The Blog

Τι διδάχθηκα από τον David Bowie

Ο David Bowie ταυτόχρονα άγγιζε τα αυτιά, τις αισθήσεις, την αισθητική και την κουλτούρα των θαυμαστών του. Το έκανε με τη μουσική, τις ταινίες, τις μετακινήσεις από πόλη σε πόλη, τις φιλίες του και σίγουρα τη στάση ζωής του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι γεννήθηκε στο φτωχό και καταφρονεμένο Brixton, αρνήθηκε τα μετάλλια της Βασίλισσας της Αγγλίας στα οποία οι υπόλοιποι υποκλίνονται. Δεν έδωσε συνεντεύξεις, δεν διαφήμισε κάποια πολυεθνική για να τα τσεπώσει, δεν πρόδωσε τις αξίες του. Ήταν πολλά τα «δεν» του David Bowie και έβγαιναν από τη ματιά του.
Αυτή η δημοσίευση αναρτήθηκε στην κλειστή πλέον Πλατφόρμα Αρθρογράφου Huffpost. Οι συνεργάτες αρθρογράφοι έχουν τον έλεγχο της δουλειάς τους και αναρτούσαν δημοσιεύσεις ελεύθερα στον ιστότοπό μας. Εάν θεωρείτε πως πρέπει να επισημάνετε αυτήν την καταχώριση ως καταχρηστική, στείλτε μας ένα e-mail.

Με εντυπωσίαζαν τα κοστούμια του και ειδικά τα παπούτσια που φόραγε. Τη μουσική του δεν την καταλάβαινα άνετα, αλλά ξέφευγε από όλα όσα άκουγα. Τότε δεν ήταν και εύκολο να ακούς αυτό που θέλεις την ώρα που το θέλεις. Έπρεπε να αγοράσεις τον δίσκο, αν είχε έρθει στην Ελλάδα, ή να στήνεσαι σε συγκεκριμένες ώρες στο ραδιόφωνο με την ευχή να παίξουν το τραγούδι που λαχταρούσες.

Στον κινηματογράφο «Ανατόλια» της Θεσσαλονίκης στην ταινία Just a Gigolo, ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα στην οθόνη. Στο διάλειμμα -τότε μεσολαβούσε ανάμεσα σε μια ταινία- διαπίστωσα ότι οι περισσότεροι δεν ήταν το σύνηθες κοινό. Κάποιοι ήταν ντυμένοι πολύ προχώ για την εποχή τους. Τότε ακόμη η Θεσσαλονίκη παρήγε μικρές ομάδες φανατικές ενός τραγουδιστή. Δεν είμασταν και πολλοί οι φανατικοί του David Bowie. Βρισκόμασταν σε ένα μικρό διαμέρισμα, κάπου στο κέντρο-ούτε θυμάμαι που- γεμάτο με αφίσες του στους τοίχους και ακούγαμε για ώρες τους δίσκους του. Χτενίζαμε και τα μαλλιά μας -όσο γινόταν- ακολουθώντας τις αφίσες στον τοίχο, φοράγαμε και γραβάτα με μπλουζάκι λακόστ (επανάσταση!), ψηλό παντελόνι μέχρι τη μέση, όλα αγορασμένα με το κιλό από μια αμερικανική αγορά, κάπου στην Εγνατία και βγαίναμε και μια βόλτα στους κεντρικούς δρόμους: οι μπαουϊκοί. Κάτι τέτοια κρατούν λίγο. Σύντομα αποχαιρέτησα τη Θεσσαλονίκη.

Ο David Bowie όμως είχε μπει για καλά στη ζωή μου. Δεν με ενθουσίαζε το μαλλί του Bryan Ferry που μιμόντουσαν όλοι. Εγώ ήθελα κούρεμα Μπάουι. Πήγαινα στον κουρέα με το φύλλο σχισμένο από το περιοδικό και του έλεγα έτσι το θέλω. Σιγά μην το πετύχαινε. Σημασία είχε ότι εγώ κουρευόμουν όπως ο Μπάουι. Είχα βρει και γυαλιά ηλίου πάλι σαν του Μπάουι.

Στο Λονδίνο, έκανα παρέα με Αμερικανούς που είχαν αφήσει την Καλιφόρνια γιατί δεν άντεχαν τον Ρέηγκαν και ήρθαν στην Αγγλία της Θάτσερ (!). Ουρές στο Notting Hill Gate για να δούμε το Merry Christmas Mr. Lawrence. Μια φορά δεν αρκούσε αν και το εισιτήριο ήταν αλμυρό. Ήταν και κάτι πάρτι στο Camden Town, όλοι ντυμένοι όπως ο Bowie. Αν έχανες το τελευταίο μετρό περίμενες το πρωί για να πας στο σπίτι, χορεύοντας all night long Ziggy Stardust.

