ΤΟ BLOG
11/01/2020 12:37 EET | Updated 11/01/2020 12:37 EET

«Δεν είναι άλλος»....Χρήστος Θηβαίος!

Ο Χρήστος Θηβαίος βρίσκεται σε μιαν από τις καλύτερες περιόδους του, «σε μεγάλη φόρμα» θα λέγαμε αν ήταν αθλητής.

.

Ο σπουδαίος ερμηνευτής και τραγουδοποιός παρουσιάζει ένα από τα καλύτερα προγράμματα της σεζόν στην «Σφίγγα»

Ας ξεκινήσω από το κυριότερο, τον τελευταίο αρκετό καιρό ο Χρήστος Θηβαίος βρίσκεται σε μιαν από τις καλύτερες περιόδους του, «σε μεγάλη φόρμα» θα λέγαμε αν ήταν αθλητής. Στο πλαίσιο αυτής το πρόγραμμα που παρουσιάζει εδώ και λίγα Σάββατα στην μουσική σκηνή «Σφίγγα» δεν θα μπορούσε να μην έχει ήδη καταγραφεί ως ένα από τα καλύτερα της εφετινής σεζόν.

Ο τίτλος του, δηλαδή «Εξάρχεια – Μπραχάμι», όσο παράδοξο και αν φαίνεται δίνει και το μουσικό στίγμα του. Η δεύτερη περιοχή της Αθήνας, το Μπραχάμι, είναι αυτή στην οποία κατοικεί ο εις εκ των αδελφών Κατσιαμίχα, ο Χάρης, ο οποίος στον πρώτο δίσκο του μετά από δέκα χρόνια, το «Από Τους Κήπους Των Ψιθύρων» όπου μελοποιεί ποιήματα κορυφαίων Ελλήνων ποιητών, αποφάσισε να μην ερμηνεύσει ο ίδιος τα τραγούδια αλλά να τα εμπιστευθεί στον Χρήστο Θηβαίο. Στα Εξάρχεια αντίστοιχα ζει, κινείται και λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια ο τελευταίος. Έτσι αυτή η νοητή «χωροτακτική» μάλλον παρά γεωγραφική αστική διαδρομή ορίζει και τους δύο θεματικούς άξονες στους οποίους όχι μόνο στηρίζεται αλλά και περιστρέφεται το πρόγραμμα, αντίστοιχα την πιο πρόσφατη δισκογραφική εργασία στην οποία συμμετέχει ο Χ Θηβαίος και το σύνολο της μέχρι τώρα διαδρομής του.

Ήδη από το ξεκίνημα του με τους δύο δίσκους του τρίο Συνήθεις Ύποπτοι του οποίου ήταν η ηγετική φυσιογνωμία ο Χ. Θηβαίος, εκτός φυσικά από τις αρετές του ως τραγουδοποιός, έδειξε το ταλέντο, τις μεγάλες δυνατότητας του και, ακόμα περισσότερο, την εξαιρετικά προσωπική ταυτότητα του ως ερμηνευτής. Ομως πολύ σύντομα φάνηκε και κάτι άλλο, ότι η επιλογή των τραγουδιών άλλων που ερμήνευε - είτε απλώς επειδή το ήθελε στις ζωντανές εμφανίσεις του είτε στις όχι πολλές αλλά εκλεκτές συνεργασίες του με άλλους δημιουργούς - δεν γινόταν με κριτήριο το ότι απλά «του άρεσαν» ή έστω του ταίριαζαν, όπως συμβαίνει με τους/τις περισσότερους/ες άλλους/ες καλούς ερμηνευτέςιες. Ως τραγουδοποιός ο ίδιος ο Χ. Θηβαίος ερμηνεύει μόνο τραγούδια με τα οποία μπορεί να ταυτιστεί, υπό άλλες συνθήκες δηλαδή θα μπορούσε – τουλάχιστον από θεματολογικής πλευράς – να τα έχει γράψει εκείνος. Αυτό σημαίνει ότι δεν τα υπερασπίζεται απλά αλλά τα υπηρετεί ακριβώς όπως τα δικά του και, από μια στιγμή και μετά, όσο παράξενο και αν φαίνεται, καταλήγει να τα κατακτά, να τα κάνει όντως δικά του, όσο ισχυρή και να ήταν η σφραγίδα της αυθεντικής ερμηνείας τους, προτέρημα που πολύ λίγοι/ες τραγουδιστές/ιες διαθέτουν, διεθνώς και όχι μόνο στην Ελλάδα.

