ΤΟ BLOG
09/11/2018 11:28 EET | Updated 09/11/2018 11:37 EET

1ος γύρος διαλόγου Πολιτείας-Εκκλησίας: Ρύθμιση οικονομικών διαφορών

Η συνάντηση μεταξύ του Πρωθυπουργού και του Αρχιεπισκόπου δεν αποσκοπούσε ασφαλώς στο να επιλύσει το σύνολο των θεμάτων μεταξύ του Κράτους και της Εκκλησίας, αλλά στη ρύθμιση κυρίως οικονομικών ζητημάτων. Στα δεκαπέντε σημεία της συμφωνίας έγινε δεκτό το σύνολο των ιστορικών και νομικών επιχειρημάτων της Εκκλησίας, γεγονός που δεσμεύει την κυβέρνηση να ανανεώσει τις υποχρεώσεις της προς αυτήν, ενώ την ίδια στιγμή φαίνεται να βρίσκεται μία κοινή φόρμουλα για την αξιοποίηση αμφισβητούμενων περιουσιακών στοιχείων. Συνεπώς, όχι μόνο επιτυγχάνεται συμβιβασμός για τις εκκρεμείς δικαστικές διαφορές των δύο πλευρών, αλλά με τη δημιουργία του Ταμείου Αξιοποίησης της Εκκλησιαστικής Περιουσίας, εκτάσεις που είναι σήμερα ανενεργές μπορούν να χρησιμοποιηθούν, με αποτέλεσμά την αύξηση των εσόδων τόσο της Εκκλησίας, όσο και της πολιτείας.

Είναι εμφανές πως και τα δύο μέρη θέλησαν να προωθήσουν την εικόνα μιας “win win” συμφωνίας, γεγονός που αποτυπώνεται στην τελευταία φράση της ομιλίας του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, όπου απευθυνόμενος στον Αλέξη Τσίπρα ανέφερε χαρακτηριστικά: «Αν προχωρήσει όλη αυτή η οικονομική δυνατότητα, ώστε να γίνει η Εκκλησία ελεύθερη και να αποκτήσει την αυτοτέλειά της, θα τεθεί στην ιστορία ότι είστε ο πρώτος που έβαλε την υπογραφή». Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε πως παρά την έντονη φιλολογία και θεωρητική διαμάχη σχετικά με ενδεχόμενες αλλαγές στο Σύνταγμα της Ελλάδας, ιδίως στο πεδίο του όρου «επικρατούσα θρησκεία»του άρθρου 3, εντούτοις το ουσιαστικό κομμάτι και ο πυρήνας του ενδιαφέροντος βρίσκεται στις οικονομικές-περιουσιακές διευθετήσεις και εκκρεμότητες. Ο λόγος είναι απλός: ανεξαρτήτως των όποιων λεκτικών τροποποιήσεων και προσθαφαιρέσεων σε θρησκευτικούς συμβολικούς όρους του Συντάγματός, υφίσταται ήδη μία παγιωμένη ερμηνεία στη νομική επιστήμη και στη νομολογία των δικαστηρίων μας σχετικά με το αληθές νόημα και περιεχόμενό τους, το οποίο και απλά θα παγιωθεί λεκτικά με αυτές τις προτάσεις. Συνεπώς, μέσα από τον «καπνό» των ήσσονος σημασίας λεκτικών διαφοροποιήσεων, αναδεικνύεται γρηγορότερα απ’ όσο πολλοί θα περίμεναν η ουσιαστικά μείζονα διαμάχη: η διευθέτηση των οικονομικών εκκρεμοτήτων.

Εκ των πραγμάτων, η νομική σχέση μεταξύ Εκκλησίας-Κράτους χρειάζεται να γίνει περισσότερο λειτουργική και πιο διακριτή, ενώ αξίζει να σημειωθεί το γεγονός πως η κρατική ενίσχυση στα ταμεία της επικρατούσας θρησκείας δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Ειδικότερα, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο, στη Ρουμανία, στη Σλοβακία, στην Τσεχία και στην Κύπρο, τα κράτη χρηματοδοτούν τη μισθοδοσία των ιερέων, ενώ στη Γερμανία οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα μέσω της φορολογίας τους να αποδίδουν μία εθελοντική εισφορά στην Ρωμαιοκαθολική ή στην Προτεσταντική Εκκλησία. Στη χώρα μας η πολύχρονη, σχεδόν εκατονταετής διαμάχη μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και της Εκκλησίας για τις υποχρεωτικές απαλλοτριώσεις, είναι λογικό να επιλυθεί εξωδικαστικά με αμοιβαίες υποχωρήσεις κι έναν συμβιβασμό, που αφενός μεν είναι δυνατό να ενισχύσει τα κρατικά ταμεία και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, αφετέρου δε δίνει μεγαλύτερες προοπτικές στην Εκκλησία για το ποιμαντικό και κοινωνικό της έργο.

Αναμφίβολα, χρειάζεται χρόνος για να γίνει κατανοητός αυτός ο συμβιβασμός, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ακόμα και οι ιερείς δεν γνωρίζουν πτυχές της συμφωνίας και ίσως είναι λογικό να έχουν επιφυλάξεις αναφορικά με τη μισθοδοσία και τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα.

