ΤΟ BLOG
09/09/2019 12:39 EEST | Updated 09/09/2019 12:43 EEST

«Ο καλός μουσικός δεν παίζει μόνο με το σώμα του αλλά με το σύνολο της ανθρώπινης υπόστασης του»

Συνέντευξη με την Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου

Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου

Κόρη της ιδρύτριας και διευθύντριας της πιθανότατα σημαντικότερης ελληνικής χορωδίας στην σύγχρονη εποχή, παιδί – θαύμα με πρώτη εμφάνιση σε κοινό σε ηλικία επτά ετών και με λαμπρές σπουδές όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην Ρωσία, την Ουγγαρία και την Αμερική η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου είναι εκ των αληθινά κορυφαίων σολίστ – ανεξαρτήτως φύλου – του πιάνου στην χώρα μας αλλά και καταξιωμένη διεθνώς. Κατέχει άψογα όλο το ρεπερτόριο της πρώιμης, ώριμης και ύστερης περιόδου της κλασικής μουσικής και ειδικά σε έργα Μπαχ θεωρείται από τους/τις καλύτερους/ες και πλέον ολοκληρωμένους/ες εκτελεστές/ιες τους διεθνώς. Επιπλέον σε κάποια στιγμή αυτής της εξαιρετικής εκτελεστικής διαδρομής της μας ξάφνιασε με τον καλύτερο τρόπο κυκλοφορώντας τον δίσκο «Σμάλτο» όπου μας αποκάλυπτε την πολύ ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακά κατασταλαγμένη πλευρά της ως συνθέτιδας τραγουδιών. Η ψηφιακή κυκλοφορία πριν λίγο καιρό από την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Subways Music του Σοφοκλή Σαπουνά του «Minerals», ενός album με πιανιστικές συνθέσεις της (που φυσικά εκτελεί η ίδια) οι οποίες αξιοποιούν με ιδανικού τρόπο την στέρεα παιδεία και βαθιά γνώση της συνολικά της κλασικής μουσικής για την δημιουργία σύγχρονης που είναι πρωτότυπη, συχνά απολαυστικά «εφευρετική» και αληθινά πολύ όμορφη (και η παρουσίασή του δίσκου θα γίνει το Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου στις 20:00 στον Πολυχώρο «Ιανός)ήταν μια θαυμάσια αφορμή για μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση με μιαν από τις πλέον ξεχωριστές, πραγματικά σπάνια Ελληνίδα μουσικό του σήμερα. 

Θα ξεκινήσω με μιαν ερώτηση που η απάντηση της μπορεί για εσάς να είναι ίσως αυτονόητη και να έχει δοθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια αλλά όχι απαραίτητα για οποιονδήποτε άλλον. Αν η μητέρα σας δεν ήταν η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου θα είχατε και πάλι γίνει μουσικός και θα είχατε ακολουθήσει την ίδια διαδρομή; Κα συμπληρωματικά, πώς η κόρη της ιδρύτριας και διευθύντριας μιας από τις σημαντικότερες ελληνικές χορωδίες όλων των εποχών όχι απλά δεν την διαδέχθηκε αλλά ούτε καν ασχολήθηκε με το τραγούδι και αντί για αυτό έγινε μια κορυφαία σολίστ του πιάνου;

Η μητέρα μου, εκτός από το παράδειγμα μιας αξεπέραστης ανθρώπινης ποιότητας και δύναμης. μου κληροδότησε μια μεγάλη αγάπη για τον μελοποιημένο λόγο, για την μελωδία και την αρμονική ραχοκοκαλιά της που είναι ο πυρήνας της μουσικής. Μεγάλωσα μέσα στο τραγούδι αλλά και με πολλή κλασική μουσική από την πλευρά και των δυο γονιών μου. Άρχισα να παίζω πιάνο με την καθοδήγηση της μητέρας μου πολύ νωρίς, σε ηλικία μόλις τριών ετών. Η μητέρα μου είναι επίσης και πιανίστρια, παράλληλα με την χορωδία είχε την διεύθυνση παραρτήματος του Εθνικού Ωδείου στα Τρίκαλα. Ε, τελικά το πιάνο με κέρδισε!

