράξει ανεξάρτητη κι υπερήφανη πολιτική.