ΔΙΕΘΝΕΣ
17/04/2020 09:05 EEST

Ανοσία της αγέλης: Πόσοι και ποιοι είναι τελικά άνοσοι στον κορονοϊό

Ανάλυση των New York Times δίνει καίριες απαντήσεις σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα, ενόψει της δρομολογούμενης επιστροφής στην κανονικότητα.

Taechit Taechamanodom via Getty Images

Μεταξύ των πολλών αβεβαιοτήτων που υπάρχουν σχετικά με τον κορονοϊό είναι το πώς το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα ανταποκρίνεται στη μόλυνση και τι σημαίνει αυτό για την εξάπλωση της νόσου. Η ανοσία, μετά από οποιαδήποτε λοίμωξη, μπορεί να κυμαίνεται από διά βίου και καθολική έως σχεδόν ανύπαρκτη. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, είναι διαθέσιμα μόνο τα πρώτα ίχνη δεδομένων σχετικά με την ανοσία στον SARS-CoV-2, τον κορονοϊό που προκαλεί την ασθένεια Covid-19.

Τι μπορούν να κάνουν οι επιστήμονες και οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων, που βασίζονται στην επιστήμη, σε μια τέτοια κατάσταση; Η καλύτερη προσέγγιση, σύμφωνα με εμπεριστατωμένη ανάλυση των New York Times, είναι να κατασκευαστεί ένα νοητικό (εννοιλογικό) μοντέλο - ένα σύνολο υποθέσεων για το πώς μπορεί να λειτουργεί η ανοσία - με βάση τα όσα είναι γνωστά για το ανοσοποιητικό σύστημα και τις υπάρχουσες πληροφορίες για σχετικούς ιούς και, στη συνέχεια, να προσδιοριστεί με ποιο τρόπο κάθε πτυχή αυτού του μοντέλου θα μπορούσε να είναι λανθασμένη, πώς θα μπορούσε να το ξέρει κανείς αυτό και ποιες θα ήταν οι συνέπειες. Ακολούθως, οι επιστήμονες θα πρέπει να εργαστούν για να βελτιώσουν τα ευρήματά τους με την παρατήρηση και τα πείραματα.

appledesign via Getty Images

Το ιδανικό σενάριο - όταν μολυνθεί, ένα άτομο είναι εντελώς άνοσο για όλη του τη ζωή - είναι σωστό για ορισμένες μολύνσεις. Ο Δανός γιατρός, Πίτερ Πάνουμ, το κατάλαβε αυτό με την ιλαρά όταν επισκέφτηκε τα Νησιά Φερόες (μεταξύ Σκωτίας και Ισλανδίας) κατά τη διάρκεια της επιδημίας του 1846, όταν διαπίστωσε ότι οι κάτοικοι άνω των 65, που ζούσαν κατά τη διάρκεια μιας προηγούμενης επιδημίας το 1781 ήταν προστατευμένοι από τον ιό. Αυτή η εντυπωσιακή παρατήρηση βοήθησε πολύ τα πεδία της ανοσολογίας και της επιδημιολογίας - και από τότε, όπως σε πολλούς άλλους κλάδους, η επιστημονική κοινότητα έχει μάθει ότι συχνά τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα.

krisanapong detraphiphat via Getty Images

Ενα παράδειγμα για τα «πιο περίπλοκα» είναι η ανοσία στους κορονοϊούς, μια μεγάλη ομάδα ιών που μερικές φορές μεταδίδονται από ζώα - ξενιστές στον άνθρωπο: Ο SARS-CoV-2 είναι η τρίτη μεγάλη επιδημία κοροοαϊού που προσβάλλει τον άνθρωπο τα τελευταία χρόνια, μετά το ξέσπασμα του SARS το 2002 -3 και του MERS το 2012.

