ΤΟ BLOG
07/12/2015 08:25 EET | Updated 07/12/2016 07:12 EET

Νίκος Κατωγυρίτης, ο Καρπάθιος καπετάνιος του ΕΛΑΣ

Την άνοιξη του '43 ακόμη μια σπουδαία επιτυχία έρχεται για τον Λοχαγό πια Νικόλα Κατωγυρίτη! Με τη βοήθεια μιας δασκάλας από τη Λαμία, της Σούλας, με την ομάδα του κατάφεραν και πάρουν 70 τουφέκια, 80 πιστόλια, 10 αυτόματα, 3 ατομικά, σφαίρες και χειροβομβίδες. Ο Κατωγυρίτης, μαζί με άλλους αγωνιστές έκανε και τη διαπραγμάτευση με δυο Ιταλούς φαντάρους για την αγορά όπλων. Με τη γενναία εισφορά επιχειρηματιών της περιοχής μαζεύτηκαν χρήματα και εξοπλίστηκαν με 80 ακόμη αραβίδες. Τελικά μαζεύτηκαν τόσα όπλα που θα μπορούσε να εξοπλιστεί ένας λόχος.

Manolis Dimellas

«Καβάλα σε ένα θεόρατο ολόλευκο άλογο, με το τουφέκι στον ώμο να γυαλίζει, τις σφαίρες περασμένες σταυρωτά και το περίστροφο έτοιμο, σφιχτά δεμένο στη ζώνη. Ένας αληθινός λεβέντης κι ομορφόπαιδο από τα λίγα, αυτός ήταν ο Νίκος!».

Έτσι τον ήθελαν κάποιες φήμες, έτσι τον περιγράφουν οι Καρπάθιοι που έτυχε να ακούσουν, αλλά δεν γνώρισαν από κοντά τον κόκκινο αγωνιστή Νικόλαο Κατωγυρίτη.

Την ιστορία του ακολουθούν άγνωστες σκιές, αφού είναι από τους λιγοστούς Καρπάθιους αντάρτες, όμως τον σκότωσαν πολύ νωρίς, ήταν ανήμερα της γιορτής του, στις 6 Δεκέμβρη 1944.

Ήταν μόλις 28 ετών όταν πέτυχε να ανταλλάξει με τη ψυχή και το αίμα του μια σταθερή θέση στο πάνθεον των Ελλήνων ηρώων.

Μέσα στη δίνη των επόμενων χρόνων η ιστορία του πρόσκαιρα σκεπάστηκε από λησμονιά, ίσως να βοήθησε και εκείνη η μοιραία προσπάθεια διαγραφής από μια διχαστική και άτιμη πολιτική υστεροβουλία, μα την αλήθεια, ποιο είναι τούτο το αγράμματο φτωχαδάκι, που θα ήθελε να αλλάξει την ρότα ολόκληρης της Ελλάδας; Σίγουρα θα αναρωτήθηκαν κάποιοι εθνοπατέρες και με γκριμάτσες άρνησης θα σήκωναν νευρικά τους ώμους.

Έτσι ακόμη κι όταν υπήρξε η σκέψη να δοθεί το όνομά του, σε ένα στενό του χωριού του, των Μενετών Καρπάθου και με την επιμονή κάποιων συγχωριανών, ειδικά του Π. Ζαβολάκη και του Γ. Σακελλάκη, ο Νικόλας Κατωγυρίτης έμεινε αθάνατος.

Ο κεντρικός δρόμος του χωριού, μπαίνοντας από την Αρκάσα, έχει το δικό του όνομα, μαζί γράφτηκε και το όνομα του αντάρτη Μανώλη Σταματίου, που σκοτώθηκε τις ίδιες μέρες στο Γουδί!

Μόνο να μιλήσεις μα και για να γράψεις λίγα λόγια, νιώθεις να φωτίζεσαι από την ιστορία του καπετάνιου του 1ου λόχου της Βουλιαγμένης.

