Το όνομα του Ασαντολάχ Μπαντφάρ δεν ήταν απλώς συνδεδεμένο με την ασφάλεια του ιρανικού καθεστώτος. Για πολλούς Ιρανούς, ήταν ταυτισμένο με τον φόβο, την τιμωρία και τη βία στους δρόμους. Η πληροφορία ότι ο διοικητής της Basij είναι νεκρός προκάλεσε κύμα πανηγυρισμών στους αντικαθεστωτικούς κύκλους, με τη φράση «Devil is dead» να κυριαρχεί στα social media. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρισμούς, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς ακριβώς πέθανε ένας από τους πιο μισητούς ανθρώπους του μηχανισμού καταστολής στο Ιράν;

Οι πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί συγκλίνουν στο ότι ο Μπαντφάρ δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, αλλά αποκλίνουν έντονα ως προς τις συνθήκες του θανάτου του. Η μία εκδοχή, που αποδίδεται σε ιρανικές αναφορές, υποστηρίζει ότι σκοτώθηκε σε αμερικανοϊσραηλινό βομβαρδισμό. Μια δεύτερη εκδοχή, που κυκλοφόρησε μέσω αναρτήσεων και αναπαράχθηκε από περιφερειακά μέσα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να είχε πεθάνει νωρίτερα, καθώς υπήρξαν αναφορές ακόμη και για κηδεία που φέρεται να είχε προηγηθεί της επίσημης ανακοίνωσης. Αυτή ακριβώς η χρονική αντίφαση είναι που τροφοδοτεί το μυστήριο.

Advertisement
Advertisement

Το ενδεχόμενο εσωτερικής εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλειστεί, αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές. Αναλυτικές αποτιμήσεις σημειώνουν ότι μέσα στο χαοτικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στην Τεχεράνη, με στρατιωτικές πιέσεις απ’ έξω και καχυποψία στο εσωτερικό του καθεστώτος, η τύχη υψηλόβαθμων στελεχών μπορεί να συνδέεται όχι μόνο με εξωτερικά πλήγματα αλλά και με εσωτερικούς λογαριασμούς. Πρόκειται, πάντως, για σενάριο και όχι για τεκμηριωμένο γεγονός.

Αυτό που είναι πιο καθαρό από τις ίδιες τις συνθήκες του θανάτου του, είναι ο ρόλος που είχε αποκτήσει ο Μπαντφάρ στη συλλογική συνείδηση των αντιπάλων του καθεστώτος. Σε διεθνή δημοσιεύματα  περιγράφεται ως έναν από τους ανθρώπους που συνδέθηκαν με τη βίαιη καταστολή των μαζικών αντικαθεστωτικών διαδηλώσεων των τελευταίων μηνών, ενώ σε αναρτήσεις το όνομά του εμφανίζεται ως συνώνυμο της «σιδηράς πυγμής» της Basij.

Η Basij δεν είναι μια περιφερειακή ή δευτερεύουσα δύναμη. Πρόκειται για παραστρατιωτική πολιτοφυλακή που ιδρύθηκε το 1980, μετά από κάλεσμα του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, και υπάγεται στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης. Με τα χρόνια, ο ρόλος της επεκτάθηκε πολύ πέρα από τη στρατιωτική κινητοποίηση της περιόδου του πολέμου Ιράν-Ιράκ: εξελίχθηκε σε βασικό βραχίονα εσωτερικού ελέγχου, επιτήρησης και καταστολής.

Στη σύγχρονη εκδοχή της, η Basij λειτουργεί ως ένα εκτεταμένο δίκτυο παρουσίας του κράτους μέσα στην κοινωνία: σε γειτονιές, σχολές, χώρους εργασίας, δημόσιες υπηρεσίες. Έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα για την επιβολή κοινωνικών κανόνων, για την παρακολούθηση πολιτών και, κυρίως, για τη διάλυση διαδηλώσεων. Η Encyclopaedia Britannica σημειώνει ότι από τη δεκαετία του 2000 και μετά η οργάνωση έχει αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην καταστολή κινητοποιήσεων, ιδίως μετά τις αμφισβητούμενες εκλογές του 2009 αλλά και στις κινητοποιήσεις του «Woman, Life, Freedom» το 2022-23.

Ο τρόπος δράσης της έχει μείνει χαραγμένος στις μαρτυρίες και στις εικόνες από το Ιράν: μηχανές στους δρόμους, ομάδες ταχείας επέμβασης, ξυλοδαρμοί, ένοπλη παρουσία και επιχειρήσεις εκφοβισμού. Στο πιο πρόσφατο κύμα αναταραχής, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνείς παρατηρητές κατήγγειλαν μαζικές παραβιάσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, εξαφανίσεις, βασανιστήρια και χρήση θανατηφόρας βίας εναντίον διαδηλωτών. Η ευρύτερη εικόνα είναι εκείνη ενός μηχανισμού που δεν λειτουργεί απλώς ως βοηθητική δύναμη ασφαλείας, αλλά ως δομικό εργαλείο επιβίωσης του καθεστώτος.

Γι’ αυτό και η είδηση του θανάτου του Μπαντφάρ απέκτησε τόσο ισχυρό συμβολικό φορτίο. Δεν αφορά μόνο την απώλεια ενός διοικητή. Για πολλούς Ιρανούς, αφορά την πτώση ενός προσώπου που προσωποποιούσε την ατιμωρησία της καταστολής. Το σύνθημα «Devil is dead» δεν είναι απλώς μια διαδικτυακή ατάκα. Είναι η πολιτική και συναισθηματική αποτύπωση του μίσους που έχει συσσωρευτεί απέναντι σε όσους ταυτίστηκαν με τη βία του καθεστώτος.

Την ίδια στιγμή, η υπόθεση φανερώνει και κάτι ακόμη: το πόσο αδιαφανές παραμένει το εσωτερικό του ιρανικού κρατικού μηχανισμού. Σε ένα σύστημα όπου η πληροφόρηση είναι ελεγχόμενη, οι ανακοινώσεις αλληλοσυγκρούονται και οι ανεξάρτητες επιβεβαιώσεις είναι εξαιρετικά δύσκολες, ακόμη και ο θάνατος ενός τόσο προβεβλημένου στελέχους μετατρέπεται σε γρίφο. Και αυτός ο γρίφος λέει πολλά όχι μόνο για τον ίδιο τον Μπαντφάρ, αλλά και για τη φάση αστάθειας στην οποία έχει περάσει το Ιράν.

Το μόνο βέβαιο, μέχρι στιγμής, είναι ότι το όνομά του επέστρεψε στο προσκήνιο όχι ως σύμβολο ισχύος αλλά ως σύμβολο τέλους. Και σε μια χώρα όπου η Basij λειτούργησε επί δεκαετίες ως φόβητρο, αυτό από μόνο του αποτελεί πολιτικό γεγονός.