CULTURE
08/08/2015 04:25 EEST | Updated 08/08/2015 04:25 EEST

7 ξεχασμένες αλλά σπουδαίες γυναίκες του Σουρεαλισμού που αξίζει να θυμόμαστε

«Πιστεύω στην μελλοντική επίλυση αυτών των δύο καταστάσεων, του ονείρου και της πραγματικότητας-τα οποία είναι φαινομενικά τόσο αντιφατικά- σε ένα είδος απόλυτης πραγματικότητας, μιας σουρεαλιστικότητας, αν μπορεί να την πει έτσι κάποιος».

Έτσι το εξήγησε ο συγγραφέας Αντρέ Μπρετόν στο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού. Το κείμενο του 1924 ίδρυσε το σουρεαλιστικό ή υπερρεαλιστικό κίνημα, αυτό που χαρακτηρίστηκε, σύμφωνα με τα λόγια του Μπρετόν, «αγνός ψυχικός αυτοματισμός».

Τα ονόματα που συνδέονται συχνότερα με τον σουρεαλισμό, το avant-garde πολιτιστικό κίνημα που γεννήθηκε στα 20s, περιλαμβάνουν των Max Ernst, Salvador Dalí, Man Ray, Hans Arp, Marcel Duchamp και Yves Tanguy, μεταξύ άλλων.

Οποία έκπληξης, είναι όλοι άντρες.

Ευτυχώς, ο οίκος Sotheby's ελπίζει τώρα να στρέψει τους προβολείς στις δεκάδες γυναίκες καλλιτέχνες που αξίζουν ίση αναγνώριση, αυτές που εξέφρασαν με το ίδιο ταλέντο τις μπερδεμένες λεπτομέρειες των εσωτερικών τους κόσμων, με αιχμηρές γραμμές και έντονα χρώματα. Η επερχόμενη έκθεση «Cherchez la Femme: Women and Surrealism» θα περιλαμβάνει πιο γνωστά ονόματα, όπως η Frida Kahlo και η Leonora Carrington, μαζί με πολλά ακόμα που, ακόμα και οι λάτρεις του σουρεαλισμού ίσως να μην μπορούν να αναγνωρίσουν.

«Πολλές από αυτές είναι ακόμα σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό, ακόμα και σε αυτούς που αγαπούν τον σουρεαλισμό», είπε ο Julian Dawes, αντιπρόεδρος του οίκου Sotheby's και οργανωτής της έκθεσης, στους New York Times. «Οι άντρες σουρεαλιστές βλέπουν τις γυναίκες ως αντικείμενα του πόθου. Οι γυναίκες σουρεαλιστές μεταχειρίζονται τις γυναίκες ως άτομα που ψάχνουν τον εσωτερικό τους κόσμο».

Εν αναμονή λοιπόν αυτής της πολυπόθητης έκθεσης, ορίστε επτά ξεχασμένες σουρεαλίστριες των οποίων την τέχνη αξίζει να θυμόμαστε.

Dorothea Tanning (1910-2012)

H Tanning ήταν μια αυτοδίδακτη σουρεαλίστρια που πέθανε το 2012 σε ηλικία 101 χρονών. Μάγεψε το κοινό με τους σχολαστικά λεπτομερείς πίνακές της οι οποία απεικόνιζαν πλούσια χρωματισμένους κόσμους της φαντασίας της. Σε μεγαλύτερη ηλικία έγινε γνωστή ως συγγραφέας και ποιήτρια, ενώ ήταν ερωτευμένη με τον Max Ernst. Οι δυο τους ήταν παντρεμένοι για 30 χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Ernst το 1978.

Bridget Bate Tichenor (1917-1990)

Η Tichenor ήταν μια Γαλλίδα ζωγράφος που αργότερα πήγε να ζήσει στο Μεξικό. Στην ηλικία των 16 χρόνων εργάστηκε ως μοντέλο για την Coco Chanel και αντικείμενο φωτογράφησης για καλλιτέχνες όπως ο Man Ray. Στα 50s η Tichenor εγκατέλειψε τον δεύτερο σύζυγό της και μια δουλειά στην Vogue για να μετακομίσει μόνιμα στο Μεξικό και να δημιουργήσει μια κοινότητα με άλλες ζωγράφους της συνομοταξίας της, όπως η Leonora Carrington και η Remedios Varo.

