ΤΟ BLOG
04/11/2015 06:45 EET | Updated 04/11/2016 07:12 EET

Η αλήθεια για την αύξηση φόρου στις μικρές ζυθοποιίες

Lonely Planet via Getty Images

Εκτεταμένη δημόσια συζήτηση και έντονες διαφωνίες, ακόμη και μέσα στο κυβερνητικό στρατόπεδο, έχει ξεσηκώσει η επικείμενη ψήφιση της αύξησης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στις μικρές παραγόμενες ποσότητες μπύρας (από 15.000 έως 200.000 εκατόλιτρα). Σήμερα ισχύει η μέγιστη επιτρεπόμενη από την ΕΕ έκπτωση 50% στον ΕΦΚ για τις ζυθοποιίες που παράγουν έως 200,000 εκατόλιτρα ετησίως. Με βάση όμως το νέο νομοσχέδιο, η έκπτωση αυτή θα ισχύει μόνο μέχρι το όριο των 15,000. Από εκεί και πάνω θα μειώνεται βαθμιαία σε 45% έως τα 50,000, σε 40% εφόσον η παραγωγή ξεπερνά τα 50.000 και σε 25% αν ξεπερνά τα 100.000.

Πιο συγκεκριμένα:

2015-11-03-1446570615-1232833-image001.jpg

Όπως φαίνεται κι από τον πίνακα, η αύξηση του ΕΦΚ μπορεί να φτάσει το 50%, από €1,30 που είναι σήμερα σε €1,96, για μια εταιρεία με παραγωγή μεγαλύτερη των 100 χιλ. εκατόλιτρων. Ο συντελεστής του φόρου δεν είναι κλιμακωτός, αλλά ο μέγιστος προβλεπόμενος σε όλο το μέγεθος της παραγωγής. Πχ. για παραγωγή 150 χιλ. ισούται με: 150.000 x €1,95 = €292,500.

Ο δημοσιονομικός στόχος του φόρου είναι η αύξηση των δημοσίων εσόδων κατά €3,4 εκατομμύρια.

Σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, η Ελλάδα εμφανίζει από τους υψηλότερους ΕΦΚ. Όσον αφορά τη διαβάθμιση του φόρου, το παρακάτω διάγραμμα δείχνει ότι στις κύριες παραγωγικές χώρες υπάρχει εξίσου βαθμιαία αύξησή του ανά επίπεδο παραγωγής.

2015-11-03-1446570596-1534867-image002.jpg

Η μεγάλη όμως διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι οι αγορές αυτές λειτουργούν σε συνθήκες διευρυμένου μονοπωλιακού ανταγωνισμού. Για παράδειγμα στη Γερμανία λειτουργούν περίπου 1,700 μικροζυθοποιίες με συνολικό μερίδιο μεγαλύτερο του 20% της αγοράς. Στη χώρα μας αντίθετα επικρατεί ολιγοπώλιο, καθώς 2 εταιρείες κατέχουν το 87% του τζίρου και οι υπόλοιπες 20 μόλις το 13%.

Πιο συγκεκριμένα, η Ελληνική αγορά μπύρας παρουσιάζει τζίρο γύρω στα €475 εκ, διαθέτοντας περίπου 390 εκ λίτρα μπύρας ετησίως. Περίπου το 50% αφορά πωλήσεις «ζεστής» μπύρας (από κάβες, supermarkets κτλ), ενώ το υπόλοιπο 50% πωλήσεις «κρύας» μπύρας (μαγαζιά, ταβέρνες, bars κτλ). Οι 2 κυρίαρχοι παίχτες είναι η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, μέλος του πολυεθνικού ομίλου της Heineken, με 60% μερίδιο και ετήσια παραγωγή 2,3 εκ εκατόλιτρα, και η Ολυμπιακή Ζυθοποιία, που δημιουργήθηκε μετά τη συγχώνευση της Μύθος (μέλος του ομίλου Carlsberg) και της Fix, με 27% μερίδιο και παραγωγή 1,1 εκ εκατόλιτρα. Ακολουθούν με μεγάλη διαφορά, αλλά ανοδική τάση οι ελληνικές ζυθοποιίες Μακεδονίας - Θράκης και Αταλάντης με 4% έκαστο μερίδιο και παραγωγή κοντά στα 200 χιλ εκατόλιτρα η κάθε μία, και κατόπιν οι υπόλοιπες μικροζυθοποιίες, που αθροιστικά φτάνουν το 5% της αγοράς. Αναλυτικά:

