CULTURE
10/03/2015 03:31 EET | Updated 10/03/2015 08:17 EET

Βeetroot: Το γραφείο design που ζωγράφισε «ελληνικά τέρατα» μέσα στο Νομισματοκοπείο του Χίτλερ

Beetroot

Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχετε δει τη δουλειά τους, ακόμα και αν δεν γνωρίζετε ότι αυτοί κρύβονται από πίσω. Είτε πρόκειται για τον Γιάννη Μπουτάρη σε καρτούν, είτε για τεράστιους στίχους του Καβάφη σε μία στάση του μετρό ή ακόμα και για εκείνη την καμπάνια του ΕΟΤ που ευθαρσώς καυτηρίαζε τους Έλληνες για τη συμπεριφορά τους στην παραλία, το πολυβραβευμένο γραφείο design Beetroot σίγουρα σας έχει απασχολήσει. Η ομάδα, με έδρα της τη Θεσσαλονίκη - όχι δεν έχει μετακομίσει και αυτή στην Αθήνα - ιδρύθηκε το 2000 από τους Βαγγέλη Λιάκο, Αλέξη Νίκου και Γιάννη Χαραλαμπόπουλο και έκτοτε έχει πραγματικά εκτοξευτεί, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι η πορεία της ήταν μόνο ομαλή - μέσα στην κρίση και όλα τα υπόλοιπα «εμπόδια.»

Σε μία από τις συχνές επισκέψεις του στην πρωτεύουσα, οι Βαγγέλης Λιάκος και Αλέξης Νίκου μίλησαν στη HuffPost Greece για την κρίση που γεννά «τέρατα», τη σχέση του design με την πολιτική, αλλά και για τα ακούσια λάθη που τους δίνουν ιδέες.

Από την αρχή της πορείας σας, ποιες είναι οι δουλειές που έχετε ενδεχομένως ξεχωρίσει;

Αλέξης: Σε κάθε περίοδο που περνάμε, σίγουρα υπάρχει μια δουλειά που ξεχωρίζουμε. Όταν όμως μετά έρχεται μια άλλη μεγαλύτερη, τότε λέμε: «εντάξει δεν ήταν και κάτι φοβερό το προηγούμενο.» Υπάρχουν κάποια βήματα βέβαια που είναι σημαντικά. Για παράδειγμα, το 2005, είχαμε κάνει μια έκθεση στη Θεσσαλονίκη, η οποία λεγόταν «meta». Ήταν για το αρχιτεκτονικό έργο της πόλης και εκεί για πρώτη φορά παρουσιάσαμε μια ολοκληρωμένη δουλειά. Είχαμε κάνει πράγματα έξω από εμάς, εκεί είδαμε το κατά πόσο μπορούσαμε να κάνουμε πράγματα πιο σύνθετα. Αργότερα πήραμε έναν μεγάλο πελάτη στη Θεσσαλονίκη επίσης, τη Fena, για την οποία κάναμε πανελλαδικές καμπάνιες σε περιοδικά και τηλεοράσεις, κάτι το οποίο επίσης δεν είχαμε κάνει άλλη φορά.

Βαγγέλης: Κάναμε καλές συνεργασίες και με την Μπιενάλε της Βενετίας, ένα επίσης πολύ ολοκληρωμένο έργο που απαιτούσε πολύ διαχείριση.

Αλ.: Και φυσικά «Tα Τέρατα» που ήταν ένα project καθαρά δικό μας, το οποίο μας βοήθησε πολύ και στην προβολή μας προς τα έξω.

Μιλήστε μου λοιπόν για αυτά τα «Ελληνικά Τέρατα.»

Β.:Τα Τέρατα «γεννήθηκαν» το καλοκαίρι του 2011, όταν ο Αλέξης ήρθε και μου είπε: «Έλα να σου δείξω δύο εικόνες που έχω στο μυαλό μου.» Άρχισε λοιπόν μία συζήτηση επάνω σε αυτά τα σκίτσα που ήταν ο Μινώταυρος, ο Κένταυρος και η Χίμαιρα.

