ΤΟ BLOG
28/04/2017 05:05 EEST | Updated 28/04/2017 05:06 EEST

Άρθρο 50: Το μεγάλο βήμα στο άγνωστο

Παρά τη σταθερή μέχρι σήμερα πορεία της χώρας, τα μηνύματα είναι ανησυχητικά σε όλα τα παραπάνω μέτωπα. Η λίρα έχει υποχωρήσει στο 10% και 14% σε σχέση με το ευρώ και το δολάριο αντίστοιχα. Το κόστος στις εισαγωγές αυξάνεται, και οι επιχειρήσεις αρχίζουν πλέον να το μετακυλίουν στους καταναλωτές, με αποτέλεσμα το ρεκόρ τριετίας του πληθωρισμού (2.3%) τον Απρίλιο. Οι τράπεζες εξετάζουν τη μετακίνηση χιλιάδων υπαλλήλων σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, οι επενδύσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία υποχώρησαν. Το NHS που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε εβδομαδιαίως επιπλέον 350 εκατομμύρια λίρες στη μετά-Brexit εποχή, κινδυνεύει να χάσει περίπου 25.000 εργαζόμενους.

Bloomberg via Getty Images

Το Brexit αρχίζει να συμβαίνει, μετά από μία περίοδο αναμονής εννέα μηνών η οποία δεν ήταν στο πρόγραμμα. Ο Ντέιβιντ Κάμερον είχε πει ότι σε περίπτωση ήττας, η διαδικασία εξόδου θα ξεκινούσε άμεσα. Βασιζόμενος σε αυτή την υπόθεση, λίγες μέρες μετά την 23η Ιουνίου, ο Ολλανδός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε είχε υποστηρίξει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο με το δημοψήφισμα «κατέρρευσε νομισματικά, οικονομικά, συνταγματικά και πολιτικά».

Παρά τη σταθερή μέχρι σήμερα πορεία της χώρας, τα μηνύματα είναι ανησυχητικά σε όλα τα παραπάνω μέτωπα. Η λίρα έχει υποχωρήσει στο 10% και 14% σε σχέση με το ευρώ και το δολάριο αντίστοιχα. Το κόστος στις εισαγωγές αυξάνεται, και οι επιχειρήσεις αρχίζουν πλέον να το μετακυλίουν στους καταναλωτές, με αποτέλεσμα το ρεκόρ τριετίας του πληθωρισμού (2.3%) τον Απρίλιο.

Οι τράπεζες εξετάζουν τη μετακίνηση χιλιάδων υπαλλήλων σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, οι επενδύσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία υποχώρησαν. Το NHS που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε εβδομαδιαίως επιπλέον 350 εκατομμύρια λίρες στη μετά-Brexit εποχή, κινδυνεύει να χάσει περίπου 25.000 εργαζόμενους. Περίπου 2 στους 5 υπηκόους της ΕΕ που δουλεύουν στις υπηρεσίες υγείας δηλώνουν πως προτίθενται να εγκαταλείψουν τη χώρα την επόμενη πενταετία.

Η Σκωτία ζήτησε εκ νέου δημοψήφισμα για την παραμονή της στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ αντίστοιχο αίτημα διατυπώνει και το Σιν Φέιν στη Βόρειο Ιρλανδία, έχοντας μάλιστα καταγράψει ιστορικό ρεκόρ ψήφων στις πρόσφατες τοπικές εκλογές. Για να απαντήσει σε όλες αυτές τις προκλήσεις, το βρετανικό κράτος καλείται να αναλάβει μία ακόμη πρόκληση, τη μεγαλύτερη σε επίπεδο νομοθεσίας στην ιστορία του. Υπολογίζεται ότι πρέπει να προσληφθούν 30.000 δημόσιοι υπάλληλοι (περίπου 6.000 παραπάνω από τους περίφημους «γραφειοκράτες των Βρυξελλών») προκειμένου να αποφύγουν το Brexit με τη μορφή με την οποία το περιέγραψε ο Ρούτε.

