Είναι η δημόσια διοίκηση, ανόητε!

«Είναι η δημόσια διοίκηση, ανόητε!» λοιπόν και στη χώρα μας το σύνθημα αυτό πρέπει να αφορά τη δημόσια διοίκηση, καθώς κάθε φορά που ακούγεται η λέξη «μεταρρύθμιση», η πρώτη σκέψη σε οδηγεί στη δημόσια διοίκηση και είναι από τα λίγα σημεία που εγχώριοι και διεθνείς θεσμοί συμφωνούν. Πράγματι είναι κοινό κτήμα πλέον ότι δεν μπορούμε να αναμένουμε βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και βιώσιμη αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας, αν δεν προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης.
Marko Djurica / Reuters

Παραφράζοντας τη γνωστή φράση του Προέδρου των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον «είναι η οικονομία, ανόητε!», θα μπορούσε να ειπωθεί μία αντίστοιχη φράση για την ελληνική δημόσια διοίκηση αυτή τη φορά. Η γνωστή φράση διατυπώθηκε κατά την προεδρική προεκλογική εκστρατεία του Μπιλ Κλίντον στις ΗΠΑ το 1992. Με τη φράση «είναι η οικονομία, ανόητε» ο Κάρβιλ, εμπνευστής της και τότε επικεφαλής της προεκλογικής καμπάνιας του Κλίντον, απευθυνόταν σε όσους εργάζονταν για την καμπάνια προκειμένου να εξηγήσει ότι το ζήτημα που θα κρίνει τις εκλογές δεν είναι ούτε ο πόλεμος στο Ιράκ, ούτε οι σχέσεις με τη Ρωσία, αλλά η οικονομική κατάσταση της Αμερικής και ιδίως της μεσαίας τάξης.

«Είναι η δημόσια διοίκηση, ανόητε!» λοιπόν και στη χώρα μας το σύνθημα αυτό πρέπει να αφορά τη δημόσια διοίκηση, καθώς κάθε φορά που ακούγεται η λέξη «μεταρρύθμιση», η πρώτη σκέψη σε οδηγεί στη δημόσια διοίκηση και είναι από τα λίγα σημεία που εγχώριοι και διεθνείς θεσμοί συμφωνούν. Πράγματι είναι κοινό κτήμα πλέον ότι δεν μπορούμε να αναμένουμε βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και βιώσιμη αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας, αν δεν προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης.

Σε ένα αντίστοιχο συμπέρασμα έχουν καταλήξει όλες οι εκθέσεις των εμπειρογνωμώνων που έχουν ασχοληθεί με τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης. Σε όλες τις εκθέσεις, ωστόσο, ξεχωρίζει η απουσία της λεγόμενης μίας διοικητικής ιεραρχίας που θα κατέχει τη θεσμική μνήμη και θα διαφυλάσσει τη συνέχεια στις μεταρρυθμίσεις. Ο διακεκριμένος καθηγητής Βαρβαρέσσος κατά τη δεκαετία του '50 στην περίφημη έκθεση του με τίτλο «Περί του Οικονομικού Προβλήματος της Ελλάδας» είχε διαγνώσει ότι το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας προέρχεται από την κρατική μηχανή αναφέροντας ότι «εις το μέλλον ουδεμία πραγματική βελτίωσις των οικονομικών της χώρας θα καταστή δυνατή, εφ' όσον δεν αντιμετωπίζεται τούτο το πρόβλημα της πλημμελώς λειτουργούσης διοικητικής μηχανής», ενώ έθετε το ζήτημα της αναξιοκρατίας στις ανώτερες διοικητικές βαθμίδες.

Για την ανάγκη δημιουργίας μίας «ανώτερης δημοσιοϋπαλληλίας» έκανε λόγο ο Γάλλος εμπειρογνώμων Langrod το 1960, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην έκθεση του στη δημιουργία μίας νέας κατηγορίας ανωτέρων υπαλλήλων του κράτους και της διοίκησης στο σύνολο της, ως «διαρκές απόθεμα επίλεκτων υπαλλήλων «διυπουργικού χαρακτήρα». Αντίστοιχες αναφορές γίνονται και σε άλλες εκθέσεις, όπως αυτή του Δεκλερή (Κυβέρνηση Μητσοτάκη) στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και του καθηγητή Γ. Σπράου το 1997 (κυβέρνηση Σημίτη) στις οποίες διατυπώθηκαν προτάσεις σχετικές με την ανάγκη δημιουργίας διοικητικής ιεραρχίας με την «σύσταση κλάδου Ανωτάτων Στελεχών Διοίκησης».