Μετά από τόσα χρόνια το πιάνο είναι για εσάς το μέσο με το οποίο εκφράζεστε ή πλέον μια προέκταση του εαυτού σας;

Μα φυσικά για κάθε μουσικό το όργανο του είναι μια προέκταση της φωνής του, του σώματός του, είναι η δεύτερη ομιλία του, πώς αλλιώς θα μπορούσε να συμβαίνει;

Μιλώντας προσωπικά και για τον εαυτό σας φυσικά, ο/η αληθινά καλός/ή εκτελεστής/ια όχι μόνο του πιάνου αλλά οποιουδήποτε οργάνου παίζει μόνο με τα χέρια του ή αναπόφευκτα – αν όχι νομοτελειακά – και με το μυαλό αλλά και την ψυχή του επίσης;

Το μουσικό όργανο παίζεται από τον ολοκληρωμένο άνθρωπο. Δεν είναι μια αυτοματοποιημένη διαδικασία, δεν είναι μια λούπα που μπαίνει σε επανάληψη! Δεν είναι ένας μηχανικός παλμός, είναι ανθρώπινος παλμός. Δεν βλέπω πως μπορεί κανείς να ξεχωρίσει το σώμα - τα χέρια εν προκειμένω - από τον νου και τα αντανακλαστικά της αρμονικής σκέψης που συνοδεύουν πάντα την μουσική εκτέλεση από τα εκφραστικά αντανακλαστικά. Είναι αδύνατον!

Ανεξάρτητα από το αν έχετε μαθητεύσει κοντά του/της, τον/την έχετε γνωρίσει προσωπικά ή οτιδήποτε άλλο, ακόμα και από το αν είναι εν ζωή ή όχι, υπάρχει ένας πιανίστας ή μία πιανίστρια που να θεωρείτε ότι πραγματικά έχει φτάσει στην τελειότητα, ότι ενσαρκώνει το απόλυτο όσον αφορά στο παίξιμο του πιάνου;

Η τελειότητα είναι μια ιδέα, δεν ξέρω αν είναι εφικτή! Και εν πάση περιπτώσει για ποια τελειότητα μιλάμε; Το εκάστοτε γούστο διαμορφώνει τα πρότυπα, εκτός του ότι κάποιες «αδυναμίες» είναι που συχνά κάνουν ένα έργο υπέροχο (οι παράλληλες πέμπτες του Μπαχ οι οποίες θεωρητικά απαγορεύονται είναι μεγαλειώδης μουσική στιγμή!). Δεν θέλω να μπω στη συζήτηση αν το τέλειο είναι ψυχρό και άλλα παρόμοια κλισέ αλλά «ακόμα κι ο ήλιος έχει κηλίδες, δεν είναι τέλειος!», έλεγε ο δάσκαλους μου, ο υπέροχος György Sebok που θεωρώ ότι είχε αγγίξει την τελειότητα στη σχέση ερμηνευτή - στοχαστή, δεξιοτέχνη και δασκάλου. Αν θέλετε να δούμε την τελειότητα σε σχέση με μια βαθιά, άρτια αλλά και «μεταφυσική» εκτελεστική διάσταση θα ανέφερα τον Arturo Benedetto Michelangeli η τον βιολιστή Nathan Milstein .

Μιλώντας και πάλι με βάση την δική σας ψυχοσύνθεση αλλά και εμπειρία, τι είναι γενικά δυσκολότερο αλλά επίσης από τι αποκομίζει περισσότερη ικανοποίηση ένας/μία πιανίστας/στρια, το να παίζει σολιστικά έργα ή μαζί με ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο ορχηστρικό σχήμα; Και αντίστοιχα, ποια είναι η γνώμη σας και σας ενδιαφέρει η συνοδεία φωνητικής ερμηνείας η οποία τυπικά μπορεί να είναι επίσης σολιστική αλλά την θεωρώ ένα πολύ ιδιαίτερο κεφάλαιο στο παίξιμο του πιάνου;

