CULTURE
28/06/2020 08:11 EEST

Casa Μπιάφρα, από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη: H ελευθερία, το καταλάβαμε, είναι ανεξαγόραστη

Ένα μυθιστόρημα με παλκοσένικο και φόντο τη Θεσσαλονίκη του 1965.

Casa Μπιάφρα: το νέο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Ένα μυθιστόρημα με παλκοσένικο και φόντο τη Θεσσαλονίκη του 1965: στο «φώτο φίνις» των Ιουλιανών και της αποστασίας των βουλευτών της Ένωσης Κέντρου, στο αποκορύφωμα της κόντρας του Γέρου της Δημοκρατίας με το Παλάτι, πάνω στη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα. Λοιπόν, η περιγραφή εκείνης της διαδήλωσης από τον Σκαμπαρδώνη, μυθιστορηματική ή όχι, συνθέτει ένα εκπληκτικό, αξέχαστο κείμενο: όσοι έχουν ανάλογες εμπειρίες, ακόμα και πολύ πιο πρόσφατες, μπορεί να νιώσουν ότι βρίσκονται σε κινηματογραφική προβολή ενός μαύρου φιλμ μέσα τους καταχωνιασμένου. 

Ήταν τότε μια περίοδος- «βαρύ χειρουργείο» της μεταπολεμικής, μετεμφυλιακής «Ψωροκώσταινας». Όμως, η ιστορική περίοδος, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το γύρω- γύρω των χαρακτήρων του βιβλίου. Όπως και των πραγματικών, χωμάτινων, αιμάσσοντων ανθρώπων κάθε εποχής. Η ψίχα μέσα τους, η «πάστα» τους, όπως αναγιγνώσκεται αφήνει στον ουρανίσκο του νου μια γεύση και επαφή διαχρονική. Πάλι, ο Σκαμπαρδώνης, με τη συνήθη του τέχνη μαστορική, φτιάχνει αντί- ήρωες στέρεους σαν ανθρώπους που κάποτε γνώρισες. Ο Βλάσης, ως ιδρυτής του κοινόβιου της Casa Μπιάφρα: υβρίδιο λαϊκού παιδιού, «γιεγιέ» και πρώιμου χίπη.

Έτσι τον φίλτραρα- και ας με συμπαθεί αν τον αδικώ. Ο Κρέων! ο Κρέων ο Αράγιστος, που από τα Κραγάτσια- παραγκούπολη, ελληνική φαβέλα- ορμώμενος μορφώθηκε και «πρόκοψε», έμπιστος «πασπαρτού» για όλες τις δουλειές του μεγαλοεκδότη Γρύπα. Και πλάι τους, ένα πολύχρωμο, σπαρταριστό σμάρι από ανθρώπους/ χαρακτήρες της Θεσσαλονίκης του ’65, που ο Σκαμπαρδώνης άντλησε από τα βάθη της εμπειρίας, ή της φαντασίας του γραφιά. 

Πρωτοπορία και υποκουλτούρα, κομματικο- πολιτικό κατεστημένο, μιντιοκρατούμενη αστική δημοκρατία ως «φτιασιδωμένη» ολιγαρχία: όλα αγκαζέ. Βαλίτζες με λεφτά να ανεβοκατεβαίνουν ορόφους, να μπαίνουν σε γραφεία «δια χειραψίας» και να διαλέγουνε πρωθυπουργούς. Και φτώχεια, αδάμαστη, έκπαγλη φτώχεια σε ασφυκτική γειτνίαση με πλούτο θριαμβικό. Αλητείες και κομπίνες σένιες, έρωτες και σεξουαλική απελευθέρωση στις εισόδους εκείνων των πολυώροφων πολυκατοικιών της Σαλονίκης. Λαϊκοί αγώνες και επενδύσεις, κοκορομαχίες και άγρια καταστολή. Όλα ανάκατα, μπερδεμένα. 

