ΤΟ BLOG
04/10/2018 11:42 EEST | Updated 04/10/2018 12:07 EEST

Από ποιον κινδυνεύει η ΕΕ;

NurPhoto via Getty Images

Δεν χρειάζεται μεγάλη ανάλυση για να εντοπίσει κανείς ότι η ΕΕ δεν βρίσκεται στην «καλύτερή» της φάση. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις συνομιλίες για το Brexitή στο προσφυγικό για να πάρει μια γεύση της σημερινής κατάστασης της «Ένωσης».

Δεν υπάρχει πρακτικά κανένα ζήτημα το οποίο να αντιμετωπίζεται είτε από την ΕΕ ως τέτοια- πχ. προσφυγικό, εξωτερική πολιτική, Brexit, δημοκρατία και κοινωνικά δικαιώματα- είτε με επάρκεια- πχ. οικονομία και πάλι Brexit.

Ακόμα και εκεί που μέχρι ενός σημείου τα πράγματα φαίνεται να βελτιώνονται, όπως στο επίπεδο της μεγέθυνσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, η βελτίωση είναι ασθενική, ασταθής και άνιση μεταξύ των κρατών μελών, ενώ μάλιστα οι φωνές δυσαρέσκειας προς την κυρίαρχη πολιτική της ΕΕ εντείνονται.

Είτε οι χώρες της ΕΕ –και δη οι ισχυρότερες- με προϊούσα συχνότητα επιλέγουν διμερείς ή πολυμερείς συνομιλίες, έξω και πέρα από τα όργανα της ΕΕ, είτε στο βαθμό που τα τελευταία εμπλέκονται στη διαχείριση μειζόνων ζητημάτων αποτυγχάνουν συστηματικά να προσφέρουν λύσεις που να είναι αποτελεσματικές, στο σωστό χρόνο και που να προωθούν την περαιτέρω εμβάθυνση της ενοποίησης της ΕΕ. Πρόκειται για συνθήκη που προκαλεί και αποτυπώνεται στη γενική δυσθυμία των πολιτών προς την ΕΕ, ιδίως όποτε η τελευταία δεν εμφανίζεται σαν γενναιόδωρος κουμπαράς.

Αν δεν πάσχει κανείς από τύφλωση θα καταλάβει εύκολα ότι η ΕΕ κινδυνεύει βραχυπρόθεσμα ως προς τη συνοχή της και μεσοπρόθεσμα ως προς την επιβίωσή της.

Από τι όμως κινδυνεύει άραγε; Μήπως από ένα «σκληρό» Brexit;

Από τον Ορμπάν και από τους συμμάχους του στην Πολωνία; Από τους «λαϊκιστές» που ανεβαίνουν στις κάλπες με ό,τι κι αν αυτός ο όρος σημαίνει; Από την ακροδεξιά;

Μπορεί όλα τα παραπάνω να συνιστούν επιμέρους πτυχές της εξελισσόμενης κρίσης της ΕΕ αλλά πολύ απέχουν από το να είναι οι πρωτογενείς αιτίες. Είναι στον πυρήνα των χωρών, των λειτουργιών και των θεμελίων της ΕΕ που πρέπει κανείς να κοιτάξει αν θέλει να εντοπίσει την αλήθεια της υπαρξιακής της κρίσης.

Είναι ο οικονομικός εθνικισμός των πλουσιοτέρων κρατών της, με πρώτη τη Γερμανία της Μέρκελ, που πυροδότησε όλες τις υποβόσκουσες αντιφάσεις, όξυνε τις εσωτερικές αντιθέσεις των κρατών- μελών και τις αντιφάσεις της ίδιας της ΕΕ ως τέτοιας. Η ακριβοπληρωμένη και επομένως μη- αλληλεγγύη της Γερμανίας και των άμεσων συμμάχων της εντός της ΕΕ, προς τα κράτη της περιφέρειας της ΕΕ, τα οποία κατά τα χρόνια της ευμάρειας είχαν ανταλλάξει την όποια βιομηχανική και παραγωγική τους δυναμική και ανταγωνιστικότητα, με φτηνά δάνεια για να συντηρούν τη βιομηχανία του πυρήνα της ΕΕ, κατέδειξε ότι η τελευταία είναι κυρίως ένας χώρος κατατετμημένος, διεπόμενος από σχέσεις ανταγωνισμού, εκμετάλλευσης και ανισότητας.

Με άλλα λόγια, αν η ΕΕ αποτέλεσε το πιο εξελιγμένο πείραμα συνεννόησης εθνικών καπιταλιστικών τάξεων- ή αλλιώς υπεριμπεριαλισμού- στο θεσμικό πεδίο, κατέδειξε επίσης και τα όρια της όποιας τέτοιας συνεννόησης, επαναφέροντας τον εθνικισμό σε πρώτο πλάνο, με ευθύνη κυρίως της Γερμανίας και της καγκελαρίου Μέρκελ. Βεβαίως από κοντά στάθηκαν μια σειρά ντροπιαστικών για τη Γαλλία προέδρων της- Σαρκοζί, Ολάντ, Μακρόν- που μετέτρεψαν τη Γαλλία από μέρος του γαλλογερμανικού άξονα, σε παράρτημα των βιομηχάνων και των τραπεζιτών της Γερμανίας.