Αλ.: Η πρώτη σκέψη ήταν πολύ πιο απλή, να κάνουμε τα τέρατα χαρούμενα, διαφορετικά από αυτό που τα έχουμε συνηθίσει. Θέλαμε να ειπωθεί ο μύθος όπως είναι, αλλά να υπάρχει και μια ανατροπή. Να δούμε δηλαδή γιατί τελικά αυτά τα τέρατα δεν ήταν και τόσο κακά, αλλά και συμπαθητικά προς εμάς.

Β.: Σκεφτήκαμε λοιπόν αυτό αρχικά να το κάνουμε ένα βιβλίο, το οποίο και έγινε με τον τίτλο «Τα "παρεξηγημένα" τέρατα της ελληνικής μυθολογίας.» Τότε η κρίση και για τη χώρα, αλλά φυσικά και για εμάς, ήταν βαθιά. Υπήρχαν πελάτες που είχαν φύγει, η εταιρεία είχε αρχίσει να ζορίζεται οικονομικά πάρα πολύ και έτσι εκείνο το καλοκαίρι είχαμε στην ουσία, όλο το γραφείο, πάρα πολύ χρόνο για να πάρουμε άδεια. Ήμασταν λοιπόν όλοι μαζί σε ένα ξενοδοχείο στη Χαλκιδική, όταν χτυπάει το τηλέφωνο, και μου λένε: «Θέλει να σας μιλήσει ο ιδιοκτήτης των Red Dot Design Awards από Γερμανία.» Μας ανακοίνωσε λοιπόν ότι μας ανακηρύσσουν το Agency of the Year παγκοσμίως, το οποίο ήταν φυσικά πολύ τιμητικό για εμάς και ήρθε ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.

Αλ.: Για να φτάσουμε στα Τέρατα, έπαιξε ρόλο και η κρίση, γιατί λόγω του χρόνου που είχαμε, δουλέψαμε πάρα πολύ επάνω σε δικές μας ιδέες. Αυτό μας προσέφερε πολύ καλή προβολή και φυσικά μας «χάρισε» και βραβεία. Το ότι πήραμε το βραβείο εκείνη τη χρονιά ήταν και αυτό μέρος της διαδικασίας στην οποία μας έβαλε η ίδια η κρίση.

Και που σας οδήγησε αυτή η βράβευση των «τεράτων» σας;

Αλ.: Μας είπαν ότι εφόσον πήρατε το βραβείο, έχετε το δικαίωμα να κάνετε και μία έκθεση στον χώρο που θα παρουσιαστούν όλες οι άλλες δουλειές. Εμείς λοιπόν δεν θέλαμε να δείξουμε τη δουλειά μας ως γραφείο, είπαμε ότι θα δείξουμε τα «Τέρατα». Μέσα στην κρίση και στη Γερμανία, εκεί όπου μας «κατηγορούσαν» περισσότερο, εμείς πήγαμε ως νικητές και είπαμε «κοιτάξτε μας είμαστε τέρατα» και παρουσιάσαμε γλυπτά. Είχαμε ουσιαστικά 11 χρόνια που είχαμε λιώσει στη δουλειά, νύχτα-μέρα και Σαββατοκύριακα, και δεν ήμασταν οι Έλληνες που περιέγραφαν στην «Bild». Νιώθαμε άβολα με αυτό και μας έπιασε και λίγο το πατριωτικό μας. Τώρα είναι στο Σικάγο τα Τέρατα, ενώ περιμένουμε εγκρίσεις και για άλλους προορισμούς. Παράλληλα, φτιάχνουμε και νέα τέρατα, αλλά και το δεύτερο βιβλίο με τα Τέρατα Νο. 2 , τα ξεχασμένα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας.

Τι είναι τελικά ένα «τέρας;»

Β.: Τέρας μπορεί να είναι το οτιδήποτε δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Μπορεί να είναι η αλλαγή και το άγνωστο που πολλές φορές τα φοβόμαστε, αλλά τελικά αποφέρουν κάτι πολύ δημιουργικό και διαφορετικό το οποίο δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι υπάρχει. Άρα, συνήθως το τέρας είναι κάτι καλό.

Αλ.: Επίσης τέρας δεν αυτοαποκαλείσαι, κάποιος άλλος πρέπει να σε χαρακτηρίσει έτσι. Έχει να κάνει με την απομόνωση, από εκεί ξεκινάει και έχει πάρα πολλές προεκτάσεις. Για αυτό και εμείς θελήσαμε να κάνουμε ένα σχόλιο και επάνω αυτή την άποψη, ότι «όλοι οι Έλληνες είναι τέρατα.»

