ΤΟ BLOG
09/10/2019 12:39 EEST | Updated 09/10/2019 12:39 EEST

Δήμητρα Τρυπάνη: Η έμφυλη βία παρασκευάζεται και επιβάλλεται από τις κοινωνίες

Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ - Οι ρίζες και οι αιτίες του σεξισμού στο μακρινό παρελθόν μέσα από ένα σύγχρονο μουσικοθεατρικό έργο

Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ

Παρά τον τίτλο του το έργο «Αμίλητη» είναι...«ομιλητικότατο» και έχει να πει πάρα πολλά. Πραγματεύεται ένα θέμα που σε ένα βαθμό θα μπορούσε να θεωρηθεί και ταμπού, τον σεξισμό εντός της οικογενείας, με όχημα μιαν αληθινή ιστορία που συνέβη στη Μάνη σχεδόν δύο αιώνες πριν και με εκφραστικά μέσα τον ήχο και τον λόγο, την μουσική και τον στίχο. Έχοντας αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις όταν παίχτηκε για πρώτη φορά στο εφετινό Φεστιβάλ Παξών τον προηγούμενο μήνα αυτό το «σύγχρονο χορικό» έρχεται τώρα στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ για τρεις μόνον παραστάσεις, από την Παρασκευή 11 μέχρι και την Κυριακή 13 Οκτωβρίου.

Εχοντας αρχίσει τις μουσικές σπουδές της στην γενέτειρα της Θεσσαλονίκη (και αφού παράλληλα αποφοίτησε από την φιλοσοφική σχολή του ΑΠΘ) η Δήμητρα Τρυπάνη τις συνέχισε σε ανώτερο επίπεδο και τις ολοκλήρωσε με πολύχρονη παραμονή στην Αγγλία. Με την επιστροφή της στην Ελλάδα αναδείχθηκε σύντομα σε μιαν από τους/τις σημαντικότερους/ες δημιουργούς αληθινά σύγχρονης μουσικής όντας ταυτόχρονα επίκουρη καθηγήτρια θεωρητικών και σύγχρονης σύνθεσης στο τμήμα μουσικών σπουδών του Ιονίου πανεπιστημίου. Συνθέτιδα με ήδη αναγνωρίσιμη, προσωπικότατη και «ανήσυχη» γραφή, συνειδητό μέλημα της όχι μόνο να μην επαναλαμβάνεται αλλά αντίθετα να ανανεώνει και να εξελίσσει τόσο την φόρμα όσο και τα εκφραστικά μέσα της και σταθερό μα και κομβικό στοιχείο της μουσικής της το ότι «συνομιλεί» συνεχώς με το κοινωνικό σύνολο για πολύ σημαντικά αξιακά, κοινωνικά αλλά και πολιτικά ακόμα θέματα.Εχοντας την ιδέα, την συνολική σύλληψη και βέβαια συνθέσει την μουσική του «Αμίλητη» στη συζήτηση μας αναφέρθηκε στα κίνητρα της για την δημιουργία του και βέβαια στο πόσο επίκαιρο και δυστυχώς φλέγον παραμένει το θέμα που βρίσκεται στο επίκεντρο του. 

Δήμητρα Τρυπάνη

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πριν ακόμα από την έμπνευση, σε ποιο ποσοστό το κίνητρο για την σύνθεση το έργου ήταν προσωπικό και αντίστοιχα σε ποιο η διατύπωση παρατηρήσεων και σχολιασμού για προσωπικές και συλλογικές ανθρώπινες πράξεις, στοιχείo που για εμένα χαρακτηρίζει σχεδόν στο σύνολο του το έργο σου;

Έχω πλέον την απόλυτη βεβαιότητα ότι το προσωπικό με το οντολογικό στοιχείο πάνε «χέρι - χέρι» στα έργα μου οπότε θα πω ότι στο συγκεκριμένο έργο - το οποίο κλείνει και μία δημιουργική περίοδο δεκαετίας για εμένα - το ποσοστό του προσωπικού στοιχείου είναι πολύ μεγάλο, μεγαλύτερο από ό,τι στα προηγούμενα μου.