Δεύτερον, η ίδια η σύλληψη μιας πλανητικής καπιταλιστικής αρχικά και ιδιαίτερα νεοφιλελεύθερης συναίνεσης, έπειτα, μέρος της οποίας είναι και η ΕΕ δοκιμάζεται άγρια, λόγω της ανάδυσης νέων δυνάμεων και κυρίως της Κίνας. Ο Τραμπ είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου. Η πραγματικότητα είναι ότι σε μια εποχή ενδό- ιμπεριαλιστικών διενέξεων ιστορικού χαρακτήρα, οι ελίτ των πλέον αναπτυγμένων κρατών της ΕΕ –και όχι μόνο- ταλαντεύονται ως προς τις επιλογές τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια η ΕΕ μοιάζει με δεινόσαυρο που δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί ταχύτερες και δυναμικότερες οικονομίες, εξ ου και τα κράτη- μέλη της – ιδίως δε τα ισχυρότερα- νιώθουν ολοένα μεγαλύτερο τον πειρασμό να ακολουθήσουν διακριτά δικές τους, διεθνείς επιλογές, στο βαθμό ιδίως που δυσκολεύονται να επιβάλλουν τις άμεσες επιδιώξεις τους, συνολικά και έγκαιρα στην ΕΕ.

Τρίτον, η ΕΕ της εξάρτησης από το ΝΑΤΟ μπορεί να είχε νόημα για τις επιδιώξεις των ιδρυτών της, για όσο υπήρχε το σύμφωνο της Βαρσοβίας ή κατά της σύντομη περίοδο της φαινομενικής “PaxAmericana” αλλά σήμερα την καθιστά δεινόσαυρο μεν, με πήλινα γεωπολιτικά πόδια δε. Σε μια εποχή ισχυρών πλανητικών ανταγωνισμών, αυτή η συνθήκη συνιστά αδυναμία που επηρεάζει όχι μόνο την περιφέρεια αλλά και το κέντρο της ΕΕ.

Τέταρτον, οι απανωτές διευρύνσεις της ΕΕ, χωρίς ουσιαστική δημοκρατική εμβάθυνση- το αντίθετο- προκειμένου η σφαίρα άμεσης οικονομικής επιρροής- κυρίως- της Γερμανίας να επεκτείνεται, κατέστησαν μέλη της ΕΕ, κράτη με αποκλίνοντα έως αντιθετικά συμφέροντα και ηγεμονικές ιδεολογίες. Όταν οι διάφορες κρίσεις και «κρίσεις», όπως και οι γεωπολιτικές εντάσεις οξύνθηκαν, οι αποκλίσεις αυτές ήταν αναμενόμενο να καταστούν εκρηκτικές.

Πέμπτον, η ΕΕ πληρώνει –και αυτή αλλά όχι μόνο αυτή- τη νέα φάση, της μακρόχρονης κρίσης του φιλελευθερισμού. Αν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου ήταν η κρίση του ’29 που άνοιξε το δρόμο για την υποχώρηση του «βρώμικου» από τη συνεργασία του με τους προδρόμους του ναζισμού, φιλελευθερισμού, σήμερα είναι η απορρόφηση του φιλελευθερισμού από το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, ο αλαζονικός, ψευτό- κοσμοπολιτισμός των ελίτ, η σταδιακή δόμηση ενός τεχνό- ολοκληρωτισμού και η επιβαλλόμενη από- ιστορικοποίηση και άρα εν τέλει από- πολιτικοποίηση του ανθρώπου και του πολίτη που εμφανίζει τις φιλελεύθερες διακηρύξεις της ΕΕ ως κενά γράμματα αν όχι ως ενοχλητικές υπομνήσεις της αφόρητης υποκρισίας των ελίτ.

Η ΕΕ λοιπόν, σε αντίθεση με ό,τι μονότονα επαναλαμβάνει το πολιτικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο δεν κινδυνεύει –τουλάχιστον όχι κυρίως- ούτε από κάποια πρώην περιθωριακή δύναμη, ούτε από κάποιον εξωτερικό παράγοντα. Κινδυνεύει γιατί αυτοί που υποτίθεται πως υπηρετούν τα –διακηρυγμένα- ιδεώδη της τα έχουν από καιρό προδώσει και επιπλέον γιατί μετατρέπεται ολοένα και εμφατικότερα σε παρωχημένο μηχανισμό.

Όσο δε, επιμένει να αντιμετωπίζει τα συμπτώματα ως αιτίες, τόσο ενισχύει τις τάσεις αποσύνθεσης στο εσωτερικό της.

Sponsored Post