Η σκληρή στάση της Μέι

Είναι αυτό ακριβώς το παράτολμο βήμα στο άγνωστο που καθιστά δυσεξήγητη τη σκληρή στάση της Τερέζα Μέι, μίας κατεξοχήν συντηρητικής πολιτικού, η οποία είχε υποστηρίξει -αν και όχι από την πρώτη γραμμή- το Remain. Ίσως η πρωθυπουγός να προσπαθεί να διαπραγματευτεί τόσο με την ετυμηγορία του εκλογικού σώματος, όσο και με τους Ευρωπαίους. Είναι επίσης αναγκαίο, η πλειοψηφία που ψήφισε Brexit μέσα σε καθεστώς γενικής ευφορίας, να προετοιμαστεί για μία μακρά και επίπονη διαπραγμάτευση, πιθανώς χωρίς θετική κατάληξη. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρά η επιμονή της Μέι στην αρχή του «no deal is better than a bad deal», δηλώνοντας ότι προτιμά να εγκαταλείψει την ΕΕ χωρίς καμία συμφωνία, αν οι διαπραγματεύσεις δεν ευοδώσουν.

Η υιοθέτηση από την πρωθυπουργό της επιθετικής πολιτικής και του δεξιού λαϊκισμού, συνδυάζεται με την προ πολλού περιθωριοποίηση των Labour, μετά την ανάδειξη του Τζέρεμι Κόρμπιν στην ηγεσία του κόμματος. Ένας παραδοσιακός ευρωσκεπτικιστής της ριζοσπαστικής αριστεράς που στήριξε το Remain με μισή καρδιά, και έστειλε διφορούμενα μηνύματα στο εκλογικό σώμα, ζητώντας την ενεργοποίηση του άρθρου 50 την επομένη του δημοψηφίσματος.

Οι βετεράνοι

Τη νομιμοποίηση του λαϊκισμού από τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις, την είδαμε να συμβαίνει ήδη στην Ευρώπη με πιο πρόσφατο παράδειγμα την Ολλανδία, όταν τα κόμματα μετακινήθηκαν προς μέχρι πρότινος σχετικά ακραίες θέσεις για να αντιμετωπίσουν τον Βίλντερς.

Ο εναγκαλισμός των βρετανικών κομμάτων, όμως, με το αντισυστημικό κύμα συμβαίνει στον απόηχο ενός ιστορικού δημοψηφίσματος. Σε μία εποχή που κυριαρχεί ο λαϊκισμός, το να αμφισβητήσεις τη λαϊκή εντολή είναι αδιανόητο.

Αυτή η συνθήκη έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο πολιτικό παράδοξο στη βρετανική πολιτική σκηνή. Το 48% της ψήφου στο Remain στερείται πολιτικής εκπροσώπησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ περίπου 490 βουλευτές υποστήριξαν την παραμονή τον Ιούνιο, το Brexit υπερψηφίστηκε πριν λίγες εβδομάδες από τη Βουλή με συντριπτικά ποσοστά.

Με εξαίρεση τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες που έχουν υποστεί δεινή ήττα το 2016, και είναι πλέον μία μικρή κοινοβουλευτική δύναμη, το κενό αυτό στην πολιτική ζωή της χώρας καλύπτουν πολιτικοί που δεν φοβούνται να αμφισβητήσουν την ορθότητα της λαϊκής απόφασης τον Ιούνιο. Ο λόγος όμως για τον οποίο δεν υπολογίζουν το πολιτικό κόστος είναι γιατί είτε βρίσκονται στη δύση της πολιτικής τους καριέρας (Κένεθ Κλαρκ και Μάικλ Χέιζελταϊν, δύο Τόρις, εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης στη Μάργκαρετ Θάτσερ), είτε ουσιαστικά την έχουν τερματίσει (οι δύο πρώην πρωθυπουργοί Τόνι Μπλερ και Τζον Μέιτζορ).

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει καταρρεύσει πολιτικά. Παρόλα αυτά, δοκιμάζεται χωρίς προηγούμενο από ένα σύνδρομο που έχει χτυπήσει και την υπόλοιπη Ευρώπη: τη συνολική μετατόπιση της πολιτικής ζωής προς τα άκρα. Η ριζοσπαστικοποίηση ενός συστήματος που επαίρεται ότι πάντοτε προλάβαινε και απέφευγε τα πολιτικά δεινά των Ευρωπαίων, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η Μέι επιχείρησε το μεγάλο βήμα στο άγνωστο.