Το γεγονός που λειτούργησε σαν αρχική έστω πηγή έμπνευσης του έργου έχει για εσένα διάσταση και ενδιαφέρον από πλευράς κοινωνιολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, ηθών σε μια συγκεκριμένη χωροχρονική συνθήκη, φυλετικής (gender) ταυτότητας, σχέσεων των δύο φύλων ή όλα αυτά μαζί και ταυτόχρονα; Και μια συμπληρωματική ερώτηση σχετικά με αυτό, θα μπορούσε κατά τη γνώμη σου αυτό το γεγονός να έχει συμβεί οπουδήποτε αλλού, στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα, εκτός από την Μάνη και στην συγκεκριμένη περίοδο βέβαια;

Το γεγονός αυτό συνέβη γύρω στα μέσα του δεκάτου ογδόου αιώνα σε μια ορεινή περιοχή της Πελοποννήσου. Θα μπορούσε να έχει συμβεί το ίδιο διάστημα σε ένα χωριό της Κρήτης, της Ηπείρου, της Χίου, της Μέσης Ανατολής, της Ιρλανδίας, της Νότιας Αφρικής ή της Ιαπωνίας. Θα μπορούσε να έχει συμβεί –και έχει συμβεί – πέρυσι, πριν από δέκα χρόνια ή μετά από τρία. Για εμένα το γεγονός είναι μια αφορμή για να συζητηθούν μέσα στο έργο άλλα ζητήματα πολύ βαθιά και θεμελιώδη που αφορούν στη βία ως προς την κατασκευή της ταυτότητας των φύλων και δη σε αυτήν της ανδρικής ταυτότητας αλλά και το ζήτημα της ενοχής και της αυτοσυγχώρησης απέναντι στην προσωπική απώλεια.

Μου είχες πει εδώ και καιρό ότι μεγάλο μέρος του κίνητρου σου για την σύνθεση του έργου ήταν η σκέψη και ο προβληματισμός σου για τον ρόλο, αν όχι το πρότυπο/στερεότυπο, που επιβάλλεται από τις κοινωνίες – ίσως και την πολιτική εξουσία; - στους άντρες. Πιστεύεις λοιπόν ότι ο ρόλος αυτός είναι εντελώς επίκτητος και δεν ενυπάρχει καθόλου στην ανδρική ψυχοσύνθεση;

Είναι σαφές ότι υπάρχει διακριτή εκ φύσεως διαφορά του αρσενικού από το θηλυκό. Δεν αντιλέγει κανείς σε αυτό, ούτε κανείς θα μπει στη διαδικασία να αντιπαραβάλει τα μυικά ή τα ορμονικά συστήματα των δύο φύλων γιατί και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση είναι αυτονόητο το πού θα γείρει ή πλάστιγγα. Όμως το να σκοτώσει ένας πατέρας την κόρη του – ένας άνδρας δηλαδή μια γυναίκα που σαφώς την αγαπά από τα γεννοφάσκια της – δεν εξηγείται σε καμία περίπτωση με βάση τους φυσικούς νόμους. Μόνο με βάση την επιβολή των κοινωνικών νόμων μπορεί κανείς να εξηγήσει τέτοιου τύπου «αυτοκτονικά» βίαιες ανδρικές συμπεριφορές. 

Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ

Εντέλει λοιπόν οι γυναίκες πολλές φορές γίνονται κυριολεκτικά ή μεταφορικά θύματα αυτού του δεδομένου, «παραδοσιακού» με όλες τις έννοιες της λέξης, ανδρικού προτύπου; Είναι όμως το ίδιο θύματα του από την στιγμή που γεννιούνται και κάποιες φορές, σε ορισμένες περιστάσεις και υπό κάποιες προϋποθέσεις, γίνονται πολύ περισσότερο και οι ίδιοι οι άντρες;

Φυσικά! Θα έλεγα ότι η παράσταση αυτό κυρίως εξετάζει πίσω από το προφανές της δολοφονίας της κοπέλας. Το ότι θύματα αυτής της βίας στην πραγματικότητα είναι και οι θύτες, οι πέντε αδελφοί και ο πατέρας. Αυτό έχει να κάνει με το ότι τη στιγμή που αποφασίζουν να υπακούσουν «στο ορισμένο, στο γραμμένο», όπως λέει στο κείμενο ο Παντελής Μπουκάλας, πριν ακόμα τη σκοτώσουν έχουν ήδη «σκοτώσει» την δική τους ψυχή γιατί μόνον έτσι μπορούν να προχωρήσουν την επιτέλεση αυτού του εγκλήματος. Ζωντανοί νεκροί δηλαδή...

Ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους αποφάσισες να μην γράψεις η ίδια το κείμενο του έργου και γιατί επέλεξες αλλά και εμπιστεύθηκες συγκεκριμένα τον Παντελή Μπουκάλα για να το κάνει;

Από την αρχή ένιωθα ότι δεν θα μπορούσα να γράψω το κείμενο. Αυτό που μου επέτρεψε ο Παντελής να κάνω - και τον ευχαριστώ πολύ για αυτό - ήταν να φτιάξω ένα πρόλογο και έναν επίλογο με τεχνική collage, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από το εξαιρετικό βιβλίο του «Ο Μάντης» και στίχων από κάποια παραδοσιακά τραγούδια. Το κείμενο όμως έπρεπε να γραφτεί από κάποιον συγγραφέα που όλο αυτό να του είναι «οικείο» - ό,τι κι αν σημαίνει αυτό – και εκεί η Φαίη Λύχνου,υπεύθυνη του Φεστιβάλ Παξών και καλή φίλη, έκανε το θαύμα της. Έστειλε ένα email στον Παντελή, έτσι ξαφνικά και χωρίς να τον γνωρίζει, απλά επειδή, ως αναγνώστρια των άρθρων του, ήξερε τη σχέση του με το δημοτικό τραγούδι και τα μοιρολόγια. Του ζήτησε λοιπόν μια συνάντηση για να του εξηγήσουμε τι είναι αυτό που θέλουμε να κάνουμε. Ο Παντελής, ευτυχώς για εμάς, δέχτηκε και τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.

Δεν ξέρω αν τον τίτλο τον έδωσες εσύ ή ο Παντελής αλλά νομίζω ότι, αν και μονολεκτικός, κατορθώνει να εμπεριέχει δύο πολύ ενδιαφέρουσες αντιφάσεις, πρώτον ότι ενώ θέμα του έργου είναι κατά βάση οι άντρες είναι ένα θηλυκό επίθετο – ουσιαστικοποιημένο άραγε ή όχι; - και δεύτερον ότι ενώ πρόκειται για ένα έργο μουσικού θεάτρου στο οποίο προφανώς ο παράγοντας του ήχου είναι πάρα πολύ σημαντικός, αν όχι πρωταρχικός, αυτός παραπέμπει στην...σιωπή. Πώς τις εξηγείς εσύ; Και με την ευκαιρία, πρόκειται για μια ηθελημένη και από επιλογή σιωπή ή για αυτό που λέμε «η σιωπή των αμνών» βαδίζοντας προς την ακούσια ή και εκούσια θυσία τους;

Ο πρώτος τίτλος, «Μηλιά Μου Αμίλητη», ήταν του Παντελή, αυτός άλλωστε είναι και ο τίτλος του βιβλίου του με το κείμενο της παράστασης που εκδόθηκε πρόσφατα. Όταν μου τον έστειλε εγώ απλά αφαίρεσα τις πρώτο μέρος του και έμεινε το «Αμίλητη». Πέραν του προφανούς λογοπαιγνίου με το όνομα της κοπέλας (ΜηλιάΜιλιά - Αμίλητη) ο τίτλος αφορά και μια σιωπή που ευελπιστούμε να τη μοιραστούμε με το κοινό στη διάρκεια της παράστασης οπότε δεν θα πω κάτι παραπάνω για αυτό.

Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ

Με το έργο πλέον να έχει όχι μόνον ολοκληρωθεί αλλά και παρουσιαστεί για πρώτη φορά, έχοντας δηλαδή κατασταλάξει μέσα σου, θα έλεγες ότι, συνειδητά ή μη, αυτή τη φορά ήθελες να καταθέσεις την δική σου, σημερινή εκδοχή για την αρχαία τραγωδία, έστω και απομονώνοντας ένα μόνο τμήμα της, το χορικό;

Για την αρχαία τραγωδία τα έχει πει μια χαρά ο Αριστοτέλης οπότε δεν θα πω κάτι παραπάνω για να μην τον ταράξω. Για τη σύγχρονη όμως τραγωδία ή το σύγχρονο χορικό μπορώ να πω ότι, πέραν «του ελέου, του φόβου και της καθάρσεως», η πλήρης κατάργηση των ραφών μεταξύ κειμένου και μουσικής αλλά και η απόλυτη κυριαρχία του ρυθμού επί του συνόλου είναι ίσως τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά που θα έβλεπα ως προς την ανανέωση του.

Από πλευράς φόρμας έρχεται ως συνέχεια του προηγούμενου έργου που παρουσίασες στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, του «Διδυμάνες» ή ανεξάρτητα από αυτό ήξερες από την αρχή ότι η συγκεκριμένη φόρμα χρειαζόταν και ήταν αυτή την οποία ήθελες να δώσεις; Πιο απλά, ξεκίνησες την σύνθεση με δεδομένο ότι θα ήταν ένα κατά βάση φωνητικό έργο ή αυτό προέκυψε στην πορεία; Και πώς αλήθεια συνάδει αυτό με τον τίτλο «Αμίλητη»; Άλλη μια ενδιαφέρουσα εσωτερική δημιουργική αντίφαση ίσως;

Οχι, δεν έρχεται σε συνέχεια του «Διδυμάνες», άλλωστε αυτό γράφτηκε το ’15 και απλά παίχτηκε στην Εναλλακτική Σκηνή το ’18, έχουν υπάρξει και άλλα έργα μου από τότε. Ήξερα από την αρχή ότι η «Αμίλητη» θα είχε τη μορφή ενός εκτενούς χορικού χωρίς να ξέρω βέβαια πώς ακριβώς θα ήταν αυτή η μορφή του. Ηξερα επίσης ότι θα ήταν ένα πολυφωνικό έργο με πολλά νταούλια. Ο τίτλος για κάποιο λόγο δεν αντιφάσκει καθόλου με την ενορχήστρωση του έργου, το αντίθετο θα έλεγα.

Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ

Η ενορχήστρωση δεν είναι μόνο λιτότερη και από όσο ακόμα μας έχει συνηθίσει αλλά επιπλέον αποτελείται από τον τουλάχιστον ασυνήθιστο συνδυασμό άρπας και βιολοντσέλου. Τι και για ποιους λόγους σε οδήγησε σε αυτόν;

Η ενορχήστρωση δεν είναι τόσο λιτή όσο φαίνεται. Ναι μεν υπάρχουν δύο όργανα επί σκηνής αλλά στην πραγματικότητα έχουμε μια δωδεκαμελή ορχήστρα δωματίου όπου τα δέκα όργανα είναι φωνές και πέντε εξ αυτών ταυτόχρονα νταούλια. Άρα αυτό που θα ακούσει ο ακροατής - θεατής θα είναι πολύ πυκνότερο από αυτό που υποψιάζεται. Όσο για την επιλογή των οργάνων σε παλαιότερη συνέντευξη μας είχα πει ότι αγαπώ τα όργανα που το υλικό κατασκευής τους είναι το ξύλο. Είναι λοιπόν όργανα τα οποία αμφότερα αγαπώ πολύ αλλά και οι συγκεκριμένοι μουσικοί που τα παίζουν, η Γωγώ Ξαγαρά και ο Δημήτρης Τραυλός, που αγαπώ και εκτιμώ απεριόριστα είναι επίσης λόγοι για τους οποίους επέλεξα άρπα και βιολοντσέλο.

Το θέμα του έργου σε έκανε να συμπεριλάβεις και στοιχεία της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής ή αυτή η παράμετρος δεν σε απασχόλησε καθόλου και λειτούργησες συνθετικά εντελώς ανεξάρτητα από εκείνη και μόνο με την έμπνευση σου;

Το δεύτερο, πάντα δηλαδή ξεκινώ με βάση το πού με πάει το μολύβι. Τώρα, αν πίσω από αυτό που λέμε «ενστικτώδες γράψιμο» υπάρχει κάποια ασυνείδητη σύνδεση μεταξύ του θέματος του έργου και κάποιων στοιχείων ετεροφωνίας και παραδοσιακών ρυθμών τα οποία σαφώς χρησιμοποιώ, δεν ξέρω να στο απαντήσω. Μπορεί να είναι και έτσι, δεν το ψάχνω πάντως. Μετά από κάποια χρόνια γραφής τις μουσικές εμμονές μου τις ξέρω και τις βλέπω σε όλα τα έργα μου. Αυτό που προσπαθώ είναι να μην γίνονται μανιέρα και να εξελίσσονται και άλλα στοιχεία τα οποία βλέπω να γεννιούνται σιγά - σιγά.