Ο πιανίστας είναι εκ των πραγμάτων ένα πολυφωνικό ον. Είναι πολύ γοητευτικό να παίζεις με μεγάλη ορχήστρα, αληθινά συναρπαστικό. Παίζοντας το κατεξοχήν πολυφωνικό όργανο, το πιάνο, δεν μπορείς παρά να διασπάσαι μέσα σου πολυφωνικά σε διαφορετικά όργανα, σε ορχήστρα, κουαρτέτο, τρίο, πρέπει να φαντάζεσαι πως «ενορχηστρώνεις» αυτό που παίζεις προκειμένου να αποδίδεις επίπεδα και ηχοχρώματα. Υπό αυτήν την έννοια το να παίζεις με άλλα όργανα είναι απολαυστικό και άπειρα γοητευτικό. Από την άλλη η ανθρώπινη φωνή είναι η απαρχή και το πρότυπο κάθε μελωδικής εκφοράς για όλα τα υπόλοιπα όργανα. Τι πιο ωραίο λοιπόν από το να συνοδεύει το πιάνο, με τον πολυφωνικό πλούτο τον οποίο διαθέτει, την ανθρώπινη φωνή; Αυτό μπορεί να είναι και θαυμάσια μαθητεία, ως προς το πως να διδασκόμαστε από τους καλούς ερμηνευτές στο να φραζάρουμε, να αναπνέουμε και να χρωματίζουμε την μουσική αφήγηση.

Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου

Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε έναν και μοναδικό συνθέτη και ένα και μοναδικό έργο – όχι απαραίτητα δικό του! – ως τον και το πιο αγαπημένα σας ποιος και ποιο θα ήταν και γιατί;

Έναν συνθέτη θα ξεχώριζα και ολόκληρο το έργο του, τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ. Το έργο του είναι μια πολυσήμαντη γλώσσα που συμπυκνώνει ολόκληρη την Ιστορία της μουσικής.

Μιλώντας για Μπαχ θεωρείστε - και απολύτως δικαιολογημένα - μια από τις σημαντικότερες και όχι απλά καλύτερες εκτελέστριες έργων του στην Ελλάδα. Υπάρχει κατά τη γνώμη σας ένα στοιχείο στα έργα για πληκτροφόρα όργανα και κυρίως βέβαια για πιάνο αυτού του ακρογωνιαίου λίθου της δυτικής μουσικής που πάρα πολλοί/πολλές εκτελεστές/ιες, όσο καλοί/ές και αν είναι κατά τα άλλα, δεν λαβαίνουν υπόψη τους (ή και αγνοούν ακόμα) αν και θα έπρεπε οπωσδήποτε; Ή, με άλλα λόγια, ποιο είναι το πλέον αναγκαίο, πέραν της δεδομένης δεξιοτεχνίας, για να παιχτεί όχι απλά καλά αλλά και σωστά ο πιανιστικός Μπαχ;

Τον Ιούλιο του 2018 κυκλοφόρησε από την βρετανική δισκογραφική εταιρεία First Hand Records η ηχογράφηση μου του εμβληματικού έργου του Μπαχ «Το Καλώς Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο» («The Well Tempered Clavier») που πήρε διθυραμβική κριτική πέντε αστέρων στο έγκριτο βρετανικό έντυπο BBC Music Magazine, ανακηρύχθηκε «CD του μήνα» από το International Music Web και το Gramophone το τοποθέτησε ανάμεσα στις κορυφαίες ηχογραφήσεις του έργου διεθνώς, γεγονός που νομίζω ότι μου επιτρέπει να νιώθω τιμή αλλά και υπερηφάνεια ενώ τιμήθηκε και με το βραβείο της Ένωσης Ελλήνων Κριτικών. Η διεθνής διάκριση μιας δισκογραφικής έκδοσης που αφορά στον απόλυτο πυρήνα του πιο απαιτητικού ρεπερτορίου αποτελεί προφανώς προσωπική επιβράβευση για εμένα αλλά και απόδειξη ότι η Ελλάδα μπορεί να έχει μια πολύ ισχυρή παρουσία στην κλασική μουσική. 