Και ποια ήταν η ανταπόκριση που εισπράξατε για τα Τέρατα στη Γερμανία;

Αλ.: Αρχικά εμείς θέλαμε να πάμε να ζωγραφίσουμε μέσα στο μουσείο, ήταν από τα βασικά μας εκθέματα αυτό, ένα γκράφιτι. Το μουσείο ήταν όμως στην ουσία το Νομισματοκοπείο του Χίτλερ και δεν επιτρεπόταν με τίποτα να το κάνει κάποιος αυτό. Μας είπαν ότι για να γίνει αυτό θα πρέπει μετά να κάνουμε εμείς την αποκατάσταση, κάτι το οποίο θα μας κόστιζε 15.000 ευρώ. Εμείς όντως πήγαμε και το κάναμε, και όχι μόνο τους άρεσε - τότε τους είχαμε ρωτήσει πως τους φαίνεται και μας είπαν ότι εκείνη τη στιγμή δημιουργούμε ιστορία στο design - , αλλά δεν το έσβησαν και ποτέ.

Το 2013 δημιουργήσατε για το Υπουργείο Τουρισμού την καμπάνια με σλόγκαν: «Ελλάδα, η πλουσιότερη χώρα του κόσμου.» Πώς προέκυψε αυτό;

Β: Μας κάλεσε το Υπουργείο Τουρισμού και μας ζήτησε να κάνουμε μία εσωτερική καμπάνια τουριστικής συνείδησης, το πόσο σημαντικό κομμάτι είναι δηλαδή ο τουρισμός για την Ελλάδα και ότι είναι κάτι που πρέπει να το εξελίξουμε.

Αλ.: Ήταν η ανάλογη καμπάνια του «Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, σε θάλασσες και ακτές.» Εμείς είπαμε ότι δεν θέλουμε να κουνήσουμε το δάχτυλο και ότι θα κάνουμε κάτι διαφορετικό, πιο αυτοσαρκαστικό. Θέλαμε να δείξουμε δηλαδή το πώς είναι αυτή η πλευρά του Έλληνα και ότι πρέπει να αλλάξει. Η καμπάνια είχε φυσικά το στοιχείο της πρόκλησης, γιατί εμείς ξαφνικά μέσα στην κρίση είπαμε «Ελλάδα, η πλουσιότερη χώρα του κόσμου.» Αυτό είναι κάτι που το κάναμε επίτηδες και είναι και κάτι που το είχαμε πει και στο Υπουργείο.

Και τα σχόλια που ακούσατε; Από όσο γνωρίζω δεν ήταν όλα θετικά.

Αλ.: Ακούσαμε αρχικά πολύ καλά σχόλια, καταρχήν από το Υπουργείο. Κάποια δημοσιεύματα ήταν αρνητικά, τα οποία στην ουσία έλεγαν ότι η καμπάνια θα κάνει κακό στον τουρισμό, επειδή δείχνει τα αρνητικά της Ελλάδας. Θεώρησαν λανθασμένα ότι αυτή είναι μια καμπάνια της Ελλάδας προς το εξωτερικό. Επίσης όταν έχεις ένα Υπουργείο απέναντί σου, ό,τι καλό και να κάνεις, όσο και αν το προσπαθήσεις, πάντα θα έχεις αυτούς που θα το «μισήσουν», επειδή σχετίζεται με την πολιτική. Το θετικό είναι ότι το Υπουργείο δέχτηκε να γίνει κάτι το διαφορετικό. Ήταν βέβαια να γίνουν και 3-4 animation ακόμα. Το ένα βγήκε στον αέρα, αλλά αρκετά λογοκριμένο σε σχέση με το καυστικό του χιούμορ, ενώ το τρίτο δεν βγήκε καθόλου.

Β.: Από το Υπουργείο Τουρισμού θεώρησαν προφανώς ότι το πολιτικό κόστος είναι υψηλό και το φοβήθηκαν, οπότε για άλλη μια φορά φτάσαμε στα ίδια.