Πόσο σημαντικό είναι το ρυθμικό σκέλος του έργου και γιατί επέλεξες για άλλη μια φορά φορείς του να είναι οι ερμηνευτές και οι ερμηνεύτριες;

Το ρυθμικό σκέλος είναι κυρίαρχο, όπως και σε όλα τα έργα μου. Ο ρυθμός είναι οδηγός στο έργο, οδηγός στο ξενύχτι της Μηλιάς. Τα πέντε νταούλια τα οποία βρίσκονται στα χέρια των πέντε αδελφών παίζουν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Δίνουν φωνή στον εσωτερικό βηματισμό του θρήνου, δίνουν φωνή στα συναισθήματα, στο θυμό, στην απόγνωση, στη θλίψη. Χωρίς τα νταούλια δεν υπάρχει η τελετουργία στο έργο, άρα δεν υπάρχει το ίδιο το έργο.

Οι ερμηνευτές/ις λειτουργούν περισσότερο ως τραγουδιστές/ιες, ηθοποιοί ή τους ζήτησες ακριβώς να ισορροπούν συνεχώς και εξίσου ανάμεσα σε αυτά τα δύο;

Αναγκαστικά οι ερμηνευτές/ιες ισορροπούν συνεχώς πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Είμαι πολύ τυχερή γιατί και οι δέκα performers του έργου είναι νέοι, πολύ ταλαντούχοι και υπέροχοι άνθρωποι και πραγματικά ελπίζω να καταλάβει το κοινό και όσοι «ειδικοί» του χώρου θα βρίσκονται ανάμεσα του το πόσο απαιτητικό είναι αυτό στο οποίο ανταποκρίνονται άψογα και να τους δοθούν επαγγελματικές ευκαιρίες στο άμεσο μέλλον γιατί το αξίζουν όλοι και όλοι τους. Αυτό θα με χαροποιήσει πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Θα ήθελα με την ευκαιρία να αναφέρω τα ονόματά τους,Γιώργος Νικόπουλος, Νίκος Ζιάζιαρης, Αλέξανδρος Ψυχράμης, Αντώνης Βασιλειάδης, Ραφαήλ Κριτούλης, Γιώργος Κασαβέτης, Βασίλης Πελαντάκης, Αλίκη Σιούστη, Γεωργιάνα Φιλιππάκη και Σοφία Κετεντζιάν.

Τέλος πρόθεση και επιθυμία σου ίσως είναι μετά το φινάλε της παράστασης ο θεατής να φεύγει προβληματισμένος για τα όχι λίγα ζητήματα που θίγει ή αντίθετα να έχει οδηγηθεί σε μια κάθαρση/λύτρωση, ανάλογη με αυτή των αρχαίων τραγωδιών;

Πρόθεσή μας – γιατί μιλώ εκ μέρους όλης της ομάδας της «Αμίλητης» - είναι το κοινό να πάρει μέρος σε μία τελετουργία, στο ξενύχτι της Μηλιάς. Μετά ο καθένας μπορεί να φύγει παίρνοντας ή αφήνοντας πίσω του ό,τι θέλει...

