ΔΙΕΘΝΕΣ
01/01/2016 06:22 EET

Η αμφισβήτηση το 2016 και οι πολιτικές ελίτ: Τι μέλλει γενέσθαι;

Nick Paleologos / SOOC

Εάν υπάρχει κάτι που έχει πληγεί το 2015 -και θα συνεχίσει και το 2016 εάν δεν αλλάξει κάτι- είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών στις ελίτ -κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, ΜΜΕ.

Παραδοσιακά κόμματα χάνουν στις εκλογές, νέα κόμματα και νέοι πολιτικοί δοκιμάζονται, τα ΜΜΕ αμφισβητούνται. Φαινόμενα που δεν συναντώνται φυσικά μόνο στην Ελλάδα. Τελευταίο παράδειγμα η Ισπανία που οι τελευταίες εκλογές, που σήμαναν το τέλος -εάν είναι οριστικό, θα δείξει- του δικομματισμού.

Ενδεικτικό το ετήσιο βαρόμετρο της Edelman Trust για το 2015 που δείχνει πως η εμπιστοσύνη στους φορείς αυτούς έχει υποχωρήσει κατά 50% στα 2/3 των χωρών.

Όμως τι μέλλει γενέσθαι για το 2016;

Υπάρχει ένα κοινό μοτίβο πίσω από το γεγονός ότι σε πολλές χώρες (από τη Βρετανία με τον Corbyn μέχρι τις ΗΠΑ) υπάρχει ένα ρεύμα anti-establishment κομμάτων (με εκκίνηση από τα άκρα αριστερά ή τα δεξιά) που αμφισβητούν την ικανότητα των κυβερνήσεων να χαράξουν πολιτικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολιτών και όχι των ελίτ;

Θα μπορέσουν τα κεντρώα κόμματα της Ευρώπης, με την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με προσφυγικό, τρομοκρατία, ανεργία, να αποτελέσουν ανάχωμα στα άκρα, όταν οι πολιτικές που καλούνται να εφαρμόσουν κοντράρονται με τον λαϊκισμό που κυριαρχεί στο δημόσιο λόγο;

Και τελικά, μπορεί η ΕΕ να λειτουργήσει σε αυτή τη φάση της παγκοσμιοποίησης;

Σε αυτά τα ερωτήματα απάντησε στην HuffPost Greece ο Cas Mudde, επίκουρος καθηγητής στη Σχολή Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Georgia των ΗΠΑ και blogger της The Huffington Post.

Για τον Mudde «είναι σαφές ότι υπάρχει παγκόσμια δυσαρέσκεια με την πολιτική ελίτ, η οποία συνδέεται αναμφίβολα με την πρόσφατη κρίση, το νέο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης -που έγιναν πιο ανεξάρτητα αλλά και λειτουργούν βάσει πρακτικών εντυπωσιασμού), και τέλος ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος έχει δημιουργήσει πιο μεγάλους νικητές και χαμένους και έχει κάνει τους πολιτικούς λιγότερο ισχυρούς». Ωστόσο, για τον Mudde, οι πολιτικοί όπως ο Corbyn και ο Sanders δεν είναι το ίδιο με τον Τσίπρα ή τον Trump. Ως ένα βαθμό, εξηγεί, ο Corbyn και ο Sanders έχουν να κάνουν με την ανανέωση του συστήματος γενικότερα, και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος ειδικότερα. Είναι μια εσωτερική αλλαγή (anti-establishment), που απευθύνεται στους «δικούς μας ηγέτες», ενώ ο Τσίπρας και ο Trump είναι εξωτερική αλλαγή (anti-establishment), που απευθύνεται σε όλους και, σε κάποιο βαθμό, στο πολιτικό σύστημα, ή τουλάχιστον στο πώς οι πολιτικές ελίτ χρησιμοποιούν το σύστημα.

Το ιδεολογικό κενό του κέντρου και η απαξίωση του νεοφιλελευθερισμού

Αναφορικά με τα κεντρώα κόμματα της Ευρώπης και εάν υπάρχει πιθανότητα ανάκαμψης, απαντά:

«Αν το 2015 έχει κάτι να μας πει, τότε η απάντηση είναι “όχι”. Το 2015 τα κεντρώα κόμματα συνθηκολόγησαν απόλυτα με την άκρα δεξιά, είτε αυτό αφορά στην παραδοσιακή μορφή της με τη Marine Le Pen και το Εθνικό Μέτωπο ή στη νέα μορφή του με τον Βίκτορ Ορμπάν και το Fidesz. Τουλάχιστον, όσον αφορά στα κοινωνικο-πολιτιστικά ζητήματα, όπως η μετανάστευση και η ασφάλεια, τα κεντροδεξιά κόμματα έχουν ενστερνιστεί πλήρως απολυταρχικά πρόγραμμα με ισχυρά εθνικιστικά (nativist) στοιχεία – συνδέοντας τους πρόσφυγες με την τρομοκρατία. Τα περισσότερα κεντροαριστερά κόμματα έμειναν είτε σιωπηλά, είτε υποστήριξαν ανοιχτά αυτό το πρόγραμμα, όπως στη Δανία.

Αναφορικά δε με τα κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα, διατηρείται ο πιο ήπιος νεοφιλελευθερισμός, καθώς τα περισσότερα κεντροδεξιά κόμματα συνεχίζουν να στηρίζουν την πολιτική λιτότητας της Ευρωζώνης, στην οποία αντιδρούν έντονα και τα αριστερά και τα δεξιά λαϊκιστικά κόμματα. Ωστόσο, τα επιχειρήματά τους (σ.σ. των νεοφιλελεύθερων πολιτικών) είναι σχεδόν μόνο πρακτικής φύσης - έχουμε επενδύσει πάρα πολύ σε αυτή την πολιτική για να την αλλάξουμε τώρα- τη στιγμή που ο νεοφιλελευθερισμός ως ιδεολογία φαίνεται ότι σε μεγάλο βαθμό έχει απαξιωθεί. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα ιδεολογικό κενό στο πολιτικό κέντρο της Ευρώπης, η οποία γεμίζει, κυρίως, από την άκρα δεξιά».

Αναπόφευκτη μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων

Τέλος, αναφορικά με το μέλλον της Ευρώπης, επισημαίνει ότι ενώ θα έπρεπε να είναι σε θέση να λειτουργήσει (σωστά) μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, αφού είναι από πολλές απόψεις ένα χαρακτηριστικό παγκοσμιοποιημένο μοντέλο, όμως «δεν μπορεί να λειτουργήσει στη σημερινή του μορφή, δηλαδή με πάρα πολλές διαφορετικές οικονομίες και πολιτικές ελίτ, διαφορετικά επίπεδα ολοκλήρωσης, και χωρίς σαφή ιδεολογία ή το όραμα».

Για τον Mudde, είναι αναπόφευκτη η ριζική αλλαγή της ΕΕ τα επόμενα χρόνια, πιθανότατα μέσω μιας διαδικασίας δύο ταχυτήτων, που ουσιαστικά θα «επισημοποιήσει» αυτό που ήδη ισχύει: Αυτός ο μικρός πυρήνας των πλουσιότερων χωρών της δυτικής Ευρώπης πιθανότατα θα ενισχύσει την -μεταξύ τους- ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ενώ οι υπόλοιπες χώρες θα είναι απλά μέρος μιας a la carte ΕΕ. Και για τον Mudde αυτό, προφανώς, θα δημιουργήσει νέα προβλήματα, ειδικότερα όταν απαιτείται αλληλεγγύη (όπως στην περίπτωση των ελληνικών διαπραγματεύσεων ή της προσφυγικής κρίσης).