Η ιστορία δεν θα είχε διασωθεί αν η αδελφή του, η Καλλιόπη Κατωγυρίτη Ρηγοπούλου, δεν κρατούσε σαν αγιασμένο φυλαχτό, τα γράμματα που αντάλλασαν μεταξύ τους τα τρία ξενιτεμένα αδέλφια Κατωγυρίτη με τους υπόλοιπους συγγενείς στο νησί.

Η ιστορία ξεκινά κάπου στα μετόχια των Μενετών, εκεί στους Κάτω-είρους, την εξοχή δυτικά του χωριού προς την Αρκάσα και μόλις περάσουμε το εκκλησάκι του Αη Μάμα, μια περιοχή με δουλεμένους κήπους, φορτωμένους αμπέλια στη Δυτική πλευρά του βουνού Αιείροι.

Η οικογένεια Κατωγυρίτη

Ο Γιώργος Κατωγυρίτης στις αρχές του 20ού αιώνα παντρεύτηκε την Ειρήνη, το γένος Παπαμηνά, και έκαμαν πέντε παιδιά.

Την πρωτοκόρη Ευδοξία, που αρρώστησε και έφυγε πολύ νωρίς, αφήνοντας 4 ορφανά (1907-1929), την Φωτεινή (1909-1985) τον Μανώλη (1913-1959), τον Νικόλαο (1916-1944) και στερνοπούλι τους ήταν η Καλλιοπίτσα (1920-2010), που ήταν ταμένη στην θεία της πριν από τη γέννηση της.

Η φτώχεια αλλά και το σκληρό εθιμικό κληρονομικό δίκαιο δεν αφήνουν περιθώρια, ούτε πετάγματα και όνειρα. Μετά την αναχώρηση της Καλλιοπίτσας ήρθε η σειρά του χαρισματικού Μανώλη. Το παιδί μόλις ολοκληρώνει το σχολαρχείο, τραβά για την Αθήνα και θα βρεθεί, όπως όλοι οι Καρπάθιοι, εργατάκι της άσπρης πέτρας στα λατομεία της Πεντέλης.

Για τον Μανώλη Κατωγυρίτη οφείλουμε ένα ξεχωριστό βιογραφικό αφιέρωμα, αφού πρόκειται για έναν μοναδικό Καρπάθιο ποιητή και εμπνευσμένο λογοτέχνη, που οι ανείπωτες ταλαιπώριες της υγείας του δεν του επέτρεψαν να απογειωθεί μέσα από το αξεπέραστο και πηγαίο ταλέντο του. Οι δεκάδες επιστολές λογοτεχνών, όπως ο Ηλίας Βενέζης, ο Σκαρίμπας, ο Σκίπης, μα ακόμη και ο Σεφέρης, δεν αφήνουν αμφιβολίες για τον αδαμάντινο χαρακτήρα του και το αστείρευτο ταλέντο του.

Όμως ας επιστρέψουμε στην περίπτωση του μικρότερου αδελφού, του ατίθασου Νικόλα Κατωγυρίτη.

Μικρός, ίσα που ολοκληρώνει μερικές τάξεις από το δημοτικό σχολείο Μενετών, εκεί μαθαίνει λιγοστά κολυβογράμματα και ο Νίκος στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αναχωρεί για την Αθήνα. Εκεί εκπαιδεύεται στις εξορύξεις όγκων μαρμάρου, μαθαίνει και παίζει στα δάχτυλα τους δυναμίτες.

Όπως φαίνεται στην αλληλογραφία που διέσωσε η αδελφή του Καλλιόπη, πρόκειται για χαρακτήρα ευαίσθητο και ανεξάρτητο. Άντρας που στίβει πέτρες, όμως θέλει να ερωτευτεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Δεν ψάχνει παρά τη ζωή του, άλλα ο Νικόλας Κατωγυρίτης θα μπορούσε να είναι ένας από τους μοιραίους του Βάρναλη!