Παντελής Μπουκάλας: Η γυναικοκτονία είναι έγκλημα διαχρονικό και διαρκές

Ο δημοσιογράφος, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής στη σημερινή γλώσσα μας αρχαίων θεατρικών κειμένων Παντελής Μπουκάλας είναι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους των περισσοτέρων μορφών γραπτού λόγου που διαθέτει αυτή την στιγμή η Ελλάδα. Η αγάπη του για το δημοτικό τραγούδι που τον οδήγησε σε επισταμένη και εις βάθος μελέτη και βέβαια γνώση του ήταν το καθοριστικό στοιχείο το οποίο έκανε την Δήμητρα Τρυπάνη να του προτείνει να αναλάβει την συγγραφή του κειμένου του έργου. Υπογραμμίζει την διαχρονικότητα αλλά και την παγκοσμιότητα του θέματος του έργου, αναδεικνύοντας έτσι τον πολύ μεγάλο ρόλο των κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων στην δημιουργία του ανδρικού σεξισμού και της βίας η οποία ταυτόχρονα αποτελεί δομικό στοιχείο του και απορρέει από αυτόν, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο σημαντικό και επιτακτικό ο σύγχρονος κόσμος στο σύνολο του να αντιπαρατεθεί με αυτό το ολέθριο πολλές φορές φαινόμενο και εντέλει να το κατανικήσει.

Σε αιφνιδίασε η πρόταση της Δήμητρας Τρυπάνη να γράψεις το κείμενο του έργου ή την θεώρησες μια όμορφη και ενδιαφέρουσα πρόσκληση; Σε είχε απασχολήσει, έστω σε επίπεδο σκέψης μόνο, καθόλου πριν το θέμα ή όχι;

Η πρόταση, της Φαίης Λύχνου καταρχήν από την πλευρά του Φεστιβάλ Παξών και αμέσως μετά της ίδιας της Δήμητρας Τρυπάνη, ήταν για εμένα ένα δώρο που με αιφνιδίασε και με συγκίνησε. Προσωπικώς άγνωστές μου και οι δύο μου έκαναν μια δύσκολη, απαιτητική πρόταση, θαρρείς και γνώριζαν ότι μου αρέσει να δουλεύω υπό καθεστώς εξαιρετικής πίεσης: να προσθέτω άγχος στο άγχος διότι, ως γνωστόν, δύο αρνήσεις κάνουν μια κατάφαση, άρα δύο άγχη ίσον δημιουργική «χαλαρότητα». Αυτό που πρωτίστως σκέφτηκα, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, είναι το εξής, για να μου κάνουν τη συγκεκριμένη πρόταση παναπεί ότι γνωρίζουν τη δουλειά μου για το δημοτικό τραγούδι που με έφερε μπροστά στην απίστευτη βία του έρωτα και στη βία για «λόγους τιμής». Οταν η Δήμητρα μου εξήγησε ότι ένα από τα συνδετικά νήματα του όλου εγχειρήματος θα ήταν ο «Μάντης», ένα βιβλίο μου που το αγαπάω ιδιαίτερα, η αρχική, αυτόματη θετική απόφαση μου στερεώθηκε.

Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ

Πόσο δύσκολο ήταν να γράψεις για ένα θέμα που πρώτιστα αφορά άντρες όπως εσύ αλλά κατά ανάθεση για ένα έργο μια συνθέτιδας, δηλαδή γυναίκας; Προσπάθησες να υιοθετήσεις καθόλου την οπτική της ή το θεώρησες εξαρχής ανέφικτο και έγραψες όπως θα έκανες σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση για το ίδιο θέμα;

Η «οπτική» του εγχειρήματος αναδείχθηκε με την πρώτη - πρώτη συζήτησή μου με τη Δήμητρα. Αυτό ήταν άλλωστε και το καθοριστικό ώστε να αποφασίσουμε ότι μπορούμε να συνεχίσουμε, ότι έχει νόημα να συνεχίσουμε. Αν δεν καταλαβαίναμε από την πρώτη στιγμή ότι καταλαβαινόμαστε, ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα, εκείνη με νότες και εγώ με λέξεις, θα ήταν αδύνατο (για να μην πω α-νόητο) να συνεχίσουμε.

