ΤΟ BLOG
16/09/2018 09:00 EEST | Updated 16/09/2018 09:00 EEST

(Αν)Επάρκεια Σιτηρών

Αθήνα του Πελοποννησιακού Πολέμου – Μεσαιωνική Τήνος – Κατοχή – Σήμερα

sankai via Getty Images

Είμαστε μεσογειακή χώρα. Η βάση της διατροφής μας είναι τα προϊόντα του σιταριού. Ακόμα κι αν όλα εκλείψουν, και μείνει μόνο αλεύρι για ψωμί, ο Έλληνας θα αντέξει. Ο Ελλαδικός χώρος όμως, διαχρονικά, είναι ελλειμματικός στο σιτάρι. Υπάρχουν μερικά ιστορικά παραδείγματα. Η Αθήνα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η Μεσαιωνική Τήνος, η Κατοχή του ’40. Ακόμα και σήμερα όμως. Με τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, τις αποδοτικότερες ποικιλίες, τα λιπάσματα, τα μέσα προστασίας και τις πολιτικές της Ε.Ε. για την ενίσχυση της αγροτικού τομέα, η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τις σχετικές ανάγκες.

Αθήνα του Πελοποννησιακού Πολέμου

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος οι Αθηναίοι μαζεύτηκαν στο χώρο που όριζαν τα Μακρά Τείχη. Δεν μπορούσαν να αντιπαρατεθούν στο πεζικό των Λακεδαιμονίων.

Για να αντέξουν στην πολιορκία βασίζονταν στο ναυτικό τους. Η αττική γη δεν παρήγαγε το σιτάρι που είχαν ανάγκη για να τραφούν όλοι οι κάτοικοι της, ούτε τον καιρό της ειρήνης. Οι Αθηναίοι, με τα εμπορικά τους πλοία, προμηθεύονταν σιτάρι από τη Μικρά Ασία, τη Θράκη και τον Εύξεινο Πόντο.

Είχαν το χρήμα για να το αγοράζουν. Είχαν και το μέσον, το ναυτικό τους, για να φτάνει ως την πόλη τους. Στην απρόσκοπτη προμήθεια σιταριού στηρίζονταν. Όταν η τροφοδοσία διακόπηκε, ύστερα από την καταστροφή του στόλου τους, το 405π.Χ., και υπό το φάσμα της πείνας, συνθηκολόγησαν το 404π.Χ..

Κάτι αντίστοιχο έγινε και στους δύο παγκοσμίους πολέμους. Στον 1ο, οι δυνάμεις της Αντάντ, με τον ναυτικό αποκλεισμό, το κατάφεραν και οδήγησαν στην κατάρρευση τις κεντρικές αυτοκρατορίες. Αντίθετα οι Γερμανοί, και τις δύο φορές, με κύριο όπλο τα υποβρύχια τους, προσπάθησαν αλλά απέτυχαν να οδηγήσουν στην πείνα την Αγγλία.

Μεσαιωνική Τήνος

Η Τήνος είναι το τελευταίο νησί στο Αιγαίο που κατέλαβαν οι Οθωμανοί, το 1715μ.Χ.. Ως τότε το κατείχαν οι Βενετοί. Στην πράξη, ήταν ένα νησί χριστιανικό σε πολιορκία. Τις υπόλοιπες Κυκλάδες είχαν κυριέψει οι Τούρκοι από τον 16ο αιώνα. Η Κρήτη είχε χαθεί από τους Βενετούς από το 1669μ.Χ. ενώ περιοχές της Αττικής και της Πελοποννήσου ενάλλασσαν κατακτητές, Φράγκους, Βενετούς και Τούρκους.

Ως αποκομμένο νησί, σε περίπτωση Βενετοτουρκικού πολέμου, έπρεπε οι κάτοικοι να μπορούν να τραφούν από τη δική τους παραγωγή. Από το δικό τους σιτάρι.

Οι Βενετοί, με αυτό το σκοπό πήραν μέτρα. Μερικά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ακραία. Επέβαλαν την σιτοκαλλιέργεια εις βάρος άλλων. Επέβαλαν την καταστροφή δένδρων, κηπευτικών και άλλων καλλιεργειών για να αυξηθεί η παραγωγή σίτου. Σε περίπτωση που χωράφια έμεναν ακαλλιέργητα επί μακρόν, κατάσχονταν και δίνονταν σε άλλους. Έφτιαξαν σιταποθήκες. Έπρεπε με κάθε τρόπο να αυξηθεί η αυτάρκεια σε σιτάρι. Λόγω της φύσης του εδάφους, η εναλλακτική επιλογή ήταν το κριθάρι. Παρ’ όλες αυτές τις ενέργειες, η παραγωγή δεν επαρκούσε. Το νησί μπορούσε να αντέξει χωρίς εισαγωγές το πολύ για έξι (6) μήνες.