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1936, η μοίρα χτυπά σκληρά την οικογένεια, ο μεγάλος αδελφός, ο Μανώλης, αρρωσταίνει από φυματίωση των οστών, μια μορφή οστεομυελύτιδας, γνωστή και ως νόσος του Pott. Από τότε μπαινοβγαίνει στα Αθηναϊκά νοσοκομεία, αφού ακόμη δεν υπήρχε θεραπεία και μοναδική λύση στους αφόρητους πόνους ήταν η μακροχρόνια απόλυτη ακινησία του ασθενούς.

Ο Νικόλαος Κατωγυρίτης αναγκαστικά γίνεται ο προστάτης όλης της οικογένειας. Δουλεύει στις εξορύξεις μαρμάρου στη Ζέστενη Βόλου και αναλαμβάνει την υποχρέωση να στείλει χρήματα στην Κάρπαθο, που δεινοπαθεί από την ιταλική κατοχή. Επίσης προσπαθεί να βοηθήσει τον άρρωστο αδελφό του, μα ακόμη και να στηρίξει την μικρή αδελφή του, την Καλλιοπίτσα, που είχε ανέβει πρώτη στον Πειραιά, έγινε ψυχοκόρη στα χέρια της μακρινής θείας Καλλιόπης Ιωάννου Γεραπετρίτη. Μιας γυναίκας ανεξάρτητης και χειραφετημένης που έφυγε από το νησί στις αρχές του 20ού αιώνα και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Δούλεψε σκληρά και με τα χέρια της έχτισε ένα σπιτάκι στη Λεύκα, παντρεύτηκε έναν Ναξιώτη αμάξα που αρρώστησε και πέθανε του 1929.

Και ο Νίκος, όπως κάθε άνθρωπος, ήθελε να προχωρήσει μπροστά, ονειρευόταν μια λίγο πιο χορτάτη, μια καλύτερη ζωή. Όμως δεν έκλεισε καμιά σιγμή τα μάτια, από νωρίς αναγνώρισε την σταθερή αδικία σε βάρος της εργατικής τάξης, ο ίδιος ένιωθε σαν τη πονεμένη σάρκα από το ταλαίπωρο και άρρωστο κορμί της.

Σε ένα από τα ανορθόγραφα και ολιγόλογα γράμματα του (1/9/1936) ζητάει από τον αδελφό του Μανώλη να του στείλει μια εφημερίδα και του γράφει: «καμμιά εφημερίδα γιατη έχω να διαβάσο από κερον που απαγορεύτηκεν ο ρίζος». Η μικρή αναφορά στον Ριζοσπάστη είναι αρκετή, πρόκειται για την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά (4 Αυγούστου 1936), όταν με πρόσχημα τον «κομμουνιστικό κίνδυνο», έθεσε το ΚΚΕ εκτός νόμου και εξαπέλυσε εναντίον του πρωτοφανείς διώξεις. Ωστόσο ο 20χρονος εργάτης Νικόλαος Κατωγυρίτης φαίνεται να είχε ήδη ώριμη συνειδησιακή οντότητα.

Είναι όμως και βαθιά πατριώτης, γνήσιος Δωδεκανήσιος που με την πρώτη σπίθα του πολέμου, αφήνει πίσω μεροκάματα και φόβους και με το πρώτο ξέσπασμα του πολέμου τραβά γραμμή για το εθελοντικό Σύνταγμα Δωδεκανησίων.

Δεν είναι ο μοναδικός Καρπάθιος, που ανεβαίνει στα σύνορα και πολεμά απέναντι στους Ιταλούς, ενώ το διαβατήριο του ήταν ακόμη Ιταλικό! Καταγράφονται 311 Καρπάθιοι, από τους 1.586 Δωδεκανήσιους, που ντύθηκαν στο χακί και τράβηξαν στο μέτωπο.

Επιστρέφει, όπως όλοι, ξυπόλητος στην Αθήνα και μέσα στην άγρια Γερμανική κατοχή κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού, ίσα για ένα πιάτο φαί. Όμως δεν ησυχάζει, δεν λέει να το βάλει κάτω!