2015-11-03-1446570565-2959651-image003.jpg

Η αύξηση λοιπόν του φόρου στην ελληνική αγορά μπύρας αναμένεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο στις 2 μεσαίες ελληνικές ζυθοποιίες (Μακε-Θράκης και Αταλάντης), στις οποίες βάσει επιπέδου παραγωγής θα εφαρμοστεί ο αυξημένος κατά 50% ΕΦΚ. Η αύξηση της τιμής θα κυμανθεί από 2,5 - 5 σεντς ανά λίτρο (ανάλογα με το βαθμό Plato - ποσοστό σακχάρων) και αναμένεται να μετακυλήσει επιβαρύνοντας ισόποσα τους καταναλωτές. Σε μικρότερο βαθμό θα επηρεαστούν και οι 2 ροδίτικες ζυθοποιίες, VAP και Ελληνική Ζυθοποιία Ρόδου, που παράγουν περί τα 30.000 εκατόλιτρα ετησίως. Οι υπόλοιπες μικροζυθοποιίες παράγουν κάτω από 5.000 εκατόλιτρα κι ως εκ τούτου διατηρούνται στο ίδιο καθεστώς ΕΦΚ.

Η αύξηση της τιμής αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τις πωλήσεις των μεσαίων ζυθοποιιών και να μειώσει τα μερίδια αγοράς τους προς όφελος των 2 κυρίαρχων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, θα πλήξει και την ανταγωνιστικότητά τους έναντι των ισχυρότερων ανταγωνιστών, που επιτυγχάνουν φθηνότερο κόστος παραγωγής και οικονομίες κλίμακας. Αυτός είναι και ο μεγάλος φόβος όλων των «μικρών» της αγοράς: ότι η πιθανή μείωση της διεισδυτικότητας των μεσαίων εταιρειών στην αγορά, ιδίως της «κρύας» μπύρας, θα συμπαρασύρει προς τα κάτω και τη δική τους διεισδυτικότητα και θα ενισχύσει περαιτέρω τις 2 μεγάλες εταιρείες, μετατρέποντας τες σε απόλυτους κυρίαρχους του παιχνιδιού.

Η σταδιακή εξαφάνιση όμως των μικρών και η παρουσία ολιγοπωλίου δεν ευνοεί τους καταναλωτές. Αντίθετα, η διατήρηση υγιούς ανταγωνισμού και η διεύρυνση του κλάδου είναι προς όφελος και της κοινωνίας και των δημόσιων εσόδων.

Για την επίλυση του ζητήματος και την παράλληλη επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου των 3,4 εκατ. ευρώ προτείνονται οι εξής 2 εναλλακτικές λύσεις:

1. Ο φόρος να αυξηθεί αναλογικά για όλους, να υπάρξει δηλαδή αύξηση και για εκείνους με παραγωγή άνω των 200,000 εκατόλιτρων ετησίως.

2. Ο φορολογικός συντελεστής αντί να παραμένει ενιαίος από το πρώτο λίτρο παραγωγής, να γίνει κλιμακωτός μέχρι το επίπεδο των 200.000 εκατόλιτρων. Πχ. κάποιος που παράγει 175.000 εκατόλιτρα, να πληρώσει ΕΦΚ €1,30 για τα πρώτα 15.000, €1,44 για τα επόμενα 35 χιλ. (μέχρι τα 50.000), €1,56 μέχρι τα 100.000 και €1,95 μέχρι τα 100.000.