Οι πίνακες της Tichenor, εμπνευσμένοι από τα έργα της Ιταλικής Αναγέννησης του 16ου αιώνα, συνδύαζαν παραδοσιακές μεθόδους ζωγραφικής με πιο ανορθόδοξες πνευματικές επιρροές, όπως η Μεσοαμερικάνικη μυθολογία και ο αποκρυφισμός. Τα έργα της περιλαμβάνουν συχνά μάσκες, μεταμφιέσεις και ανισόρροπα πρόσωπα που την καθοδηγούσαν στο προσωπικό της ταξίδι για την ανακάλυψη του εαυτού της και την πνευματική της αφύπνιση.

Toyen (1902-1980)

Η Toyen (γεννημένη Marie Čermínová), παραιτήθηκε του ονόματός της και υιοθέτησε ένα ουδέτερο ψευδώνυμο με βάση την λέξη citoyen, που στα γαλλικά σημαίνει «πολίτης». Αναφερόταν συχνά στον εαυτό της χρησιμοποιώντας αρσενικές αντωνυμίες και δεν είχε πρόβλημα να εκφράζει τις ομοφυλοφιλικές της επιθυμίες τόσο μέσω της ζωής της όσο και της τέχνης της.

Όσον αφορά την τέχνη της, ήταν στην πρώτη γραμμή της Τσέχικης avant-garde, γνωστή εν μέρει για τα ερωτικά της έργα που ενσωμάτωναν γλώσσες, αιδοία, ανοιχτούς κόλπους, πιόνια του σκακιού σε φαλλικά σχήματα, λεσβιακά όργια και μια γυναίκα που κοιμάται και ονειρεύεται πέη.

Kay Sage (1898-1963)

Η Sage γεννήθηκε σε μια ευκατάστατη οικογένεια της Νέας Υόρκης και, μετά το διαζύγιο των γονιών της, μετακόμισε στην Ιταλία με την μητέρα της. Δεν ήταν μέχρι τη δεκαετία του '30 και αφού είχε παντρευτεί και χωρίσει από έναν Ιταλό ευγενή, όταν η Sage ανακάλυψε το πάθος της για την τέχνη του σουρεαλισμού.

Τα έργα της Sage είναι αρχιτεκτονικά, επικεντρωμένα στις σκιές και τις πτυχώσεις διαφόρων υλικών και «διαποτισμένα με μια αγνής μορφής αύρα και την αίσθηση της ακινησίας και της επικείμενης καταστροφής, η οποία δε συναντάται πουθενά αλλού στον σουρεαλισμό», όπως σχολίασε η ιστορικός τέχνης Whitney Chadwick.

H Sage παντρεύτηκε τον επίσης σουρεαλιστή καλλιτέχνη Yves Tanguy το 1940, με τον οποίο είχε μια παθιασμένη σχέση. Σταμάτησε να δημιουργεί τέχνη μετά τον θάνατό του, εν μέρει λόγω του καταρράκτη που επιβάρυνε την όρασή της. Αυτοκτόνησε το 1963, αφήνοντας το εξής σημείωμα «Ο πρώτος πίνακας του Yves που είδα πριν τον γνωρίσω, ονομαζόταν “I'm Waiting for You” (“Σε περιμένω”). Ήρθα. Τώρα με περιμένει πάλι -είμαι στο δρόμο».

Leonor Fini (1907-1996)

Η Fini γεννήθηκε στο Buenos Aires της Αργεντινής και μεγάλωσε στην Ιταλία. Δεν εκπαιδεύτηκε ποτέ επίσημα και, ως έφηβη, πέρασε μήνες με τα μάτια της κλειστά, δεμένα με επιδέσμους, λόγω μιας οφθαλμικής πάθησης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου άρχισε να βιώνει εσωτερικά οράματα, τα οποία και διοχέτευσε στα έργα της. Εμπνευσμένη από καλλιτέχνες όπως ο Ιερώνυμος Μπος και ο Bronzino, έγινε γνωστή για τις νοσηρές απεικονίσεις ισχυρών και σεξουαλικά απελευθερωμένων γυναικών. Υβριδικά οράματα γύρω από τον ευνουχισμό, παραμορφώσεις και μαχαίρια χαρακτηρίζουν τις τολμηρές εικόνες της. Επίσης, δημιούργησε το πρώτο γυμνό ερωτικό πορτρέτο στην ιστορία, που απεικονίζει έναν άντρα που φτιάχνεται από μια γυναίκα (1942).

Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός της ήταν εμφανής τόσο στα έργα της όσο και στην προσωπική της ζωή, καθώς ήταν μια περήφανη αμφιφυλόφιλη και πολύ συχνά δήλωνε την αποστροφή της στην ιδέα του γάμου. Έβαφε συχνά τα μαλλιά της μπλε, πορτοκαλί, κόκκινα και χρυσά και πήγαινε σε πάρτυ ντυμένη ως άντρας -ή φορώντας μόνο μπότες και μια κάπα από φτερά. Επίσης, ήταν «μητέρα» 17 γάτων Περσίας, με τις οποίες μοιραζόταν το κρεβάτι της και την τραπεζαρία της κατά τη διάρκεια των γευμάτων. «Πάντα αγαπούσα -και ζούσα- το δικό μου προσωπικό θέατρο», είχε πει κάποτε.

Dora Maar (1907-1997)

Η Maar (γεννημένη Henriette Theodora Marković), αναφέρεται συχνά ως μούσα του Pablo Picasso. Η Maar όμως ήταν και η ίδια καλλιτέχνης, έχοντας συνεισφέρει τόσο στην «Guernica» του Picasso όσο και στην τέχνη του σουρεαλισμού με τα δικά της έργα. Γεννήθηκε στην Tours της Γαλλίας και μεγάλωσε στην Αργεντινή, ενώ στα 19 της μετακόμισε στο Παρίσι για να σπουδάσει φωτογραφία.

Η Maar γνώρισε τον Picasso όταν ήταν 28 και εκείνος 54, και ενώ δούλευε σε μια φωτογραφική σειρά. Σύντομα έγινε ερωμένη και μούσα του σπουδαίου Κυβιστή, έχοντας πει μάλιστα το θρυλικό «Μετά τον Picasso, ο Θεός».

Η κληρνομιά της επεκτείνετε πέρα από το σχέση της με τον Picasso. Όπως είχε πει η Mary Ann Caws στη Guardian «Βασίστηκε στις εικόνες του εραστή της και παρουσίασε τη δική της ερμηνεία του έργου του. Αυτό δείχνει πολλά για τη δύναμή της. Ο πυρήνας της προσωπικής της δουλειάς δεν λήφθηκε όσο σοβαρά του άξιζε. Δεν “αντέγραφε” απλά τον Picasso, όπως έχει ειπωθεί: ήταν πολύ έξυπνη για κάτι τέτοιο. Ούτε “μιμείται” τα πορτρέτα της όπως τα ζωγράφιζε αυτός. Συνεργάζεται στο θέμα της εκπροσώπησης της τραγωδίας που αναπαριστούν, όπως έκανε και όταν φωτογράφιζε τη δουλειά του».

Stella Snead (1910-2006)

Η Snead γεννήθηκε στο Λονδίνο και, μαζί με την μητέρα της, έφυγε από το σπίτι σε νεαρή ηλικία κρατώντας μυστικό τον προορισμό τους από τον πατέρα της, ο οποίος ήταν διανοητικά ασταθής και δυνητικά επικίνδυνος.

Γύρω στα 20 διαγνώσθηκε ως καταθλιπτική, ενδεχομένως μια γενετική προδιάθεση που κληρονόμησε από τον πατέρα της. «Δοκίμασε αυτό, εκείνο και το άλλο» έγραφε. «Καμία ικανοποίηση, μοναχική, βαριεστημένη. Στην αρχή των 20 μου χρόνων, βαθιές καταθλίψεις άρχισαν να έρχονται, με έκαναν να λυπάμαι τον εαυτό μου, και έμεναν γύρω μου για μήνες. Έκλαιγα πολύ, ήθελα να πέσω σε χειμερία νάρκη όπως οι αρκούδες ή να είμαι πολύ γριά ή νεκρή».

Επέστρεψε στη ζωή το 1936, όταν ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με τον πίνακα ενός φίλου που αποφάσισε να ξεκινήσει και η ίδια να δημιουργεί τέχνη. Οι πίνακές της χαρακτηρίζονται από μια νυχτερινή παλέτα, εξωτικά ζώα, αεροπλάνα στο στυλ του Νέου Μεξικό, αρχαία γλυπτά και ερείπια, εκλεπτυσμένο θηλυκό στυλ, όλα τους με την πείρα μιας στρεβλής, καθολικής προοπτικής.

«Το 1998 είχα κλείσει τα 88 και ο χρόνος τελείωνε για να με ανακαλύψουν εκ νέου ως ζωγράφο» είχε γράψει. «Άξαφνα οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα και εκεί στεκόταν ο Neil Zukerman, θέλοντας να κάνει ακριβώς αυτό! Μια προσωπική έκθεση τον Απρίλιο του 1999. Ένας όμορφος κατάλογος. Ενθουσιασμός, ενθάρρυνση, ευγένεια. Τι υπέροχη τύχη!».

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην αμερικάνικη έκδοση της Huffington Post και έχει μεταφραστεί από τα αγγλικά.