Ωστόσο, μεγάλο μέρος της κατανόησής μας για την ανοσία του κορονοϊού δεν προέρχεται από τον SARS ή τον MERS, που έχουν μολύνει συγκριτικά μικρό αριθμό ανθρώπων, αλλά από τους κορονοϊούς που εξαπλώνονται κάθε χρόνο προκαλώντας αναπνευστικές λοιμώξεις, από κοινό κρυολόγημα έως πνευμονία. Σε δύο ξεχωριστές μελέτες, οι ερευνητές μόλυναν εθελοντές με εποχιακό κορονοϊό και περίπου ένα χρόνο αργότερα τους εμβολίασαν με τον ίδιο ή παρόμοιο ιό για να παρατηρήσουν εάν είχαν αποκτήσει ανοσία.

Στην πρώτη μελέτη, οι ερευνητές επέλεξαν 18 εθελοντές που εμφάνισαν κρυολόγημα αφού εμβολιάστηκαν με ένα στέλεχος κορονοϊού το 1977 ή το 1978. Εξι από αυτούς επανεμβολιάστηκαν ένα χρόνο αργότερα με το ίδιο στέλεχος, και κανείς δεν μολύνθηκε, πιθανώς χάρη στην προστασία που αποκτήθηκε με την ανταπόκριση του ανοσοποιητικού τους στην πρώτη λοίμωξη. Οι άλλοι 12 εθελοντές εκτέθηκαν σε ένα ελαφρώς διαφορετικό στέλεχος του κορονοϊού ένα χρόνο αργότερα, και η προστασία τους σε αυτό ήταν μόνο μερική.

Σε μια άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε το 1990, 15 εθελοντές εμβολιάστηκαν με κορονοϊό. Οι 10 εξ αυτών μολύνθηκαν. Δεκατέσσερις επέστρεψαν για νέο εμβολιασμό με το ίδιο στέλεχος ένα χρόνο αργότερα και εμφάνισαν λιγότερο σοβαρά συμπτώματα ενώ το σώμα τους παρήγαγε λιγότερο από τον ιό από ό,τι μετά τον αρχικό εμβολιασμό, ειδικά εκείνοι που είχαν παρουσιάσει ισχυρή ανοσοαπόκριση την πρώτη φορά.

LOUAI BESHARA via Getty Images

Δεν έχουν διεξαχθεί αντίστοιχα πειράματα σε ανθρώπους για την μελέτη της ανοσίας στον SARS και τον MERS. Ωστόσο, οι μετρήσεις των αντισωμάτων στο αίμα ατόμων που έχουν επιβιώσει από αυτές τις λοιμώξεις υποδηλώνουν ότι αυτές άμυνες του οργανισμού παραμένουν για κάποιο χρονικό διάστημα: δύο χρόνια για τον SARS, σύμφωνα με μια μελέτη και σχεδόν τρία χρόνια για τον MERS, σύμφωνα με μια άλλη. Ωστόσο, η ικανότητα εξουδετέρωσης που είχαν αυτά τα αντισώματα - δηλαδή πόσο καλά αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό του ιού - είχε ήδη μειωθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτών των μελετών.

Αυτές οι μελέτες αποτελούν τη βάση μιας επιστημονικής εικασίας για το τι θα μπορούσε να συμβεί στους ασθενείς με Covid-19. Αφού μολυνθούν με τον νέο κορονοϊό SARS-CoV-2, τα περισσότερα άτομα θα έχουν ανοσοαπόκριση, κάποια καλύτερα από άλλα. Αυτή η απόκριση, μπορεί να υποτεθεί, θα προσφέρει κάποια προστασία μεσοπρόθεσμα - τουλάχιστον ένα χρόνο - και στη συνέχεια η αποτελεσματικότητά της ενδέχεται να μειωθεί.

Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που υποστηρίζουν αυτό το μοντέλο. Μια πρόσφατη μελέτη, που αξιολογήθηκε από ομοτίμους με επικεφαλής μια ομάδα από το Πανεπιστήμιο Erasmus, στην Ολλανδία, δημοσίευσε δεδομένα από 12 ασθενείς που δείχνουν ότι είχαν αναπτύξει αντισώματα μετά τη μόλυνση με SARS-CoV-2.

