ΤΟ BLOG
12/01/2016 06:09 EET | Updated 12/01/2017 07:12 EET

Από τον Μάκη Ψωμιάδη στον Ελ Τσάπο: Παράλληλες ιστορίες κρυφού θαυμασμού

Προσωπικά, θυμάμαι, όταν ήμουν ακόμη στο λύκειο στη δεκαετία του '80, πόσο πολύ με είχε ιντριγκάρει η περίπτωση Βαγγέλης Ρωχάμης. Γεννημένος το 1951, ο Ρωχάμης ήταν όπως γράφει η Βικιπίδεια «Έλληνας εγκληματίας». Ο Ρωχάμης, λοιπόν, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι, είχε πραγματοποιήσει πάνω από δέκα αποδράσεις από τις φυλακές Κορυδαλλού, Χαλκίδας, Κέρκυρας και Αλικαρνασσού. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μία από τις αποδράσεις του στα μέσα της δεκαετίας του '80, και ενώ ολόκληρη η ελληνική αστυνομία τον αναζητεί με συντονισμένη επιχείρηση μεγάλης κλίμακας, ο δραπέτης-κατάδικος Ρωχάμης διασκέδαζει σε νυχτερινό κέντρο (στα μπουζούκια, για να είμαστε συγκεκριμένοι) του οποίου κανείς από τους θαμώνες θεωρεί πρέπον να τον καταδώσει.

ALFREDO ESTRELLA via Getty Images

Μπορεί να ζω μόνιμα για πολλά χρόνια στο εξωτερικό αλλά σαν γνήσιος Έλληνας δεν παύω να βλέπω παντού γύρω μου συνωμοσίες. Όταν, λοιπόν, διάβασα ότι ο περιβόητος Μεξικανός ναρκέμπορας Χοακίν «Ελ Τσάπο - ο κοντούλης» Γκουσμάν συνελήφθη, μου ήταν αδύνατο να μη συνδυάσω τη σύλληψη του με την ανακοίνωση της Νέτφλιξ, 48 ώρες νωρίτερα, για εξάπλωση της συνδρομητικής εταιρείας τηλεοπτικών υπηρεσιών σε 190 χώρες, ανάμεσα τους και η Ελλάδα.

Η Νέτφλιξ, για όσους δεν γνωρίζουν είναι μια on-demand υπηρεσία που σου δίνει τη δυνατότητα να «κατεβάζεις» ταινίες και τηλεοπτικές σειρές μέσα από τις συσκευές σου. Και μια από τις τελευταίες σειρές διαφημιστικός-κράχτης της Netflix μετά το καταπληκτικό "House of Cards" είναι το "Narcos", που αφηγείται την τιτάνια προσπάθεια των Αμερικανών στη δεκαετία του '80 να εντοπίσουν και να συλλάβουν το διαβόητο Κολομβιανό βαρόνο του καρτέλ του Μεντεγίν, Πάμπλο Εσκόμπαρ. Σύμπτωση; Σε καμία περίπτωση. Μιά εταιρεία, σκέφτηκα, σαν τη Νέτφλιξ με φιλοδοξίες παγκοσμίου βεληνεκούς δεν επαφίεται στην καλή τύχη και τις ευνοϊκές συγκυρίες.

Στα σοβαρά, τώρα, αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση την προηγούμενη εβδομάδα ήταν η ομολογουμένως υπερβολική, ακόμη και για τα ελληνικά δεδομένα, κάλυψη από έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα για τον θάνατο του Χρυσόστομου, Μάκη, Μάκαρου, "Big Mac" Ψωμιάδη. Ο Ψωμιάδης μπορεί, βέβαια να μην έφτασε ποτέ τη φοβερή και τρομερή φήμη του Εσκομπάρ ή του Ελ Τσάπο ως Νο1 καταζητούμενου. Ενδεχομένως, γιατί ποτέ δε χρειάστηκε, αφου ως αυθεντικός Έλληνας βαρόνος του εγκλήματος κατάφερε να είναι για δεκαετίες υπόδικος της ελληνικής δικαιοσύνης αλλά ποτέ έγκλειστος. Χρειάστηκαν, παρά τις απανωτές καταδίκες να περάσουν, κυριολεκτικά, δεκαετίες προτού ο Big Mac βρεθεί τελικά πίσω από τα κάγκελα. Το 2012!

Δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε ποιοι φταίνε και ποιοι βοήθησαν να εξασφαλίσει ο Ψωμιάδης μια ατιμωρησία τριών και βάλε δεκαετιών. Αν και μια γρήγορη εξήγηση θα ήταν ότι ο Ψωμιάδης έζησε και επέζησε επειδή η ελληνική κοινωνία του το επέτρεψε. Αυτό, όμως, που εμένα με ιντριγκάρει με αφορμή τις αντιδράσεις και τα σχόλια στο θάνατο του "Big Mac" αλλά και στη σύλληψη του Ελ Τσάπο είναι οτι εμπεριέχουν ένα κρυφό θαυμασμό που όλοι έχουμε μέσα μας για τέτοιες προσωπικότητες. Γιατί;

Γιατί, οι άνθρωποι αυτοί, αντίθετα από μας, είναι άνθρωποι που λένε αυτά που δεν λέγονται κανονικά. Είναι άνθρωποι που μισούν και καταπατούν τους κανόνες. Είναι άνθρωποι που δεν φοβούνται να εκτεθούν και δεν φοβούνται να παρανομήσουν. Είναι άνθρωποι που η τόλμη τους αυξάνεται όλο και περισσότερο καθώς συνειδητοποιούν ότι μπορούν να κάνουν οτιδήποτε, αφού κανείς δεν δείχνει ικανός να τους εμποδίσει. Στο σκοτεινό βάθος του μυαλού μας, η γοητεία του απαγορευμένου μάς εξιτάρει. Θα θέλαμε να μπορούσαμε, έστω και για μια στιγμή να βγούμε από την τακτοποιημένη ζωή μας και να μπούμε στη δική τους.

Προσωπικά, θυμάμαι, όταν ήμουν ακόμη στο λύκειο στη δεκαετία του '80, πόσο πολύ με είχε ιντριγκάρει η περίπτωση Βαγγέλης Ρωχάμης. Γεννημένος το 1951, ο Ρωχάμης ήταν όπως γράφει η Βικιπίδεια «Έλληνας εγκληματίας». Ο Ρωχάμης, λοιπόν, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι, είχε πραγματοποιήσει πάνω από δέκα αποδράσεις από τις φυλακές Κορυδαλλού, Χαλκίδας, Κέρκυρας και Αλικαρνασσού. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μία από τις αποδράσεις του στα μέσα της δεκαετίας του '80, και ενώ ολόκληρη η ελληνική αστυνομία τον αναζητεί με συντονισμένη επιχείρηση μεγάλης κλίμακας, ο δραπέτης-κατάδικος Ρωχάμης διασκέδαζει σε νυχτερινό κέντρο (στα μπουζούκια, για να είμαστε συγκεκριμένοι) του οποίου κανείς από τους θαμώνες θεωρεί πρέπον να τον καταδώσει.

Περιττό να προσθέσω ότι τα ΜΜΕ λάτρευαν το Ρωχάμη αφού τα κινηματογραφικής διάστασης κατορθώματα του διασφάλιζαν πανηγυρικά πρωτοσέλιδα και μεγάλα νούμερα κυκλοφορίας.

Αυτός ο κρυφός θαυμασμός ήταν, πιστεύω, που οδήγησε τον Σον Πεν να μπει στην ρισκέ και χρονοβόρα διαδικασία για ένα Χολιγουντιανό σταρ να πάρει συνέντευξη απ' τον Ελ Τσάπο. Για τον Πεν το ζητούμενο δε νομίζω να ήταν τώρα που πάτησε τα 55 να δοκιμάσει το χέρι του στη δημοσιογραφία σε ένα πρωτοκλασάτο περιοδικό όπως το Rolling Stone όπου και δημοσιεύτηκε η συνέντευξη. Ο Πεν ως επιτυχημένος ηθοποιός και (όχι τόσο επιτυχημένος) ακτιβιστής έχει συναντήσει μια μεγάλη και ενδιαφέρουσα γκάμα ανθρώπων. Ωστόσο, ο Ελ Τσάπο είναι ένα εντελώς διαφορετικό πλάσμα. Διαβάζοντας τη συνέντευξη καταλαβαίνεις αμέσως το εξιτάρισμα του Πεν όταν βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με τον Ελ Τσάπο και την γοητεία που ασκεί ο Μεξικανός ναρκέμπορας πάνω στον Αμερικανό. «Έχω ένα στόλο από υποβρύχια, αεροσκάφη, φορτηγά και πλοία» του λέει με ναρκισσιστική υπερηφάνεια ο Ελ Τσάπο. «Έχω πουλήσει περισσότερη ηρωίνη, μεθαμφεταμίνη, κοκαΐνη και μαριχουάνα από οποιονδήποτε άλλον». Και ο Πεν με τη σειρά του, κολακευμένος, συναρπασμένος και συγχρόνως θαμπωμένος, δεν κατορθώνει σε εφτά ώρες συνέντευξης να κάνει στον Ελ Τσάπο ούτε μία ερώτηση της προκοπής.

*Το βιβλίο του Γιώργου Κασιμέρη «Ακραία Φαινόμενα Διαρκείας: Βία και Τρομοκρατία στη Μεταπολίτευση», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.