Στις 16 του Φλεβάρη 1942, κυκλοφόρησε παντού η Ιδρυτική Προκήρυξη του Εθνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ). Σ' αυτή διατυπώνονταν οι σκοποί του λαϊκού στρατού, που ήταν: 1) Αγώνας για την απελευθέρωση της χώρας από τους ξένους κατακτητές, 2) περιφρούρηση των κατακτήσεων του λαού και των ελευθεριών του εναντίον κάθε επιβουλής και 3) εξασφάλιση της τάξης μέχρι τη διεξαγωγή εκλογών, ώστε ο λαός να μπορεί να εκφράσει πραγματικά ελεύθερα τη θέλησή του.

Ο Νίκος οργανώνεται στο Εθνικό Απελευθερωτκό Κίνημα και παλεύει μέσα στην Αθήνα τους κατακτητές. Πρόκειται για τις ομάδες αντίστασης πόλεων, που προσπαθούσαν να αφυπνίσουν με κάθε δυνατό μέσο τη συνείδηση του λαού.

Ο Αρκασιώτης Μιχάλης Ρηγοπούλης ήταν και ο ίδιος ενεργό μέλος της αντίστασης, μας αφηγείται μια ιστορία που ακολουθούσε τη σκιά του Νικόλα: «λέγανε πως είχε πιάσει δουλειά σε ένα επιταγμένο εργοστάσιο, κάθε μεσημέρι όλοι οι εργάτες περίμεναν στην ουρά, για να γεμίσουν ένα κατσαρόλι με νερόζουμο από βρασμένες σταφίδες και ασκάδια. Όμως ο Γερμανός στρατιώτης που σέρβιρε, φρόντιζε κάθε μέρα να ξεφτιλίζει τους εργάτες. Πότε τους κλωτσούσε και πότε τους έδινε κατακέφαλα με την ξύλινη κουτάλα που κρατούσε. Ο Νίκος δεν δείλιασε λεπτό, πρέπει να τελειώνουμε με αυτόν τον Γερμανό, και πρότεινε σε μια κοπέλα να του κάνει δήθεν τα γλυκά μάτια, και να τον παρασύρει λίγο απόμερα. Εκεί και αντάμα με κάποιους άλλους συντρόφους, καθάρισαν τον Γερμανό και τον πέταξαν μέσα στο διπλανό πηγάδι, δίχως να του πάρουν τον οπλισμό».

Ένα διάστημα, λίγο πριν από την απελευθέρωση, ο Νίκος δουλεύει στα μαγειρεία του νοσοκομείου που νοσηλεύεται ο αδελφός του Μανώλης, μαζί είναι και ένας ακόμη καρπάθιος, ο Χαρατσοχάρτης, που σε κάποια έφοδο τον Γερμανών συλλαμβάνεται και στέλνεται στην εξορία. Ο Νικόλαος Κατωγυρίτης γλυτώνει, όμως και για αυτόν τα πράγματα δεν είναι εύκολα, ήδη ήταν καπετάνιος του 1ου λόχου Βουλιαγμένης, λόχου ειδικευμένου στην τοποθέτηση εκρηκτικών.

Την άνοιξη του '43 ακόμη μια σπουδαία επιτυχία έρχεται για τον Λοχαγό πια Νικόλα Κατωγυρίτη! Με τη βοήθεια μιας δασκάλας από τη Λαμία, της Σούλας, με την ομάδα του κατάφεραν να πάρουν 70 τουφέκια, 80 πιστόλια, 10 αυτόματα, 3 ατομικά, σφαίρες και χειροβομβίδες. Ο Κατωγυρίτης, μαζί με άλλους αγωνιστές έκανε και τη διαπραγμάτευση με δυο Ιταλούς φαντάρους για την αγορά όπλων. Με τη γενναία εισφορά επιχειρηματιών της περιοχής μαζεύτηκαν χρήματα και εξοπλίστηκαν με 80 ακόμη αραβίδες. Τελικά μαζεύτηκαν τόσα όπλα που θα μπορούσε να εξοπλιστεί ένας λόχος.