Αλ.: Έχουμε κρατημένες και πάρα πολύ καλές κριτικές από σοβαρές εφημερίδες που έλεγαν ότι επιτέλους είδαν κάτι με χιούμορ, κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν μας «χαϊδεύει τα αυτιά.» Εμείς πραγματικά απολαύσαμε το project, ξενυχτήσαμε πολύ για αυτό. Μας έμεινε μία πικρία επειδή δεν ολοκληρώθηκε, από την άλλη όμως η προβολή μας έκανε σίγουρα καλό.

Συμμετείχατε πάντως πάλι σε κάτι «πολιτικό», σχεδιάζοντας το λογότυπο της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2014.

Αλ.: Συμμετείχαμε όντως στον διαγωνισμό για τον σχεδιασμό του λογοτύπου. Εκεί θέλαμε πραγματικά να κινηθούμε πάρα πολύ σοβαρά, πάρα πολύ λιτά, με τη λογική ότι η ελληνική κυβέρνηση, μετά από όλα όσα έγιναν, πλέον προχωρούσε πολύ πιο συνετά. Προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι που θα έβγαζε προς τα έξω το ελληνικό στοιχείο, αλλά θα ήταν ταυτόχρονα σοβαρό και με κύρος. Ο στόχος μας ήταν να εκφράζει αυτή την Ελλάδα που όλοι έχουν στο μυαλό τους ως θετική. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι ένα πολύ ωραίο σηματάκι είναι το ιστιοπλοϊκό, το οποίο ταξιδεύει και ενώνει τους λαούς. Χρησιμοποιήσαμε τις δύο φόρμες, το πανί και το σκάφος, για να λειτουργήσουν ως τα λατινικά γράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (E.U.). Δημιουργήθηκε έτσι μια ταυτότητα που είχε πολλές εφαρμογές και η οποία βραβεύτηκε κιόλας. Σε γενικές γραμμές ακούσαμε θετικά σχόλια για αυτό μας το σχέδιο.

Σημαντικό μέρος της δουλειάς σας αποτελούν και τα όσα κάνετε για τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Πότε άρχισε αυτή η συνεργασία;

Β.: Η συνεργασία μας με τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών άρχισε πριν περίπου 3 χρόνια, ξεκινήσαμε μαζί χέρι χέρι να πλάσουμε μία πάρα πολύ δυνατή ταυτότητα, ο καθένας από την πλευρά του.

Αλ.: Είναι μία συνεχής συνεργασία, πολύ μεγάλη και σημαντική για εμάς, απασχολεί αρκετά άτομα στο γραφείο καθημερινά. Είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον γιατί αφορά τον πολιτισμό και την εκπαίδευση.

Β.: Οι καμπάνιες που βγαίνουν προσπαθούν να εκπαιδεύσουν τον κόσμο, με ένα βαθύτερο νόημα. Και οπτικά, αλλά και με ένα δεύτερο ανάγνωσμα που είναι πολύ σημαντικό. Είναι επίσης ένας φορέας που προσφέρει πάρα πολλά στην Αθήνα και αυτή η σχέση αγάπης που έχουμε όλα αυτά τα τελευταία χρόνια είναι πάρα πολύ σημαντική.

Πρόσφατα βρεθήκατε στο επίκεντρο και επειδή, σε συνεργασία με τη Στέγη, «ντύσατε» τα μέσα μαζικής μεταφοράς της Αθήνας με στίχους του Καβάφη. Υπήρξαν και αρκετές αντιδράσεις, ειδικά για τον στίχο ««Είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.»