LOUAI BESHARA via Getty Images

Στατιστικές έρευνες στις ΗΠΑ έχουν δείξει, επίσης, ότι σε δύο εποχικούς κορονοϊούς, από τους πιο κοντινούς στον SARS-CoV-2, η ανοσία κρατάει για περίπου ένα χρόνο - μια ένδειξη για το πόσο ενδεχεμένως θα μπορούσε να διαρκέσει η ανοσία στον νέο κορονοϊό.

Εάν όντως αποδειχθεί ότι η λοίμωξη δημιουργεί ανοσία στα περισσότερα ή σε όλα τα άτομα που μολύνει και ότι η προστασία διαρκεί ένα χρόνο ή περισσότερο, τότε η μόλυνση αυξανόμενου αριθμού ατόμων σε οποιονδήποτε πληθυσμό θα οδηγήσει στη δημιουργία της λεγόμενης ανοσίας της αγέλης. Καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι γίνονται ανοσοί στον ιό, ένα μολυσμένο άτομο έχει όλο και λιγότερες πιθανότητες να έρθει σε επαφή με κάποιο άτομο ευάλωτο στη λοίμωξη. Τελικά, η ανοσία της αγέλης εξαπλώνεται αρκετά ώστε ένα μολυσμένο άτομο να μολύνει κατά μέσο όρο λιγότερο από ένα άλλο άτομο. Σε αυτό το σημείο, ο αριθμός των κρουσμάτων αρχίζει να μειώνεται. Εάν η ανοσία της αγέλης έχει εξαπλωθεί αρκετά, τότε ακόμη και αν δεν υπάρχουν περιοριστικά μέτρα για την επιβράδυνση της μετάδοσης, ο ιός θα περιοριστεί - τουλάχιστον έως ότου η ανοσία εξαφανιστεί.

Stefano Montesi - Corbis via Getty Images

Προς το παρόν, τα κρούσματα του Covid-19 είναι περισσότερα από αυτά που γνωρίζουμε, καθώς δεν έχουν υπολογιστεί σωστά λόγω περιορισμένων ελέγχων - θα μπορούσαν να είναι ακόμη και 10πλάσια στην πραγματικότητα. Εάν η υποεκτίμηση κυμαίνεται περίπου σε αυτό το επίπεδο στις περισσότερες χώρες, τότε η πλειοψηφία του πληθυσμού σε μεγάλο μέρος (αν όχι όλου) του πλανήτη εξακολουθεί να είναι ευάλωτη σε μολύνσεις και η ανοσία της αγέλης είναι ένα μικρό φαινόμενο αυτή τη στιγμή. Ο μακροπρόθεσμος έλεγχος του ιού εξαρτάται από την απόκτηση ανοσίας από την μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, μέσω της μόλυνσης και ανάρρωσης ή μέσω εμβολιασμού - το πόσο μεγάλη θα είναι αυτή η πλειοψηφία ξαρτάται από άλλες παραμέτρους της λοίμωξης που παραμένουν άγνωστες.

Chris J Ratcliffe via Getty Images

Μία ανησυχία έχει να κάνει με τη δυνατότητα επαναμόλυνσης. Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της Νότιας Κορέας ανέφερε πρόσφατα ότι 91 ασθενείς που είχαν μολυνθεί με SARS-CoV-2 και έπειτα ανάρωσαν και έγιναν αρνητικοί στον ιό, αργότερα εμφανίστηκαν ξανά θετικοί. Εάν ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις ήταν πράγματι επαναμολύνσεις, θα δημιουργούσαν αμφιβολίες σχετικά με τη δύναμη της ανοσίας που είχαν αναπτύξει οι ασθενείς.