Με δική του εντολή ο ΕΛΑΣ, περίπου στα τέλη του Ιούλη 1944, πέτυχε την σύλληψη του διοικητή ταγμάτων ασφαλείας Πολιτόπουλου και του υπασπιστή του Γεωργιάδη. Όλα τα παραπάνω σημειώνονται στο βιβλίο του Γιάννης Κυριακίδης, «Εθνικοαπαπελευθερωτικός Αγώνας», στο κεφάλαιο για τις περιοχές Γλυφάδα-Βούλα-Βουλιαγμένη.

Από τον Κυριακίδη αναφέρεται και το περίφημο κρυσφύγετο «Σπηλιά», που βρισκόταν στο Λυκόρεμα Βούλας και παλαιότερα χρησιμοποιήθηκε ακόμη και από κατσικοκλέφτες. Εκεί βρέθηκε αρκετές φορές και η ομάδα του Νίκου Κατωγυρίτη, αφού η απόμερη θέση της σπηλιάς έδινε ασφάλεια στους κυνηγημένους αγωνιστές. Η ομάδα που έμενε εκεί ονομαζόταν «διμοιρία του βουνού» ή «ομάδα του βουνού». Όμως δεν πρέπει να συγχέεται με τους ΕΛΑΣιτες αγωνιστές των Αντάρτικών Τμημάτων.

Ο λόχος είχε τρεις διμοιρίες. Η συνολική δύναμή του ήταν 80 άνδρες. Ο λόχος του Κατωγυρίτη άνηκε στο 1ο τάγμα του 1ου συντάγματος, στις 12-10-44 το 1ο Σύνταγμα είχε τρία τάγματα, με δύναμη 600 έως 800 ανδρών το καθένα. Είχε στον έλεγχό του, τη Νέα Σμύρνη, Βουρλοπόταμο, Φάληρο, Αγία Βαρβάρα, Γλυφάδα, Βούλα ως τη Βουλιαγμένη. Το τάγμα αυτό μετά την απελευθέρωση στις 29.10.44, είχε στρατιωτικό διοικητή τον έφεδρο λοχαγό Δημητρακάκο Παναγιώτη.

Ας παρακολουθήσουμε το χρονικό των ημερών πριν από τα δραματικά γεγονότα στου Μακρυγιάννη:

3 Δεκέμβρη

Πυροβολισμοί στο άοπλο μαζικό συλλαλητήριο του ΕΑΜ στο Σύνταγμα. 21 νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Το βάρος σηκώνουν οι Εαμικές οργανώσεις της Καλλιθέας που έχουν απλωθεί μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, με τις νεοσμυρνιώτικες οργανώσεις να βρίσκονται πίσω τους, στην περιοχή από τον Βασιλικό Κήπο έως τις Στήλες του Ολυμπίου Διός.

4 Δεκέμβρη

Γενική απεργία. Κηδεία των θυμάτων της προηγούμενης μέρας συνοδεία ένοπλων σχηματισμών του ΕΛΑΣ Αθήνας. Χτύπημα της διαδήλωσης στην οδό Πανεπιστημίου με νεκρούς και τραυματίες.

- Αρχίζει τα ξημερώματα η επίθεση του ΕΛΑΣ στο στρατόπεδο της Χ στο Θησείο και στα αστυνομικά τμήματα της Αθήνας. Στην επίθεση στο Θησείο παίρνει μέρος λόχος 100 νεοσμυρνιωτών ΕΛΑΣιτών του Ι/1 Τάγματος με καπετάνιο τον Μιχάλη Παναγιωτίδη. Στις 11.30 το πρωί ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει τη βάση των χιτών, οι οποίοι είχαν 104 νεκρούς και 40 αιχμαλώτους. 180 χίτες μαζί με τον αρχηγό τους Γρίβα διαφεύγουν προς το κέντρο υπό την προστασία αγγλικών δυνάμεων.