Αναλυτικότερα, στο κοινό ανακοινωθέν επισημαίνεται πως οι ιερείς παύουν να είναι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά θα εξακολουθήσουν να λαμβάνουν το ίδιο ποσό που παίρνουν μέχρι σήμερα από την Εκκλησία, η οποία με τη σειρά της θα επιδοτείται από το Κράτος. Από την άλλη πλευρά, οι όποιες αντιδράσεις φαίνεται να έχουν περισσότερο λογιστικό ή πολιτικό χαρακτήρα παρά θεολογικό, τουλάχιστον μέχρι να διεξαχθεί επί της ουσίας συζήτηση στο κοινοβούλιο για την αναθεώρηση του συντάγματος. Ας μην λησμονούμε βέβαια πως για να επικυρωθεί το οτιδήποτε χρειάζεται τόσο η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που φαίνεται να υπάρχει για να γίνει νόμος του Κράτους, όσο και η υιοθέτηση της συμφωνίας από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Είναι γεγονός πως η συμφωνία μεταξύ του Αλέξη Τσίπρα και του Ιερώνυμου στάθηκε αφορμή για σφοδρή κριτική τόσο από στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, όσο και από τους ιερείς. Πιο συγκεκριμένα, οι υπέρμαχοι του άμεσου διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας δεν εντοπίζουν ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με το ισχύον καθεστώς αναφορικά με ζητήματα όπως είναι η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, η απόσυρση των θρησκευτικών συμβόλων από τα δημόσια κτίρια, η κατάργηση της σχολικής προσευχής κι ο τρόπος διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών. Από την άλλη πλευρά, οι ιερείς ανησυχούν για όλα τα παραπάνω, ενώ είναι αλήθεια πως δεν δείχνουν και τη μέγιστη δυνατή εμπιστοσύνη στην Ιεραρχία της Εκκλησίας στη διαχείριση των χρημάτων, αφού θεωρείται πως η συμφωνία ενισχύει σημαντικά την εξουσία των Μητροπολιτών, χωρίς καμία διαμεσολάβηση του Κράτους σε αυτή τη διαδικασία. Οι κληρικοί έως σήμερα δεν έχουν κανένα φόβο για το μισθό τους παρά μόνο εάν το πράγμα φτάσει στο απροχώρητο. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις και για σοβαρά παραπτώματα είναι δυνατό να καθαιρεθούν από το Συνοδικό Δικαστήριο χάνοντας την ιερατική τους ιδιότητα. Η εξάρτηση των εφημέριων μισθολογικά, όχι από το Κράτος, αλλά από την ίδια την Εκκλησία, αλλάζει τον χάρτη διοίκησή της και επαναπροσδιορίζει τους ρόλους ακόμα και στο εσωτερικό της.

Οδεύοντας προς τη συνταγματική αναθεώρηση καθίσταται σαφές πως η ελευθερία συνείδησης και λατρείας αποτελεί ένα εκ των ων ουκ άνευ δικαίωμα για τους πολίτες της χώρας. Ζητήματα όπως η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου στα δικαστήρια, καθώς και σε ορκωμοσίες που πραγματοποιούνται ενώπιον δημοσίων αρχών και υπηρεσιών, αλλά και η θέσπιση του πολιτικού γάμου ως υποχρεωτικού, με τη δυνατότητα ασφαλώς όσοι το επιθυμούν να τελέσουν και θρησκευτικό γάμο, αποτελούν βήματα προς ένα Κράτος ουδετερόθρησκο, το οποίο όμως την ίδια στιγμή σέβεται την επικρατούσα θρησκεία, τον πολιτισμό και την ιστορία. Παρά το γεγονός πως μπορεί κάποιος να θεωρήσει πως ένας διαχωρισμός του Κράτους από την Εκκλησία αποβαίνει εις βάρος της δεύτερης, εντούτοις ένα νέο πλαίσιο της σχέσης τους, συνταγματικά κατοχυρωμένο, θα της δώσει τη δυνατότητα να αυξήσει τη δυναμική της απαλλασσόμενη από ισχύουσες περιοριστικές διατάξεις, οι οποίες αυτή τη στιγμή προκαλούν εντάσεις και δυσεπίλυτες διαφορές που απασχολούν ακόμα και τις δικαστικές αίθουσες.

Οι ακραίες φωνές που απαιτούν εδώ και τώρα την διακοπή κάθε κρατικής ενίσχυσης στην Εκκλησία, παραγνωρίζοντας ασφαλώς τις υποχρεώσεις του Κράτους λόγω και των απαλλοτριώσεων των περιουσιακών της στοιχείων, αλλά και το γεγονός πως 10.000 ιερείς, οικογενειάρχες θα βρεθούν χωρίς εισόδημα, είναι απαράδεκτες και εκτός πραγματικότητας. Ακραίες φωνέςόμως υπάρχουν και στο εσωτερικό της Εκκλησίας. Αμέσως μετά το κοινό ανακοινωθέν παρουσιάστηκαν ιερείς με πολεμικές δηλώσεις, έτοιμοι να ξεσηκώσουν τους πιστούς, γεγονός λυπηρό καθώς αφιερώνουν χρόνο όχι για να βελτιώσουν τις λεπτομέρειες της συμφωνίας π.χ. σχετικά με τις Μητροπόλεις της Κρήτης και της Δωδεκανήσου που δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο αν θα υπαχθούν στο νέο καθεστώς μισθοδοσίας, αλλά για να τορπιλίσουν τις συνομιλίες βλάπτοντας, όπως σωστά αναφέρει ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, τα συμφέροντα της ίδιας της Εκκλησίας. Παρεμπιπτόντως, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε εάν το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα συμμετάσχει στις συνομιλίες, πόσο μάλλον από τη στιγμή που οι «Νέες Χώρες», οι οποίες βρίσκονται κάτω από τη δικαιοδοσία του, αποτελούν τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Ο πρώτος γύρος του διαλόγου σιγά σιγά ολοκληρώνεται και θεωρώ πως όλοι εύχονται οι διαφορετικές απόψεις και αντιλήψεις να επιλυθούν με πνεύμα σεβασμού και αλληλοκατανόησης.