ΤΟ BLOG
04/08/2019 12:37 EEST | Updated 18/08/2019 11:28 EEST

Διυλίζοντας τον κώνωπα για το καλό της ανθρωπότητας

Από την αρχαιότητα στο σήμερα.

0k via Getty Images

Tον μήνα «Αλωνάρη» (αγροτική ονομασία του Ιουλίου) τα τζιτζίκια μαζεύονται ψηλά στα κλαριά των δέντρων και σχηματίζουν μια χορωδία που τραγουδάει με ακάματη, διαπεραστική φωνή—μια φωνή που εμείς ίσως θεωρούμε εκνευριστικά μονότονη μα που οι αρχαίοι Έλληνες θαύμαζαν για την καθαρότητά της. Στην αντίληψη των αρχαίων οι τέττιγες ήταν συνάμα «λαλίστατοι», κλεισμένοι αυτάρεσκα στον υπαίθριο θάλαμο των αντιλάλων τους, γλεντώντας σε σημείο που παραμελούσαν τη βιοπάλη. Λιλιπούτειες Σειρήνες γένους αρσενικού, τα έντομα αυτά (που το όνομά τους στον ενικό τέττιξ στα αρχαία και τζιτζίκι στα νεοελληνικά απηχεί μιμητικά το άσμα τους) μπορούσαν να παρασύρουν τον αγρότη, αποκαμωμένο από τον θερισμό και τα κυνικά καύματα, σε καλοκαιρινή νάρκη και απραξία, ιδίως το μεσημέρι. Ο Ησίοδος (8ος αιώνας π.Χ.) στο ποίημα Έργα και Ημέραιυπαινίσσεται και ο θρυλικός Αίσωπος παρουσιάζει τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα—το αντιεργατικό, φιλήδονο ήθος― αυτού του εποχικόυ γόητος. Όπως έχει δείξει ο Andrea Capra στο βιβλίο του Plato’s Four Muses (Washington, DC- Cambridge, MA, 2015), ο Πλάτων αξιοποιεί το τζιτζίκι στον διάλογο Φαίδρος για να ειρωνευθεί τον άχρηστο, αυτοαναφορικό «βίον φιλοσοφικόν». Η παρομοίωση του στερεότυπου του φλύαρου, αργόσχολου φιλοσόφου με το «λάλο» τζιτζίκι μαρτυρείται επίσης στον Αριστοφάνη και άλλους αθηναίους κωμικούς ποιητές.

Το πραγματικό θέμα μου όμως δεν είναι το τζιτζίκι, όσο και αν το λατρεύω, αλλά το κουνούπι, ο κώνωψ ή το κωνώπιον. (Από την ελληνιστική περίοδοη λέξη κωνώπιον σήμαινε και «ειδικό ανάκλιντρο με κουνουπιέρα», εξ ου και το αγγλικό canopy˙ο δε όρος κώνωψ ενίοτε σήμαινε «σκνίπα».)

Στην Ορθόδοξη Ακαδημία της Κρήτης στο Κολυμπάρι στις 22-26 Ιουλίου το κουνούπι έκλεψε την παράσταση στο τριήμερο διεθνές συνέδριο βιολόγων και άλλων ειδικών με τίτλο «Mosquitoes and other Disease Vectors”. Διοργανωτής του συνεδρίου ήταν οβιολόγος Γ. Χριστοφίδης, καθηγητής Λοιμωδών Νόσων και Ανοσίας στο Imperial College στο Λονδίνο. Κύριο θέμα ήταν η ελονοσία, ο δάγκειος πυρετός, και η ασθένεια του ιού ζίκα και ο ρόλος των «αιμοδιψών» κουνουπιών στη μετάδοσή τους.

Η ελονοσία (η οποία επιχωρίαζε στην Ελλάδα ήδη από τον 5ον αι. π.Χ. και σίγουρα ενωρίτερα) παραμένει σήμερα μία από τις πιο θανατηφόρες νόσους στον πλανήτη, ιδιαίτερα στην Αφρική, και από τις πρώτες αιτίες θανάτου παιδιών. Στην Ελλάδα, όπως σημείωσε ο καθηγητής Χριστοφίδης, έχουν σημειωθεί τελευταίως κρούσματα του δάγκειου πυρετού και της νόσου του ιού ζίκα εξαιτίας του τσιμπήματος κουνουπιών. Εξετάστηκε στο συνέδριο και ένα ζήτημα αιχμής: η προοπτική της γενετικής τροποποίησης κουνουπιών με σκοπό να καταστούν μη παθογόνα. Πρόκειται για επιστημονικό—πρακτικό― ζήτημα το οποίο άπτεται της βιοηθικής. Οι περισσότεροι σύνεδροι ήταν πανεπιστημιακοί από ιδρύματα στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία, Αίγυπτο, Αφρική, Kίνα και Βραζιλία. Αναμέσά τους ήταν και ο δρ Philip Welkhoff, διευθυντής του Προγράμματος Ελονοσίας του Ιδρύματος Bill and Melinda Gates.