Και πτήσεις: φτερώματα έντασης και ανήμερες κάθοδοι, «βουτιές» περιστεριών στους ουρανούς πάνω απ’ την πόλη. Ο Κρέων Αράγιστος, 

Μες στη ροή του κειμένου ο Σκαμπαρδώνης εγκιβωτίζει ατάκες που μου φάνηκαν πυρηνικές, ακλόνητες. «Κάθε εξουσία έχει φασισμό και προνόμιο, ρε». Ή: «κοίτα μπροστά, άσε τα πράγματα στην ηλικία τους». Όταν του ζήτησα να μου πει δυο λόγια για κάποιες από αυτές, δε θέλησε να τις χαλάσει, αρνήθηκε να τις σχολιάσει. «Θα χάσουνε την πιθανή ευθυβολία τους», απάντησε. 

Είναι η τρίτη, τέταρτη συνέντευξη που μου δίνει- οπότε τα έχω ξαναγράψει για τον Σκαμπαρδώνη, την τέχνη του και την επιρροή της στα νεοελληνικά γράμματα. «Μπουζούκι απλό, ταπεινό, παλιό. Χωρίς κουτσομπολιά, χωρίς δήθεν. Καρυδάτες νότες. Άλλα παιξίματα, άλλα δάχτυλα». Μεταφέρω εδώ, ως outro της εισαγωγής, αυτά τα δικά του λόγια από την Casa Μπιάφρα. 

Και θυμάμαι εκείνους τους ζωγράφους που φτιάχνουν το πορτρέτο τους καλύτερα, αντικειμενικότερα, από οποιοδήποτε άλλο συνάδελφο ή «επαϊοντα» της τέχνης τους. Θυμάμαι τους μεγάλους ζωγράφους. 

Ένα μυθιστόρημα για τη Θεσσαλονίκη της περιόδου των Ιουλιανών του 1965. Τι σας έστρεψε να φτιάξετε μια ιστορία με αυτό το background; Γιατί τώρα; Αναγνωρίζετε συνάφειες;

Για να γραφεί ένα μυθιστόρημα χρειάζονται συνήθως κάποια χρόνια επώασης. Επομένως το βιβλίο άρχισε να γράφεται εντός μου πολύ πριν. Για λόγους ακατανόητους κάποια στιγμή ωριμάζει μια αφήγηση και μπορεί να γραφεί. Συνάφειες με το τώρα δεν υπάρχουν, είναι ο κόσμος του 1965, μεταπλασμένος, βέβαια, μυθιστορηματικά, με καλλιτεχνικούς όρους. Δεν είναι ρεπορτάζ της εποχής.


Ήσασταν τότε έντεκα χρονών. Τι θυμόσαστε; 

Υπάρχουν μνήμες αλλά και αναδρομικά ψαξίματα. Τι μπορείς να θυμηθείς; Όλα είναι κυρίως ιχνηλασία και μελέτη εκ των υστέρων, επινόηση, ντοκουμέντα, δημιουργία ηρώων που εξυπηρετούν την αφήγηση. Αλλά και μνήμες να είναι πάλι αλλοιώνονται, μετασχηματίζονται για τις ανάγκες της ιστορίας.

 

Λειτούργησε, όντως, τόσο καίρια αυτή η περίοδος στις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις, τελικά ως θρυαλλίδα της Χούντας; Ήταν τόσο «βαρύ χειρουργείο»; 

Αυτή είναι η γενική εκτίμηση. Δεν αποδεικνύεται, γιατί η Ιστορία είναι τυφλή κι απρόβλεπτη. Αλλά μάλλον έπαιξε κάποιον βασικό ρόλο. Όχι μηχανιστικά, όχι ως εξίσωση, αλλά ως πιθανό υπόβαθρο.

 

Υπήρξε πράγματι η Casa Μπιάφρα (ή κάποιο τέτοιο κοινόβιο) στη Θεσσαλονίκη του 1965; 

Υπήρξε, αλλά προφανώς ήταν διαφορετική. Στο βιβλίο είναι χτισμένη έτσι ώστε να συμβάλλει στην πλοκή και στις στοχεύσεις της ανέλιξης της ιστορίας. Συνήθως έτσι συμβαίνει. Η πραγματικότητα απλώς εμπνέει, δεν αποτυπώνεται ως έχει στο βιβλίο. Κι εξάλλου, τι σημασία έχει; Το μόνο που έχει πάντα σημασία είναι το κείμενο.