Της ζήτησες να ακούσεις έστω κάποια μικρά τμήματα από την μουσική όσο έγραφες το κείμενο ή ακριβώς το αντίθετο, δεν ήθελες να ακούσεις καθόλου μέχρι να το ολοκληρώσεις; Από πλευράς μεθοδολογίας και προσέγγισης περισσότερο παρά ύφους βασίστηκες καθόλου στην αρχαία τραγωδία ή όχι;

Κινηθήκαμε φαινομενικώς παράλληλα αλλά σίγουρα όχι αντιπαράλληλα. Συζητούσαμε συνεχώς, σε μια από κοινού αναψηλάφηση μιας δίκης που δεν έγινε ποτέ. Της έστελνα κάθε φωνή που έγραφα, την κουβεντιάζαμε, μου έστελνε τα κομμάτια του «Μάντη» που έκρινε ταιριαστά ή δημοτικά τραγούδια που την ενέπνεαν. Τη μουσική που έγραφε - ή κάποια αποσπάσματά της - την άκουσα αρκετά νωρίς, στην πρώτη συνάντηση με τους υπόλοιπους συνεργάτες, εξαιρετικά παιδιά όλα τους, με γνώση και μεράκι. Στη συνέχεια, μαζί με τη Φαίη Λύχνου, ακούσαμε στο σπίτι μου το σύνολο, με τη Δήμητρα να διαβάζει και τα μηχανήματα να παίζουν την μουσική που είχε γράψει. Η συγκίνηση των στιγμών εκείνων, η αίσθηση ότι η συν-ομιλία οδήγησε σε καθαρό μουσικό λόγο, αυτοτελή αλλά και σε αγαστή συμφωνία με το κείμενο μου, είναι από αυτές που δεν ξεχνιούνται.

Μετά από την εμπειρία της συγγραφής του κειμένου ποια θα έλεγες ότι είναι τα σημαντικότερα και πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του γεγονότος από το οποίο εμπνέεται; Εκτός από την προσωπική και κοινωνική διάσταση υπάρχει κατά την γνώμη σου και πολιτική σε αυτό;

Τους τελευταίους μήνες είδαμε μιαν ολόκληρη διαμάχη στα ΜΜΕ για το αν υπάρχει λόγος να εισαγάγουμε το όρο «γυναικοκτονία». Οσοι θεωρούν «υστερία» τον φεμινισμό και τη συζήτηση περί έμφυλης βίας έκριναν περιττή, αν όχι απαράδεκτη, τη χρήση του όρου. Να πούμε καταρχήν ότι η λέξη «γυναικοκτονία» είναι πολύ παλαιά αφού η χρήση της μαρτυρείται ήδη στους ελληνιστικούς χρόνους. Το επεισόδιο της Μάνης δεν συνέβη σε ιστορικό και κοινωνικό κενό, δεν ήταν κάτι το εξαιρετικά έκτροπο και χωρίς προϊστορία. Αντίθετα ήταν σχεδόν συνηθισμένο και μάλλον δικαιολογημένο κοινωνικά. Στη δεσπόζουσα κοινωνική νόρμα η γυναίκα νοείται ως πλάσμα ατελές, ασταθές, επιρρεπές στην ανομία, άρα ακινδύνως τιμωρητέο. Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης γνώρισα έναν πολύ καλό άνθρωπο. Εβγαινε στον κόσμο μετά από πολλά χρόνια στη φυλακή όπου ευτυχώς για αυτόν τον είχαν προστατέψει οι πολιτικοί κρατούμενοι. Σχεδόν έφηβος έγινε φονιάς για λόγους τιμής, επειδή «έτσι έπρεπε να κάνει». Αν δεν έκανε ό,τι έκανε «δεν θα ήταν ντόμπρος άντρας και λεβέντης». Σκότωσε αλλά το όπλο με το οποίο πυροβόλησε το κρατούσαν όλα τα χέρια του χωριού του. Και δεν ήταν καν από τη Μάνη...

Καθώς από όσο γνωρίζω αυτό ήταν το πρώτο κείμενο σου τέτοιου είδους και για αυτό τον σκοπό ποιες είναι οι εντυπώσεις σου από μια συνεργασία αυτού του τύπου; Θα ήθελες να την επαναλάβεις, με την Δήμητρα ή και με άλλον/η δημιουργό μουσικής;

Τη συνεργασία με τη Δήμητρα, όπως και με όλη την ομάδα, τη χάρηκα πολύ. Με πλούτισε και νιώθω ευγνώμων για αυτήν. Και φυσικά θα ήθελα να μου συμβεί ξανά κάτι τόσο δημιουργικό, όμορφο και περισσότερο και από ευχάριστο...

Η «Αμίλητη» στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