Το ένα σκέλος λοιπόν του προγράμματος είναι τραγούδια των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα ή που σχετίζονται με αυτούς και το άλλο, το μεγαλύτερο σε όγκο και διάρκεια, αυτά από το προσωπικό ρεπερτόριο του Χ. Θηβαίου, είτε δικές του συνθέσεις είτε ερμηνευμένα από εκείνον στην αυθεντική εκτέλεση τους και κάποια άλλα μιας ομάδας φυσιογνωμιών οι οποίες έζησαν ή σχετίζονταν με τα Εξάρχεια και όλες έχουν φύγει από την ζωή, δηλαδή των Νικόλα Άσιμου, Παύλου Σιδηρόπουλου, Κατερίνας Γώγου και Αρλέτας (αν και, κατά την ταπεινή γνώμη μου, η τελευταία ενέτασσε τον εαυτό της, αν δεν θεωρούσε ότι ανήκε, στην αγαπημένη της Κυψέλη και μόνον). Εκείνα του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι ένα καλό παράδειγμα για την ικανότητα του Χ. Θηβαίου να «διεκδικεί» και εντέλει να κάνει δικό του κάθε τραγούδι το οποίο ερμηνεύει. Δεν είναι φυσικά ότι από τεχνικής/φωνητικής πλευράς ο Χ. Θηβαίος δεν μπορεί να τα ερμηνεύσει (οι ικανότητες του αλώστε ως ερμηνευτή υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες του Σίδηρόπουλου) αλλά το ότι η έμφυτη ευαισθησία του ως ερμηνευτής, ακόμα και σε στίχους οι οποίοι τυπικά δεν την επιτρέπουν, δεν συνάδει με την αντίστοιχη «τραχύτητα» που χαρακτήριζε τόσο την στιχουργική γραφή όσο και ακόμα περισσότερο το ερμηνευτικό ύφος του Σίδηρόπουλου. Ομως, ακριβώς επειδή επέλεξε μόνον εκείνα με τα άποια μπορεί να ταυτιστεί, τα ερμηνεύει το ίδιο άψογα όσο και όλα τα υπόλοιπα. 

.

Στο «διά ταύτα» τώρα το ότι ο Χ. Θηβαίος διανύει μια πολύ καλή περίοδο σημαίνει πολύ απλά ότι όλα τα πλεονεκτήματα του πάνω στη σκηνή λειτουργούν στο ακέραιο. Πρόκειται φυσικά για ένα πρόγραμμα ψυχαγωγίας - όπως είναι πάντα τα δικά του - και όχι διασκέδασης, αλλά με σαφή άποψη, σφιχτοδεμένο ως προς τη ροή του και δίχως την παραμικρή «κοιλιά», με όλη την ευαισθησία – ακόμα και τρυφερότητα μερικές φορές - που τον διακρίνει αλλά και με πολλές δυναμικές, ακόμα και ατόφια δύναμη όταν είναι απαραίτητο και με τον ίδιο να πατάει πολύ γερά στη σκηνή, πλήρης αυτοπεποίθησης μεν αλλά δίχως ίχνος αυταρέσκειας και όντας σε μεγάλα κέφια, λίγο πιο εξωστρεφή από συνήθως και ακόμα και με μικρές ευπρόσδεκτες δόσεις χιούμορ όταν απευθύνεται στο κοινό. Πολύ μεγάλη η συμβολή σε όλα αυτά της θαυμάσιας πραγματικά μπάντας που τον συνοδεύει με πυρήνα τον (σταθερά παρόντα στα συνοδευτικά σχήματα του Χ. Θηβαίου και ενορχηστρώνοντας τα εδώ και αρκετά χρόνια) εξαίρετο πιανίστα Μάξιμο Δράκο και τον Καλλίστρατο Δρακόπουλο, έναν ολοφάνερα rock ντράμερ που όμως έχει βρει τον τρόπο να προσαρμόζει ιδανικά το παίξιμο του στο ερμηνευτικό και συνολικό ηχητικό ύφος του Χ. Θηβαίου αλλά και πολύ σημαντική την προσθήκη του – ιδρυτικού μέλους των ιδιοσυγκρασιακών Mode Plagal – Κλέωνα Αντωνίου, ενός ευρηματικότατου κιθαρίστα με κατά βάση jazz καταβολές. Θα έλεγα μόνον ότι καλό θα ήταν να υπήρχε και μπασίστας, όχι επειδή είναι αισθητή η απουσία του αλλά επειδή αυτό θα απελευθέρωνε το αριστερό χέρι του Μάξιμου Δράκου από το να τον αναπληρώνει με αποτέλεσμα να μπορεί να συνεισφέρει μελωδικά ακόμα περισσότερο!