Ο Βλάσης και οι φίλοι- συγκάτοικοί του: ήταν μια αμελητέα, ελάχιστη μειοψηφία εκείνης της γενιάς; 

Πολλοί νέοι τότε ήταν έτσι, ή κάπως έτσι – όπως και τώρα: αφελείς, στον μικρόκοσμό τους, αδιάφοροι για τα συμβαίνοντα, την χώρα, την πολιτική. Όμως κάποιοι απ’ αυτούς βιώνουν την συνειδητοποίηση, μέσα από μια διαδικασία οδυνηρής μύησης.

 

Αντιμετωπίζετε μάλλον με (συγκρατημένη) συμπάθεια τους νέους του 1965- τα αδιέξοδα, τα απωθημένα, τα όνειρά τους. Οι συνομηλικοί τους σήμερα;

Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός. Βέβαια κοινοί τόποι υπάρχουν. Σε κάθε εποχή θα βρεις το ίδιο παίγνιο, τις ίδιες αυταπάτες, την ίδια μετάβαση απ’ τις κοντινές διαδρομές στο μεγάλο κάδρο. Αλλά υπάρχουν κι αρκετοί που ζούνε μόνο στους χώρους του ιδιωτικού βίου, αν και υφίστανται της συνέπειες της πολιτικής.


Και τα Καραγάτσια; Τέτοιες φαβέλες- «μαχαλάδες της κόλασης» όπως γράφετε, υπάρχουν σήμερα; Οι περισσότεροι έχουν την εντύπωση πως όχι. 

Πάντα υπάρχουν. Βέβαια τα πράγματα έχουν ασυγκρίτως βελτιωθεί στην Ελλάδα. Όμως σε άλλες πιο καθυστερημένες χώρες υπάρχουν και σε πολύ χειρότερη κατάσταση ακόμα και από τις φαβέλες της Βραζιλίας.

 

Ο Αράγιστος μου θύμισε τον Φόρεστ Γουιτάκερ ως σαμουράι στο Ghostdog του Τζάρμους: με το ίδιο μεράκι, το ίδιο πάρε- δώσε με τον ουρανό. Με δεδομένη την αμφισημία, τις αντιφάσεις όλων, πραγματικών και φανταστικών, ο τύπος του Κρέοντα είναι «καλός» ή «κακός» τελικά; Ή βολοδέρνει, κοπανιέται στο κενό μεταξύ τους; 

Κανείς δεν είναι μονοδιάστατος. Όλοι έχουν τις αντιφάσεις, τα σύνθετα δεδομένα, τα καλά και τα κακά τους. Όλοι οι ήρωες είναι σύνθετοι, και επηρεάζονται απ’ την συγκυρία. Μεταστρέφονται, πάσχουν, υποφέρουν, ταλαντεύονται, αλλάζουν αποφάσεις. Τα περιστέρια για τον Αράγιστο είναι μια διαδρομή φυγής κι ανάτασης. Σχεδόν προσευχής.


Είναι μια άλλη εποχή τελικά αυτή του βιβλίου, ή τίποτα δεν αλλάζει στην ουσία της ζωής; Γράφετε: «Το δίκιο το θυμούνται οι αδύνατοι μέχρι να γίνουν δυνατοί. Μετά γίνεται το ανάποδο και πάει λέγοντας. Έτσι δουλεύει ανέκαθεν η φάμπρικα. Μην παρασύρεσαι από παραμύθια». 

 Όλα αλλάζουν αενάως, αλλά μάλλον υπάρχουν πάντα και κάποιες σταθερές. Οι άνθρωποι δοκιμάζονται σε παρόμοιες συνθήκες και αρκετοί, σε κάθε εποχή, παρουσιάζουν ανάλογες συμπεριφορές. Και στο θέμα της δύναμης, της ισχύος εκεί όντως διαπιστώνει κανείς ιστορικά ότι αναδύονται παρόμοια προσόντα και ελαττώματα και αντιδράσεις. 


Οι άνθρωποι, οι πολίτες, πότε νομίζετε ότι ήταν περισσότερο αφελείς πολιτικά; Τότε ή σήμερα; Γράφετε: «Οι περισσότεροι από αυτούς που φαίνεται να αποφασίζουν και οι πιο πολλοί από αυτούς που διαδηλώνουν είναι μαριονέτες και δεν το ξέρουν. Μην τους παίρνεις πολύ στα σοβαρά. Τουλάχιστον όχι εντελώς». 