Κάθε απόγευμα στη διάρκεια του διαλείμματος του καφέ τα τζιτζίκια στον κήπο της Ακαδημίας εκτράχυναν το τραγούδι τους, ξεσπώντας σε βοή που θύμιζε το βραχνό ξεκίνημα των μηχανών ενός αεροσκάφους. Το άσμα γινόταν εκκωφαντικός θόρυβος, λες και ήθελαν τα τζιτζίκια να καταπνίξουν προληπτικά τον ενοχλητικό βόμβο του κουνουπιού. Η πρώτη μαρτυρία του «κώνωπος», παρεμπιπτόντως, απαντά στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (στίχ. 891-2): η Κλυταιμνήστρα διηγείται ότι κατά τα χρόνια απουσίας του συζύγου της την ξυπνούσε τη νύχτα το «λεπτό βουητό» του κώνωπος (μάλλον της σκνίπας) και διέκοπτε τους εφιάλτες της. Φαντάζομαι ότι οι σκνίπες που επισκέπτονταν τη Βασίλισσα στο κρεβάτι της μπορούσαν να είναι από μόνες τους εφιαλτικές.

Γνώρισα προ ετών ένα ιδιαίτερο υποτροπικό κουνούπι, το «μποχασούντο» (borrachudo)στο κατάφυτο νησί Ιlhabela 200 χιλιόμετρα έξω από την πόλη São Paulo της Βραζιλίας. Ήταν καλοκαίρι και τη νύχτα το πλασματάκι αυτό (4 χιλιοστά σε μέγεθος) επισκέφθηκε επανειλημμένως τα πόδια και τους αστραγάλους μου, τα αγαπημένα σημεία του. Εφιαλτικό. Το εντομο-απωθητικό σπρέι δεν έκανε τίποτε. Η μόνη λύση, μου είπε το πρωί η ξενοδόχος χαριτολογώντας, ήταν να αλειφθώ με ένα διάλυμα καμφοράς την ημέρα και να κρυφτώ τη νύχτα στον ωκεανό.

Οι αρχαίοι συνέδεαν τα κουνούπια με τα έλη, όπως δείχνει ο Ηρόδοτος όταν μιλάει για τον Νείλο στο β′ βιβλίο των Ιστοριών του. Οι ψαράδες που μένουν κοντά στα έλη του ποταμού αυτού, καταπώς λέει, έχουν σοφιστεί ένα τρόπο για να διώχνουν τα κουνούπια τη νύχτα: τυλίγονται στα δίχτυα τους όταν πάνε για ύπνο. Αυτό το κάλυμμα είναι άκρως αποτελεσματικό καθόσον είναι αδιαπέραστο, συμπεραίνει ο ιστορικός (β.95). Σήμερα οι ειδικοί προτείνουν ότι τα δίχτυα που αναφέρει ο Ηρόδοτος είχαν ένα επιπλέον πλεονέκτημα: αναδίνοντας την έντονη μυρωδιά ψαριών, απωθούσαν τα κουνούπια του Νείλου.

Η ιπποκρατική ιατρική απέδιδε τις γενικευμένες νόσους όπως η ελονοσία σε «νοσηρές αποκρίσεις» ή «νοσηρά μιάσματα», δηλ. σε βλαβερές αναθυμιάσεις ή εκροές «αέρων» οι οποίες προέρχονταν κυρίως από έλη ή πτώματα και εισέβαλλαν στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της αναπνοής (Ιπποκράτους, Περί Φύσιος Ανθρώπου, κεφ. 9, κ.ά.). Ο κακός αέρας (εξ ού ο αναγεννησιακός ιταλικός όρος mal aria) ευθυνόταν κατά τον Ιπποκράτη για την ελονοσία, που προσπαθούν ακόμη και σήμερα να καταπολεμήσουν οι επιστήμονες οι οποίοι βρέθηκαν στο Κολυμπάρι.`

«Γιατί δεν εξολοθρεύουμε τα κουνούπια, εφόσον είναι φορείς ασθενειών;», ρώτησα (αφελώς) τον καθηγητή Χριστοφίδη. Η απάντηση ήταν ότι αυτό θα επηρέαζε αρνητικά το οικοσύστημα.

«Πάντα εν σοφία εποίησεν ο Θεός», θα έλεγε ίσως ο μακαριστός Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίος, ο φωτισμένος ιεράρχης ο οποίος ίδρυσε το 1968 μαζί με τον θεολόγο Αλέξανδρο Παπαδερό, την Ορθόδοξη Ακαδημία της Κρήτης.