Σε δύο μήνες θα κυκλοφορήσει από την ίδια εταιρεία το επόμενό διπλό CD μου με τις Γαλλικές Σουίτες του Μπαχ. Θα ήθελα να σταθώ σε ένα μόνον από τα πολλά ερμηνευτικά θέματα που συναντάμε στην προσέγγιση των έργων του Μπαχ, των εκφραστικών μέσων τα οποία έχει ο εκτελεστής στη διάθεσή του ή μάλλον αυτών που επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει. Αν και υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι η μουσική του Μπαχ δεν επιδέχεται εκφραστικότητας στην πραγματικότητα αυτό είναι μια τεράστια παρεξήγηση. Το πιάνο είναι ένα όργανο εξαιρετικά πλούσιο εκφραστικά και το να παίζεις πιανιστικά έργα του Μπαχ σήμερα δεν είναι ούτε πρόκληση ούτε πρωτοπορία. Μπορεί τα συναισθήματα και οι συγκινησιακές φορτίσεις να ήταν στιλιζαρισμένα στο μπαρόκ αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν. Ο Μπαχ μπορεί τυπικά να ανήκε στο μπαρόκ ή ακόμα και να διακρίνεται για το θρησκευτικό συναίσθημα του όμως είναι διαχρονικός στο έπακρο, υπερβαίνει τον χρόνο σαν ένα φως που έχει ξεκινήσει από μακριά το ταξίδι του στο σύμπαν και μεταφέρει παλμούς του απείρου. Μια ολόκληρη ζωή δεν αρκεί προκειμένου να αποκρυσταλλώσει κανείς μια προσωπική ερμηνεία του έργο του. Απαιτείται μελέτη, έρευνα, ευελιξία, διαρκής αμφιβολία και επανεξέταση. Εξάλλου μόνο μέσα από μια υγιή εμμονή προσεγγίζει κανείς την ωριμότητα!

Το 1996 μας ξαφνιάσατε πολύ ευχάριστα με την κυκλοφορία του «Σμάλτο», ενός δίσκου που αποκάλυπτε όχι μόνο την δημιουργική πλευρά σας αλλά και την τραγουδοποιητική που, επιτρέψτε μου να πω, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη για μία κλασική σολίστ δεν είναι και ακολούθησαν ζωντανές παρουσιάσεις αυτού του υλικού με συγκεκριμένο δικό σας σχήμα μάλιστα. Γιατί δεν υπήρξε συνέχεια σε πρακτικό επίπεδο και εξακολουθήσατε να γράφετε τραγούδια που κάποια στιγμή πιθανόν να δημοσιοποιηθούν;

Το αγαπώ πάντα το «Σμάλτο»είναι, μια σειρά τραγουδιών στα οποία έγραψα τόσο την μουσική όσο και τους στίχους, μάλλον δεν είναι διόλου συμπτωματικό ότι μεγάλωσα ακούγοντας τραγούδια από την Χορωδία Τρικάλων της μητέρας μου, γαλουχήθηκα με τον μελοποιημένο λόγο που αποτελεί μια πολύ ισχυρή πλευρά της μουσικής μνήμης μου. Κατά κάποιο τρόπο πάντα με κυριεύει υποσυνείδητα μια μελωδία, καμία φορά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να τραγουδά εσωτερικά μιαν άγνωστη μελωδία της οποίας αγνοώ τον προέλευση. Τώρα ετοιμάζω μια νέα δισκογραφική εργασία στην οποία μελοποιώ ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, δεν μπορώ όμως αλλά και δεν θέλω να πω περισσότερα για αυτό επί του παρόντος. !

Minerals νέο άλμπουμ της Αλεξάνδρας Παπαστεφάνου

Τι είναι αυτό που σας ελκύει τόσο στα μέταλλα ώστε να δώσετε αυτόν τον τίτλο στον πρόσφατο δίσκο με πιανιστικές συνθέσεις σας και αντίστοιχα σε καθένα από τα κομμάτια του το όνομα ενός συγκεκριμένου μετάλλου; Το κάθε απόσπασμα εμπνέεται υπό μιαν έννοια από το μέταλλο του τίτλου του ή αντίθετα το δεύτερο κατά κάποιο τρόπο περιγράφει το πρώτο; Και με την ευκαιρία, θα μπορούσε το «Minerals» να θεωρηθεί προγραμματική μουσική ή όχι;