Μια εναλλακτική πιθανότητα, την οποία πολλοί επιστήμονες προκρίνουν, είναι ότι αυτοί οι ασθενείς είχαν ένα ψευδώς αρνητικό τεστ εν μέσω μιας συνεχιζόμενης λοίμωξης ή ότι η λοίμωξη είχε υποχωρήσει προσωρινά και στη συνέχεια επανεμφανίστηκε. Αυτό συμβαίνει και με άλλες ασθένειες στις οποίες μπορεί να είναι δύσκολο να διακριθεί μια νέα λοίμωξη από μια νέα έξαρση παλιάς λοίμωξης - όπως η φυματίωση. Το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί με τη σύγκριση των αλληλουχιών του γονιδιώματος από την πρώτη και τη δεύτερη περίοδο μόλυνσης.

Για την ώρα, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι μόνο μια μειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού είναι άνοση απέναντι στον SARS-CoV-2, ακόμη και σε περιοχές που έχουν πληγεί σκληρά, όπως η Ιταλία.

Είναι πιθανό, εξάλλου, να υπάρχουν πολλά περισσότερα κρούσματα του Covid-19 από αυτά που έχουν αναφερθεί. Μια πρόσφατη μελέτη υποδηλώνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί πραγματικά να έχουν κρούσματα 100, ή ακόμη και 1.000, φορές περισσότερα από τον επίσημο αριθμό. Αν αυτό είναι αληθές, τότε η ανοσία της αγέλης στον SARS-CoV-2 θα μπορούσε να αναπτυχθεί ταχύτερα από ό,τι υποδηλώνουν τα επίσημα στοιχεία.

Και πάλι, μια άλλη πρόσφατη μελέτη υποδηλώνει ότι δεν μπορεί κάθε κρούσμα μόλυνσης να συμβάλει στην ανοσία της αγέλης. Από 175 Κινέζους ασθενείς με ήπια συμπτώματα Covid-19, το 70% ανέπτυξε ισχυρά αντισωμάτα, αλλά περίπου το 25% ανέπτυξε χαμηλή απόκριση και περίπου το 5% δεν ανέπτυξε καθόλου ανιχνεύσιμη απόκριση. Η ήπια ασθένεια, με άλλα λόγια, μπορεί να μην δημιουργεί πάντα προστασία. Ομοίως, θα είναι σημαντικό να μελετηθούν οι ανοσολογικές αντιδράσεις των ασυμπτωματικών ατόμων, για να προσδιοριστεί εάν τα συμπτώματα και η σοβαρότητά τους «δείχνουν» εάν ένα άτομο γίνεται άνοσο στον κορονοϊό.

NurPhoto via Getty Images

Η ισορροπία μεταξύ αυτών των αβεβαιοτήτων θα γίνει πιο ξεκάθαρη όταν πραγματοποιηθούν περισσότερες ορολογικές έρευνες ή εξετάσεις αίματος για αντισώματα σε μεγάλο αριθμό ατόμων. Τέτοιες μελέτες ξεκινούν και θα δείξουν αποτελέσματα σύντομα. Φυσικά, πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσο ευαίσθητα και συγκεκριμένα είναι τα διάφορα τεστ: πόσο καλά εντοπίζουν τα αντισώματα για τον SARS-CoV-2 και αν μπορούν να αποφύγουν παραπλανητικά σήματα από αντισώματα άλλων παραπλήσιων ιών.

Ακόμη πιο δύσκολη θα είναι η κατανόηση του τι σημαίνει η ανοσοαπόκριση αναφορικά με τον κίνδυνο ενός ατόμου να μολυνθεί εκ νέου ή/και της μετάδοσής του ιού σε άλλους. Με βάση τα πειράματα με εποχιακούς κορονοϊούς και τις μελέτες για τον SARS και τον MERS, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια ισχυρή ανοσοαπόκριση στον SARS-CoV-2 που θα προστατεύει εντελώς από την επανεμφάνιση και μια πιο αδύναμη ανοσοαπόκριση που θα προστατεύει από τη σοβαρή λοίμωξη άρα θα κάνει επίσης πιο αργή την εξάπλωση του ιού.