Καλοκαίρι, στην Αόστα, στις ιταλικές Άλπεις, είδα στην τηλεόραση τον David Bowie να χορεύει με τον Mick Jagger το Dancing in the Streets. Το look είχε αλλάξει. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν φουλ ερωτευμένοι και ένα ακόμη ταμπού είχε τελειώσει. Λίγο μετά, στην Νίκαια, στην Κυανή Ακτή, μετράγαμε αν μας έφταναν τα χρήματα για να πάμε στο Βερολίνο. Ήταν στη μόδα γιατί ζούσε εκεί ο David Bowie. Σιγά μην έφταναν. Στις Κάννες, στο φεστιβάλ κινηματογράφου, η αφίσα της ταινίας Cat People υπονοούσε το τραγούδι του.

Κάθε δίσκος του ήταν μια έκπληξη. Κάθε φορά διαφορετικός και εξελισσόμενος σε όλα: μουσική, ήχο, στίχο, ντύσιμο, μαλλί, παπούτσια. Όταν διέγραψε τα εξαντρίκ ρούχα και εμφανίστηκε με στενά μεσάτα κοστούμια με έντονες βάτες, ουπς, εδώ ήμασταν. Ακολούθησα την γραμμή του. Και είμασταν πια πολύ περισσότεροι από τους μπαουϊκούς στην Εγνατία οδό της Θεσσαλονίκης. Ήταν ίσως και ο πρώτος που παντρεύτηκε Αφρικανή, αφήνοντας πίσω ναρκωτικά, ποτά, ξενύχτια και ανοίγοντας τα μυαλά μας στο mixed race society.

Τελευταία φορά που τον είδα ήταν στο Amnéville της Αλσατίας, κοντά στο Λουξεμβούργο, στην αποχαιρετιστήρια τελικά τουρνέ του A Reality Tour. Διατηρούσε αυτήν την αμυδρή απόσταση από τον εαυτό του, για την οποία τον θαύμαζα.

Ο David Bowie ταυτόχρονα άγγιζε τα αυτιά, τις αισθήσεις, την αισθητική και την κουλτούρα των θαυμαστών του. Το έκανε με τη μουσική, τις ταινίες, τις μετακινήσεις από πόλη σε πόλη, τις φιλίες του και σίγουρα τη στάση ζωής του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι γεννήθηκε στο φτωχό και καταφρονεμένο Brixton, αρνήθηκε τα μετάλλια της Βασίλισσας της Αγγλίας στα οποία οι υπόλοιποι υποκλίνονται. Δεν έδωσε συνεντεύξεις, δεν διαφήμισε κάποια πολυεθνική για να τα τσεπώσει, δεν πρόδωσε τις αξίες του. Ήταν πολλά τα «δεν» του David Bowie και έβγαιναν από τη ματιά του. Της έλειπε η απληστία, ο φθόνος, η ανασφάλεια. Αντίθετα κοιτούσε τους πάντες εμπνέοντάς τους εμπιστοσύνη, ακόμη και όταν του σερβίριζαν ένα ζεστό καφέ. Την περιέφερε ολόγυρα αναζητώντας αισθητικά εναύσματα που θα τον άγγιζαν. Ακόμη και στις συναυλίες του το βλέμμα περιφερόταν αναζητώντας λεπτομέρειες στα πρόσωπα των θαυμαστών του πάνω στα οποία θα κοντοστεκόταν καρτερώντας την έμπνευση.

Από τον David Bowie διδάχθηκα αυτήν την ιδιαίτερη ζεστασιά προς τους ανθρώπους και ταυτόχρονα την λεπτή, αμυδρή απόσταση από τους ίδιους. Ακόμη και όταν ένα ηλιόλουστο μεσημέρι μια τσιγγάνα στην Βασιλίσσης Σοφίας μου ζήτησε ένα τσιγάρο, της χαμογέλασα. Σταμάτησε, με κοίταζε για δευτερόλεπτα και στο τέλος με αποκάλεσε χαμηλόφωνα «πολυζηλεμένε». Μέσα μου ήχησε δυνατά το εξασκημένο ένστικτο David Bowie.

Ένα μόνο πράγμα δεν περιμένω πλέον από τις 11 Ιανουαρίου 2016 και εντεύθεν: τον καινούργιο δίσκο του David Bowie.