Στις 5 Δεκεβρίου

Ο Τσώρτσιλ αποφάσισε μαζί με τον Ήντεν ότι τα βρετανικά στρατεύματα θα έπρεπε να επιβάλουν την τάξη στην Αθήνα. Είναι χαρακτηριστική η διαταγή προς τον Σκόμπυ, η οποία θυμίζει περισσότερο το αποικιοκρατικό παρελθόν της μεγάλης βρετανίας παρά τη στάση προς μια σύμμαχο χώρα:

«Ωστόσο, μη διστάσετε να ενεργήσετε σαν να βρίσκεστε σε μία κατακτημένη πόλη όπου εξελίσσεται τοπική εξέγερση. [...] Πρέπει να κρατήσουμε και να επιβληθούμε στην Αθήνα. Θα ήταν πολύ σημαντικό να το επιτύχετε αυτό χωρίς αιματοχυσία αν είναι δυνατόν, αλλά και με αιματοχυσία εάν είναι απαραίτητο».

6 Δεκέμβρη, (η μέρα που σκοτώθηκε και ο Νικόλαος Κατωγυρίτης)

Μέχρι τις 12 το μεσημέρι, τα φυλάκια των χωροφυλάκων επί της οδού Μητσαίων μέχρι τη Διονυσίου Αεροπαγίτου έχουν καταληφθεί από το νεοσμυρνιώτικο Ι/1 τάγμα του ΕΛΑΣ με καπετάνιο τον Λευτέρη. Οι δυναμιτιστές του Ι/1 (λόχος του Κατωγυρίτη) ανοίγουν ρήγμα στη νότια πλευρά του μαντρότοιχου της Σχολής Χωροφυλάκων, αλλά η προγραμματισμένη έφοδος αναβάλλεται λόγω της απόσυρσης μερικών Ταγμάτων του ΕΛΑΣ προς Καισαριανή, όπου εκδηλώθηκε αντιπερισπασμός των κυβερνητικών, καθώς και της σταδιακής εμπλοκής των άγγλων στο πλευρό των χωροφυλάκων και των ταγματασφαλιτών.

Ο Ορέστη Μακρής, διοικητής του 1ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Αθήνας, θυμάται μαζί με τον Καπετάνιο Γιώργη Ζαφειρόπουλο (Μουστάκιας) και περιγράφει τα δραματικά γεγονότα της 6ης Δεκέμβρη 1944 στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή), ας τον ακολουθήσουμε στο πιο κάτω συγκλονιστικό απόσπασμα:

«Το πρωί της ίδιας μέρας (6.12.44) έχει αρχίσει μια απ' τις μεγαλύτερες μάχες του Δεκέμβρη. Η μάχη του Μακρυγιάννη που ήταν το ισχυρότερο οχυρό της αντίδρασης. Εκτός απ' τους 1300 χωροφύλακες (η πραγματική τους δύναμη ήταν 600 μέσα στο στρατώνα, 200 στα εξωτερικά οχυρό, 200 στο Α' Σώμα Στρατού, 100 στο τμήμα μεταγωγών και 30 περίπου αστυφύλακες στο Β' αστυνομικό τμήμα δηλαδή σύνολο 1130 που αποτελούσαν τη φρουρά του και ήταν οπλισμένοι με πολυβόλα, αυτόματα και βαρείς όλμους, είχαν οχυρωθεί και σε γειτονικά κτίρια (εννοεί τα οχυρά της οδού Μακρυγιάννη στον ανατολικό τομέα). Το σωστό αυτό φρουριακό συγκρότημα φαινότανε απρόσβλητο.

Ο ΕΛΑΣ όμως δε δίστασε να το προσβάλει. Στις 6 και 30' ξέσπασε η θύελλα. Μέσα σ' ένα πανδαιμόνιο από εκρήξεις ο ΕΛΑΣ αρχίζει να εξουδετερώνει συστηματικά τα οχυρωμένα κτίρια. Είναι δύσκολο να περιγράφει κανένας τη σφοδρότητα της μάχης. Οι χαφιέδες, που διαθέτουν τεράστια δύναμη πυρός, θερίζουν κυριολεχτικά όλους τους δρόμους. Νομίζει κανείς πως βράζει η γη. Ο ΕΛΑΣ παρά τις μεγάλες απώλειες που έχει απ' την πρώτη στιγμή, πολεμάει με απερίγραπτη γενναιότητα, ενάντια στο μισητό φρούριο του φασισμού, το χαφιέδικο σύνταγμα Μακρυγιάννη.