Αλλά ο σχεδιασμός έγκυρων επιδημιολογικών μελετών για την κατανόηση όλων αυτών των παραμέτρων δεν είναι εύκολος. Και όμως, η γρήγορη κατανόηση  είναι εξαιρετικά σημαντική: όχι μόνο για να εκτιμηθεί η έκταση της ανοσίας της αγέλης, αλλά και για να καταλάβουμε εάν μερικοί άνθρωποι μπορούν να επιστρέψουν ξανά στην κοινωνία με ασφάλεια, χωρίς να μολυνθούν εκ νέου ή χωρίς να γίνουν φορείς διαδίδοντας τον ιό σε άλλους. Σημείο - κλειδί σε αυτή την προσπάθειας είναι να μάθουμε πόσο διαρκεί η ανοσία στους ασθενείς που ανάρωσαν.

ASSOCIATED PRESS

Με τον καιρό, άλλες πτυχές της ανοσίας θα γίνουν επίσης πιο ξεκάθαρες. Πειραματικά και στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η μόλυνση με έναν κορονοϊό μπορεί να προσφέρει κάποιο βαθμό ανοσίας έναντι διαφορετικών αλλά σχετικών κορονοϊών. Το εάν κάποιοι άνθρωποι διατρέχουν μεγαλύτερο ή μικρότερο κίνδυνο μόλυνσης με SARS-CoV-2 λόγω προηγούμενου ιστορικού έκθεσης σε κορονοϊούς είναι ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί ακόμη.

Και έπειτα υπάρχει το ζήτημα της ενίσχυσης του ανοσοποιητικού συστήματος: Μέσα από μια ποικιλία μηχανισμών, η ανοσία σε έναν κορονοϊό μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επιδεινώσει μια μόλυνση παρά να την αποτρέψει ή να την μετριάσει. Αυτό το επικίνδυνο φαινόμενο είναι πιο γνωστό σε μια άλλη ομάδα ιών, τους φλαβοϊούς και μπορεί να εξηγήσει γιατί η χορήγηση εμβολίου κατά του δάγκειου πυρετού, μιας λοίμωξης από φλαβοϊό, μπορεί μερικές φορές να επιδεινώσει την ασθένεια .

Τέτοιοι μηχανισμοί εξακολουθούν να μελετούνται για κορονοϊούς, αλλά η ανησυχία ότι ενδέχεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ένα από τα εμπόδια που έχουν επιβραδύνει την ανάπτυξη πειραματικών εμβολίων κατά του SARS και του MERS. Αυτή θα είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τους επιστήμονες που προσπαθούν να αναπτύξουν εμβόλια για τον Covid-19. Τα καλά νέα είναι ότι η έρευνα για τον SARS και τον MERS έχει αρχίσει να παρέχει σημαντικές πληροφορίες την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη ένα εξαιρετικό φάσμα προσπαθειών για την εξεύρεση εμβολίου για τον Covid-19, με τη χρήση πολλαπλών προσεγγίσεων.

picture alliance via Getty Images

Αναμφίβολα, απαιτείται περισσότερη επιστήμη και γνώση για σχεδόν κάθε πτυχή του νέου ιού, αλλά σε αυτήν την πανδημία, όπως και με προηγούμενες, πρέπει να ληφθούν αποφάσεις με μεγάλες συνέπειες πριν από την εξασφάλιση των οριστικών δεδομένων. Δεδομένης αυτής της επείγουσας ανάγκης, η παραδοσιακή επιστημονική μέθοδος - διατύπωση ενημερωμένων υποθέσεων και δοκιμές με πειράματα - έχει υπερ-επιταχυνθεί. Λαμβάνοντας υπόψη το αυξημένο ενδιαφέρον των πολιτών, αυτό το δύσκολο έργο έχει τεθεί πρωτοφανώς σε δημόσια θέα. 

(Πηγή: New York Times)

Sponsored Post