Στο επιτακτικό και διαχρονικό αυτό αίτημα απάντησε με την ίδρυση της η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης το 1983. Στόχος του νομοθέτη αποτέλεσε η ΕΣΔΔ να αποτελέσει μια παραγωγική σχολή στελεχών για τη Δημόσια Διοίκηση. Η Γαλλική ΕΝΑ (École Nationale d'Administration) από την οποία αποφοίτησε και ο νέος πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Εμμανουέλ Μακρόν, αποτέλεσε το πρότυπο και τη πηγή έμπνευσης για την ΕΣΔΔ. Από την ελληνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης έχουν αποφοιτήσει 2297 άτομα, ύστερα από μια επίπονη εκπαιδευτική διαδικασία, τόσο θεωρητική (σε θέματα διοικητικής επιστήμης, δημοσίου δικαίου, διοίκησης προσωπικού, ανάλυσης δημόσιας πολιτικής, προγραμματισμού, δημοσιονομικών, περιφερειακής ανάπτυξης, πληροφορικής, διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών, στατιστικής, πολιτιστικής πολιτικής, κοινωνικής πολιτικής κ.λπ.) όσο και πρακτική (στην Ελλάδα αλλά και σε Θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η φετινή Σειρά), η οποία ολοκληρώνεται με την εκπόνηση και επιτυχή υποστήριξη τελικής εργασίας. Το κατά πόσο η ελληνική δημόσια διοίκηση αξιοποίησε αυτό το καταρτισμένο δυναμικό είναι ένα ερώτημα που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο λεπτομερούς έρευνας. Μία πρώτη πάντως αναφορά είναι ότι αυτό δεν έγινε σε ικανό βαθμό και με σχέδιο.

Επιπρόσθετα η Δημόσια Διοίκηση έχει στο σύνολό της ένα αξιόλογο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό ικανό να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις. Σε αυτό το δυναμικό συγκαταλέγονται όχι μόνοι οι απόφοιτοι της Σχολής, αλλά και υπάλληλοι όλων κατηγοριών με προσόντα και εμπειρία που έχουν προσφέρει υπό αντίξοες συνθήκες και πολλές φορές σε ένα περιβάλλον που τους «βαλτώνει» από κίνητρα.

Χωρίς να κομίζουμε «γλαύκας είς τας Αθήνας» και για να μην μένουμε σε κείμενα που επαναλαμβάνουν προβλήματα καταθέτουμε ενδεικτικά κάποια πρώτα βήματα που θα μπορούσαν να γίνουν για την επόμενη ημέρα της δημόσιας διοίκησης.

  • Θεσμοθέτηση διακομματικού Συμβουλίου Δημόσιας Διοίκησης με κύρια αποστολή την επεξεργασία και κατάθεση μεταρρυθμιστικών προτάσεων για την συνεχή προσαρμογή της ελληνικής δημόσιας διοίκησης στις σύγχρονες προκλήσεις και φυσικά τον εκσυγχρονισμό της. Η πολιτική συναίνεση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την διασφάλιση της συνέχειας του κράτους και της επιτυχίας των μεταρρυθμίσεων.
  • Δημιουργία διυπουργικού κλάδου με στελέχωση σε αυτόν καταρτισμένου προσωπικού από όλα τα Υπουργεία και αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Τα στελέχη του κλάδου αυτού θα αποτελούν την προωθητική δύναμη των αλλαγών και θα επιφορτίζονται συγκεκριμένα καθήκοντα και αποστολές που θα αφορούν την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων.
  • Αξιοποίηση των αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Είναι γεγονός ότι ο αρχικός νόμος που προσδιόριζε το ειδικό υπηρεσιακό καθεστώς των αποφοίτων (ν. 1810/1988) καταστρατηγήθηκε οδηγώντας πλήθος αποφοίτων στην αναζήτηση δικαστικής προστασίας. Συναφώς, ο νόμος (2527/1997) σκόπευε να διορθώσει την αρνητική κατάσταση, εισάγοντας το αυστηρό μέτρο της ποσόστωσης υπέρ των αποφοίτων, όταν διενεργούνται κρίσεις προϊσταμένων. Θεσπίστηκε έτσι ποσοστό 20% των θέσεων τμηματαρχών και το 10% των θέσεων Διευθυντών των υπηρεσιών, να καλύπτονται υποχρεωτικά από αποφοίτους ΕΣΔΔ. Εις μάτην όμως.
  • Εισαγωγή στον Δημόσιο Τομέα, μόνο μέσω απαιτητικών και αξιοκρατικών εξετάσεων του ΑΣΕΠ και της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης για την προσέλκυση στη δημόσια διοίκηση ανθρώπων εξειδικευμένων, με πνεύμα προσφοράς και διάκρισης σε ανταγωνιστικό περιβάλλον.
  • Καθιέρωση σύγχρονων εργαλείων management, στοχοθεσίας, οργανογραμμάτων.
  • Ρητή αναφορά στο Σύνταγμα της αρχής της αξιοκρατίας που θα αφορά όχι μόνο τον τρόπο πρόσληψης στον δημόσιο τομέα, αλλά και τον τρόπο εξέλιξης και σταδιοδρομίας σε αυτόν.
  • Αποσύνδεση των μεταρρυθμίσεων από οριζόντιες προσεγγίσεις που σχετίζονται με περικοπή μισθών και απολύσεις που δαιμονοποίησαν κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια και υποβάθμισαν τον ρόλο της δημόσιας διοίκησης.

Η ιστορικότητα των μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων και η χρονική ακολουθία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων δείχνουν ότι ο διάλογος για τις μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα δεν πρέπει να εξαντλείται ποτέ και να είναι διηνεκής. Χρειάζεται οικειοποίηση (ownership) των μεταρρυθμίσεων από το σύνολο των υπαλλήλων και όχι αποσπασματικές αλλαγές που επιβάλλονται λόγω των μνημονιακών επιταγών. Αλλαγές που θα έχουν πρόσημο το κοινωνικό όφελος και την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, χρειάζεται θέληση γι' αυτές και μία πολιτική που το σλόγκαν της ενδεχομένως να αντηχεί στη φράση «είναι η δημόσια διοίκηση, ανόητε!».

Πήγαινε στην αρχική σελίδα