Μέχρι τις 10 το πρωί έχουν ξεκαθαριστεί και τα οκτώ οχυρωμένα κτίρια κι όλες οι δυνάμεις στρέφονται ενάντια στο στρατώνα. Οι χαφιέδες έντρομοι ζητάνε βοήθεια απ' τους σκόμπυδες, που στέλνουν αμέσως τανκς. [Σημείωση Ο.Μ.: Οι άγγλοι απ' την αρχή υποστήριξαν τα δυο οχυρά απέναντι α π' την κεντρική πύλη, που τελικά δεν καταλήφθηκαν]. Αυτή τη φορά βαράνε αμέσως στο ψαχνό, αλλά ο ΕΛΑΣ δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Οι λοχαγοί του 2ου και 6ου λόχου του 1ου τάγματος (Γιώργης Ζαφειρόπουλος σκαρφαλώνουν στα κεραμίδια ενός διπλανού κτιρίου και τινάζουν δέσμες δυναμίτη μέσα στο σύνταγμα (εννοεί τα καλά σπίτια στη γωνιά των οδών Μακρυγιάννη και Χατζηχρήστου). Στο μεταξύ απ ' τις ηρωικές συνοικίες μας ξεκινάει μια άλλη φάλαγγα χωρίς τουφέκια κι αυτόματα, φορτωμένη με τσιγάρα, κονιάκ και γλυκά.

Είναι ο λαός που πάει να βοηθήσει το μαχόμενο στρατό μας. Κορίτσια 12-15 χρόνων και γέροι εβδομηντάρηδες φτάνουν στις πρώτες γραμμές και έρποντας πλησιάζουν τους πολυβολητές, για να τους δώσουν το δώρο τους οι ίδιοι.

Αυτοχειροτονημένες νοσοκόμες 13 χρόνων φτάνουν στη νεκρή ζώνη και μεταφέρουν τραυματίες. Καμιά φορά δε γυρίζουν πίσω. Μένουν νεκρές κρατώντας στην αγκαλιά τους τον τραυματία που πήγαν να γλυτώσουν. Ο ΕΛΑΣ ηλεκτρισμένος εξορμάει σε γενική επίθεση. Ο στρατώνας, φλέγεται. Τα τμήματα του Ιου τάγματος 1ου συντάγματος (Γιάννης Κυριακίδης) έχουν γκρεμίσει τη βορειοδυτική πλευρά της μάντρας. Τη στιγμή που η νίκη είχε στέψει τα όπλα του λαού, από μακρινά φτάνει το μουγκρητό μιας άλλης μάχης. Οι ριμινίτες έχουν εξαπολύσει επίθεση ενάντια στην Καισαριανή"!!

Οι «δυναμίτες» που διέθετε το Ιο σύνταγμα, έφταναν για 4 κοινά φουρνέλα! Είχαμε και τέσσερις νάρκες, αλλά τη μια την είχαμε ξοδέψει στην ανατίναξη της κεντρικής πύλης των φυλακών Συγγρού, όταν πραγματοποιούσαμε την κατάληψή τους με έφοδο ενάντια στις εγγλέζικες δυνάμεις που κάλυπταν τους οπλισμένους δοσίλογους».

Αφήγηση: Μιχάλης Ρηγοπούλης, Ειρήνη Ρηγοπούλη, Μανώλης Κασιμάτης, Νίκος Χαζηγεωργίου

Πηγές

Τοπωνυμικό της Καρπάθου, Κων. Μηνάς. Εξάντας 2000

Αλληλογραφία, Εμμ. Γεωργίου Κατωγυρίτη. Αθήνα 2014

Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας, Ορέστης Μακρής, Σύγχρονη Εποχή

Εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας, Γιάννη Κυριακίδη, Νέα Σμύρνη 1983

polianapoda.wordpress.com

Sponsored Post