Τα ορυκτά είναι ένα πολύ αινιγματικά και απέραντα όμορφο είδος ύλης. Τα δώδεκα «Minerals» για πιάνο έχουν την πρόθεση να αποτελέσουν μια περιπλάνηση στον αινιγματικό κόσμο τους. Είναι κομμάτια ρευστά, έχουν συγκεκριμένη δομή αλλά και έντονο αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα. Καθένα είναι μια μουσική περιδίνηση στο εσωτερικό ενός μυστηριακού και διαφορετικού ορυκτού που είναι τόσο στέρεο, τόσο απλό και ταυτόχρονα σύνθετο όσο το ίδιο το σπίτι μας, η γή. Τα ορυκτά πετρώματα είναι ακατανίκητα όμορφα και η ομορφιά υπήρξε πάντα ισχυρότατο κίνητρο για κάθε δημιουργό. Από παιδί με γοήτευε η φύση ως κοσμική διάσταση και σαν θαύμα γύρω μου, πάντα ήταν η αρχή και το τέλος των συνειρμών μου. Όμως όχι, το «Minerals» δεν είναι προγραμματική μουσική.

Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο, συναισθηματικά αλλά ίσως και ψυχολογικά, που θέλατε να εκφράσετε με το «Minerals» και όχι μόνον διατρέχει όλα τα αποσπάσματα του αλλά και τα συνδέει μεταξύ τους;

Πιστεύω ότι κάθε μουσικό έργο είναι ένα απείκασμα μιας ψυχικής ή νοητικής κατάστασης, η εξωτερίκευση μιας οραματικής αντίληψης. Τα συγκεκριμένο κατά κάποιο τρόπο μεταφέρει σε ήχο την φύση κάθε ορυκτού αλλά θα έλεγα ότι είναι περισσότερο μουσικές παρεμβάσεις οι οποίες προσπαθούν να συνομιλήσουν «παραβιάζοντας» την απόλυτη σιωπή που αναδύεται από τη συμπαγή, ερμητική φύση της πέτρας.

Με την πείρα της εκτέλεσης έργων τόσων πολλών διαφορετικών συνθετών νομίζω ότι είστε σε θέση να διακρίνετε η ίδια, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ποιες είναι όχι οι επιρροές αλλά οι αναφορές σας από συνθετικής πλευράς στο «Minerals». Ποιες θα λέγατε λοιπόν ότι είναι οι κυριότερες;

Δεν μπορώ να απαρνηθώ κανένα μέρος της μουσικής παιδείας και εμπειρίας μου, νομίζω ότι διακρίνεται η ροπή μου προς την πολυφωνία όπως και η αγάπη μου στην jazz, στην modal και την world μουσική, ίσως και στον Bela Bartok. Τα πιο έμπειρα αυτιά μπορεί να αναγνωρίσουν και την λατρεία μου για το ημιτόνιο!

Τέλος υπάρχει κάτι που μπορείτε να πείτε ότι αποτελεί για εσάς ως σολίστ του πιάνου ένα όνειρο; Αν ναι, ποιο έργο, ποιου συνθέτη και σε ποιες συνθήκες, δηλαδή σε ποιον χώρο και με ποιαν ορχήστρα και μαέστρο, αν δεν είναι σολιστικό;

Για να είμαι όσο ειλικρινής θέλω ή καταφέρνω να είμαι με τον εαυτό μου δεν είμαι σίγουρη ότι αυτή η συναρπαστική εμπειρία θα ήθελα να είναι εκτελεστική. Μάλλον μου αρέσει να ψάχνω και να ανακαλύπτω νέες, διαφορετικές πνευματικές εμπειρίες, συμπεριλαμβανομένων και των μουσικών, υπό την έννοια να θέτω πάντα νέα ερωτήματα, να αναζητώ και να ανακαλύπτω καινούρια πράγματα. Θέλω να μπορώ να έχω πάντα ενθουσιασμό και αισιοδοξώ ότι αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει. Γιατί εκεί κρύβεται η μεγαλύτερη, διαρκέστερη και πιο αυθεντική χαρά, στην έκπληξη! Αλλωστε αφοσίωση στην τέχνη δεν σημαίνει παρά μια συνεχή εξερεύνηση...

Και η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου ήταν και παραμένει μια ακάματη εξερευνήτρια, όχι μόνο του κλαβιέ του πιάνου αλλά και ολόκληρου του μουσικού σύμπαντος...