Το τέλος της Ενετοκρατίας, ήρθε ύστερα από σύντομη πολιορκία, για τις δυνατότητες των αμυνομένων, το 1715μ.Χ..

Κατοχή (1941-1944)

Στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων έχει μείνει η τραυματική εμπειρία της πείνας της κατοχής. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ζουν από τότε. Τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους έχουν μεγαλώσει με τις διηγήσεις της περιόδου εκείνης.

Οι αιτίες του λιμού ήταν πολλοί. Αλλά και οι ένοχοι μιλούσαν διάφορες γλώσσες. Οι ένοχοι είχαν σαν μητρική γλώσσα τα βουλγάρικα, τα ιταλικά, τα γερμανικά. Είχαν όμως και τα αγγλικά και τα ελληνικά…

Οι βασικότερες αιτίες ήταν η κατάρρευση της παραγωγής λόγω των συνεπειών του πολέμου, η επίταξη μεγάλου μέρους της παραγωγής από τις δυνάμεις κατοχής, η (σχεδόν ολοκληρωτική) απαγόρευση των μετακινήσεων ανάμεσα σε διαφορετικές ζώνες κατοχής (η Ελλάδα είχε τριπλή) αλλά ακόμα και μέσα στη ζώνη υπό τον ίδιο κυρίαρχο, οι σχεδόν μηδενικές εισαγωγές. Υπήρχε όμως και έλλειμμα στην παραγωγή σιτηρών, ακόμα και στην προπολεμική περίοδο.

Στην ιστοσελίδα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για το 1938 (μετά σταματάνε). Τα στοιχεία της εγχώριας παραγωγής, των εισαγωγών και των εξαγωγών σιτηρών και αλεύρων σίτου, δείχνουν ότι οι εγχώριες πηγές κάλυπταν μόλις το 70% των αναγκών για σιτάρι.

Και αυτό το 1938, πριν τον πόλεμο. Μέσα στον πόλεμο, προφανώς, η παραγωγή είχε πέσει κι άλλο. Όχι όμως τόσο, ώστε να δικαιολογείται το μέγεθος αυτής της τραγωδίας.

Σήμερα

Για την σημερινή κατάσταση, στην Ελλάδα, στο ζήτημα του σιταριού, η εγκυρότερη πληροφόρηση, προέρχεται από την ιστοσελίδα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Τα τελευταία αναλυτικά στοιχεία είναι της περιόδου 2016-2017. Για την παραγωγή ψωμιού χρησιμοποιείται το Μαλακό Σιτάρι.

Μελετώντας κανείς τα δεδομένα διαπιστώνει ότι η εγχώρια παραγωγή (αν κατευθυνθεί ολόκληρη στην παραγωγή αλευριού) καλύπτει το 69% των αναγκών. Όλο το υπόλοιπο καλύπτεται από εισαγωγές. Βέβαια, σε έκτακτη περίπτωση, για μικρό χρονικό διάστημα, οι σχετικές ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν, από εσωτερικές πηγές, αλλάζοντας το μείγμα παραγωγής ή διανομής. Αυτό όμως είναι θέμα αποφάσεων που δεν μπορεί να λάβει η αγορά. Γενικά οι αριθμοί δείχνουν ότι, με εξαίρεση το σκληρό σιτάρι που χρησιμοποιείται για παρασκευή ζυμαρικών, στα δημητριακά η παραγωγή είτε υπολείπεται της κατανάλωσης είτε την ισοσκελίζει οριακά.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, Θουκυδίδη, Ιστορία, μετάφραση Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, εκδόσεις Πόλις. Συμπληρωματικά για την Αθήνα, «Οικονομικές Θεωρίες και Κρίσεις», Ν. Χριστοδουλάκης, εκδόσεις Κριτική.

Για την Μεσαιωνική Τήνο, υπάρχουν αρκετές εκδόσεις από Δήμο Εξωμβούργου, Δήμο Τήνου, Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου και Αδελφότητα των Εν Αθήναις Τηνίων.

Για την Κατοχή, «Λιμός και Θάνατος στην Κατοχική Ελλάδα», Βιολέτα Χιονίδου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Συμπληρωματικά, για τους «πατεράδες» της έκτασης του λιμού, «Στέμμα και Σβάστικα», Χάγκεν Φλάισερ, εκδόσεις Παπαζήση.

Sponsored Post