 Πάντα, ή σχεδόν, οι άνθρωποι, απ’ την εποχή του Αισχύλου, εκδηλώνουν χαρακτηριστικά ανάλογα, θετικά κι αρνητικά, απέναντι στις μυλόπετρες της εξουσίας. Κι όταν γίνονται οι ίδιοι εξουσία, πάλι βλέπουμε, λίγο-πολύ, το ίδιο έργο. Οι εξαιρέσεις είναι σπάνιες, διαρκούν λίγο, και ξαναπέφτουμε στα ίδια με ίσως κάπως διαφορετική αμφίεση λέξεων.

 

Και τα μίντια- και δεν αναφέρομαι σε ανώνυμα μπλογκς ή τα απροκάλυπτα κίτρινα, αλλά στα πιο καθιερωμένα- παραμένουν τόσο ισχυρά αλλά και δόλια, πονηρεμένα;

 Το παίγνιο παίζεται πάντα  με παρόμοιους όρους. Όποιος έχει την οποιαδήποτε δύναμη, ή την αποκτήσει στην πορεία, συμπεριφέρεται ανάλογα – δεν υπάρχουν απόλυτα καλά παιδιά, αθώοι και άσπιλοι. Απ’ την στιγμή που θα εμπλακείς, δεν θα αντέξεις αν δεν ελιχθείς, κάποια στιγμή. Οι συγκρουόμενες δυνάμεις είναι πολλές για να μπορέσεις να μείνεις ανέγγιχτος.

 

Η περιγραφή της διαδήλωσης όπου σκοτώθηκε ο Πέτρουλας: πως την κατορθώσατε; 

Πάντα στο γράψιμο συνδυάζεις μνήμες, εμπειρίες, επινόηση και φαντασία. Κι όλα γίνονται με τις λέξεις και την δομή και τον ρυθμό των φράσεων. Έπειτα η εμπειρία είναι κάτι σχετικό – μπορείς να περιγράψεις μια διαδήλωση, ακόμα και ζώντας την ως τηλεθεατής, ή επειδή την βίωσες; Προσωπικά. Δεν έχει σημασία. Το βίωμα είναι ένα θέμα που σηκώνει απέραντη συζήτηση.  

 

Η πόλωση και ο διχασμός, από κάτω μέχρι πάνω και αντίστροφα (top down),  είναι και σήμερα τόσο έντονα; 

Υπάρχουν αλλά είναι άλλης κλίμακας και έντασης. Μην ξεχνούμε ότι το 1965 απέχει μόνο δεκαέξι χρόνια απ’ τον εμφύλιο. Τα πράγματα, για τους περισσότερους, έχουν αρκετά αμβλυνθεί. Άλλοι βέβαια θέλουν να ζούνε ακόμα στον εμφύλιο. Τους αρέσει.


Ο Πέτρουλας; Ο Λαμπράκης; Είναι πρόσωπα που έχουν αλλοιωθεί, παραχαρακτεί πολιτικά; 

Όλα, λίγο, ή πολύ παραχαράσσονται, για λόγους πολιτικού συμφέροντος. Η αλήθεια είναι δύσκολο να βρεθεί, ακόμα και αν παρουσιάζεται  ως προφανής.

 

Πως βιώσατε την περίοδο της καραντίνας; Πως τη βγάλατε; 

Δύσκολα. Υπέφερα, όπως όλοι μας. Παρηγορήθηκα, βέβαια, με διάφορα, αλλά η ελευθερία, το καταλάβαμε,  είναι ανεξαγόραστη.

 

Ο κορονοϊός; Μπορεί να αποτελέσει “game changer” της ζωής των ανθρώπων στο εξής; 

Με τον καιρό θα ξεχαστεί. Θα αλλοιωθεί στις μνήμες. Η ανθρωπότητα ξεπέρασε πολύ χειρότερα. Η λήθη είναι η μοίρα – δεν γίνεται να επιβιώσουμε αλλιώς.