Αλ.: Οι στίχοι μας δόθηκαν, αλλά το θέμα είναι ότι εμείς πιστεύαμε ότι ναι μεν είναι επικίνδυνο να βγάλεις ποίηση στα ΜΜΜ στην Αθήνα, αλλά από την άλλη πρέπει να τιμήσεις τον Καβάφη. Εμείς θέλαμε να τον κάνουμε μια φιγούρα «ποπ» και για αυτό δημιουργήθηκε και αυτή η εικόνα του, σαν καρικατούρα. Ο ένας στίχος ίσως να ήταν άτυχος, επειδή δεν ήταν ολόκληρος, αλλά από την άλλη αυτοί οι στίχοι που εμφανιζόταν ήταν αυτοί που προκάλεσαν τον κόσμο να ασχοληθεί. Μας ζητήθηκε να κάνουμε πιο προσιτό τον Καφάβη, γιατί ο ποιητής αυτός είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο. Στην ουσία, είναι κάτι που χρησιμοποιήθηκε και πάλι πολιτικά, σχολίασαν δηλαδή ότι εσκεμμένα μπήκε ο στίχος με τη βία και τον συνέδεσαν με τις πορείες. Εγώ συμφωνώ ότι ίσως ήταν μια ατυχής επιλογή και ίσως θα έπρεπε να κοπεί αυτός ο στίχος, απλώς πιστεύω ότι δεν το σκέφτηκε κανείς. Η Στέγη πάντως το χειρίστηκε πάρα πολύ καλά αυτό το πράγμα, έκανε workshop και διαλέξεις, για το πώς αντέδρασε δηλαδή ο κόσμος. Για εμάς ήταν μία πετυχημένη καμπάνια, από τις αγαπημένες μας.

Β.:Η Στέγη ήθελε ο κόσμος να γνωρίσει τον Καβάφη, αυτό το πέτυχε μέσα σε μία βδομάδα, όλοι είχαν διαβάσει Καβάφη. Άσχετα με το τι γνώμη είχαν. Εγώ πιστεύω ο κόσμος ήθελε να παρεξηγηθεί και βρήκε έναν λόγο να το κάνει.

Και στη Θεσσαλονίκη όμως δημιουργήσατε για την πολιτική, καθώς σχεδιάσατε την προεκλογική καμπάνια της κίνησης του Γιάννη Μπουτάρη «Πρωτοβουλία για την Θεσσαλονίκη.»

Β.: «Τρέξαμε» όντως την καμπάνια του Μπουτάρη, για τον οποίο, ως πολιτικό αλλά και ως πολύ ιδιαίτερο πρόσωπο, θέλαμε να δείξουμε πώς τον βλέπουμε εμείς ως άνθρωπο. Του προτείναμε να μη βγει με μια φωτογραφία, όπως κάνουν όλοι οι πολιτικοί, αλλά με μια καρικατούρα. Φυσικά ο ίδιος μόλις την είδε δέχτηκε. Είχαμε μία πάρα πολύ ωραία συνεργασία. Βέβαια όλοι οι υπόλοιποι, οι συνεργάτες του, φοβήθηκαν την ιδέα μας.

Αλ.: Βγήκε μια σειρά από αφίσες με χαρούμενα και αισιόδοξα μηνύματα, κάτι το οποίο δεν το βλέπεις σε πολιτική καμπάνια. Δύσκολα εμείς θα κάναμε πολιτική καμπάνια, πρέπει να ταιριάξεις με κάποιον για να το κάνεις. Και ο Γιάννης Μπουτάρης είναι μια τέτοια περίπτωση.

Και τι σχέδια έχετε για την πόλη σας, τη Θεσσαλονίκη;

Β.: Προτείναμε στο Δήμο να επέμβουμε κάπως στην πόλη, σε ό,τι μπορεί να μας αφορά και σε συνεργασία με κάποιους άλλους φορείς, ώστε να αναβαθμίσουμε ένα κομμάτι της. Αυτή τη στιγμή το πάθος που έχουμε είναι ο Ζωολογικός Κήπος, ο οποίος βρίσκεται σε μία πολύ μέτρια κατάσταση. Έχουμε κάνει μία μικρή έρευνα τους τελευταίους μήνες και προτείναμε να ασχοληθούμε με αυτό, για το οποίο βέβαια θα μαζέψουμε κόσμο και τεχνογνωσία και από το εξωτερικό, αλλά θα συνεργαστούμε και με τους ανθρώπους του Δήμου, οι οποίοι στις περισσότερες περιπτώσεις είναι θετικοί. Μπορεί να μην έχουν χρήματα, γνώση ή υποστήριξη, οπότε εμείς θα καθίσουμε για ένα εξάμηνο μαζί τους για να στήσουμε το όλο project. Στο τέλος, θα παρουσιάσουμε μια έκθεση στον Δήμο και εάν όλοι από κάθε πλευρά είναι θετικοί, ενδεχομένως να ολοκληρωθεί. Ίσως να ψάξουμε και χορηγούς για να υλοποιηθεί.