Η ειλικρίνεια, ακόμα και τιμιότητα, που χαρακτηρίζουν την στάση του Χ. Θηβαίου επί και εκτός σκηνής είναι ένα ακόμα μεγάλο ατού του προγράμματος. Η βραδιά που το παρακολούθησα ήταν η πρώτη μετά την κηδεία του Θάνου Μικρούτσικου και, παρότι φυσικά διαισθανόσουν μια διάχυτη συγκίνηση, δεν «πόνταρε» καθόλου σε αυτήν ούτε καν την υπερθεμάτισε όπως πιθανόν θα έκαναν αρκετοί/ές άλλοι/ες ερμηνεύοντας περισσότερα τραγούδια του αείμνηστου μεγάλου συνθέτη – για τον οποίο ήταν η ανδρική φωνή που προτιμούσε την τελευταία σχεδόν εικοσαετία – αλλά έμεινε σε εκείνα του εμβληματικού δίσκου «Ο Άμλετ Της Σελήνης» που εγκαινίασε την συνεργασία τους το ’02 και λίγα ακόμα. Αντίθετα ευχαρίστησε τον «φίλο και αδελφό του», όπως τον αποκάλεσε, Γιώργο Ανδρέου ο οποίος παρακολουθούσε το πρόγραμμα για να παίξει στη συνέχεια το «Μικρή Πατρίδα» το οποίο απέδειξε δύο πράγματα. Πρώτον το τι σημαίνει «διαχρονικό τραγούδι», αυτό δηλαδή που μιλάει σχεδόν σε κάθε ακροατήριο, ανεξαρτήτως χρόνου και χώρου, καθώς η απλότητα και η αλήθεια των στίχων του Παρασκευά Καρασούλου τους οποίους επένδυσε με μια εξίσου απλή αλλά και πανέμορφη μελωδία ο Γιώργος Ανδρέου έκαναν και το κοινό της «Σφίγγας» να το τραγουδάει σύσσωμο όπως συμβαίνει με οποιοδήποτε άλλο για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Δεύτερον ότι, αν και η αυθεντική εκτέλεση δεν ήταν δική του αλλά του Παντελή Θεοχαρίδη, είναι μια από τις περιπτώσεις που ο Χ. Θηβαίος πήρε ανά τραγούδι που δεν γράφτηκε για εκείνον και δικαιωματικά το έκανε δικό του για πάντα!

.

Στο πρόγραμμα συμμετέχουν και οι String Demons, το αδελφικό δίδυμο της βιολίστριας Λυδίας και του βιολοντσελίστα Κωνσταντίνου Μπουντούρη που πέρυσι ήταν η μοναδική συνοδεία του Χρήστου Θηβαίου στο μεγαλύτερο μέρος του «Εξάρχεια» μέρος του προγράμματος, στη «Σφίγγα» και σε άλλους χώρους. Αυτή τη φορά ο ρόλος τους είναι πιο παράξενος, συμμετέχουν σε μερικά τραγούδια του Χρήστου Θηβαίου και εκτελούν λίγα δικά τους αλλά, ασυνήθιστα για αυτούς, όχι μόνοι τους αλλά με την συνοδεία κάποιων – ή και όλων – των μουσικών της μπάντας του τελευταίου. Η παρουσία τους ήταν λίγο αμήχανη και, επειδή μετά από πέντε χρόνια και τρεις δίσκους το concept τους έχει φτάσει στο σημείο που χρειάζεται μια ανανέωση και εξέλιξη, θα έλεγα ότι μάλλον θα ήταν καλύτερο να σταματήσουν πλέον να προσπαθούν να αλλάξουν τα ηχοχρώματα των οργάνων τους και να επικεντρωθούν στις πάρε πολλές ανεξερεύνητες ακόμα δυνατότητες που τους δίνει το γεγονός και μόνον του συνδυασμού τους, δηλαδή δύο βιρτουόζων σολίστ των ισάριθμων κυριοτέρων οργάνων της οικογενείας των εγχόρδων.

Αυτή όμως η ελάχιστη ένσταση μου όμως δεν είναι βέβαια ικανός λόγος για να μην παρακολουθήσετε ένα αληθινό άριστο πρόγραμμα σήμερα και τα δύο επόμενα Σάββατα, 18 και 25 Ιανουαρίου, που θα παρουσιάζεται στη «Σφίγγα»!

Sponsored Post