ΔΙΕΘΝΕΣ
13/03/2015 08:28 EET | Updated 13/03/2015 10:30 EET

Πως το ψάρεμα μπακαλιάρου έκανε την Ισλανδία να «σνομπάρει» την Ευρωπαϊκή Ένωση

Ulrich Baumgarten via Getty Images
ICELAND - NOVEMBER 10: ICELAND, REYKJAVIK, Fishing industry Iceland, Need of rescue with regard to the future tasks - rotten fishing cutter at the port of Reykjavik. (Photo by Ulrich Baumgarten via Getty Images)

Τα «σημάδια» έδειχναν ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο η οριστική απόφαση πάρθηκε την Πέμπτη: η Ισλανδία δεν θα ξεκινήσει τις συζητήσεις για την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η Ισλανδία δεν είναι πλέον μια υποψήφια χώρα και ζητεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση να ενεργεί σύμφωνα με αυτό από τώρα και στο εξής» ανέφερε η ανακοίνωση του ισλανδικού υπουργείου Εξωτερικών.

Όπως υπενθυμίζει και ο Guardian, η Ισλανδία είχε αρχίσει ενταξιακές συνομιλίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2009, όμως μετά την άνοδο του κεντροδεξιού κόμματος στην εξουσία, το 2013, τα δεδομένα άλλαξαν. Το εν λόγω κόμμα είχε ήδη πει προεκλογικά ότι θα «μπλοκάρει» τις σχετικές συζητήσεις, αν αναλάβει το «τιμόνι» της χώρας. Κάτι το οποίο πραγματοποιήθηκε τώρα.

Σημειώνεται, ότι ουσιαστικά η αφορμή για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η κρίση του 2008. Τότε η Ισλανδία βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας με τρεις τράπεζες να καταρρέουν. Όλη αυτή η δύσκολη κατάσταση ενίσχυσε την άποψη που έλεγε ότι μια ένταξη στην «ομπρέλα» της Ευρώπης θα βοηθούσε έτσι ώστε να ξεπεραστούν τα οικονομικά προβλήματα.

Η κρίση όμως πέρασε. Από το 2011 η Ισλανδία άρχισε να ανακάμπτει. Με έμφαση κυρίως στις εξαγωγές και τον τουρισμό. Σήμερα, η ανεργία εκεί δεν ξεπερνά το 3%, ενώ η αύξηση του ΑΕΠ εκτιμάται σε 3,3% για το 2015. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όσο πέρναγε ο καιρός το ρεύμα που ήταν υπέρ της ένταξης στην Ε.Ε. -ακόμα και μεταξύ των πολιτών- έχανε την δύναμη του.

Ο μπακαλιάρος, οι ποσοστώσεις και οι ψαράδες

Πέρα από τους παραπάνω παράγοντες, υπήρχε ανέκαθεν ένα μεγάλο «αγκάθι» στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Βρυξελλών και Ισλανδίας. Η αλιεία του μπακαλιάρου. Συγκεκριμένα, το πρόβλημα ήταν οι περιβόητες ποσοστώσεις στον τομέα της αλιείας, στις οποίες επέμεναν οι Ευρωπαίοι. Αυτό που λέει, δηλαδή, η πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι πολλά είδη ψαριών στις βόρειες θάλασσες απειλούνται με εξαφάνιση ή σημαντική συρρίκνωση. Με πρώτο από όλους τον μπακαλιάρο. Έτσι είχε ως στόχο, να αλλάξει το ποσοστό των ψαριών που μπορούν να αλιεύσουν οι ψαράδες της περιοχής. Για να προστατευθούν κάποια θαλάσσια είδη.

Την ίδια στιγμή, η ισλανδική πλευρά τονίζει ότι οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή στις ποσοστώσεις θα έπληττε σημαντικά την τοπική οικονομία και τους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω κλάδο. «Η μεγάλη και ισχυρή αλιευτική βιομηχανία της Ισλανδίας δεν θα το αποδεχόταν ποτέ», υπογράμμιζαν με κάθε ευκαιρία οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης, αναφερόμενοι στις σχετικές προτάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι «πόλεμοι του μπακαλιάρου»

Μπορεί για κάποιους το θέμα της αλιείας να μην μοιάζει τόσο σημαντικό, έτσι ώστε μια χώρα να απορρίψει την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο στη συγκεκριμένη περιοχή έχει τη δική του μεγάλη σημασία.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι σε βάθος χρόνου, έχουν γίνει τρεις «πόλεμοι του μπακαλιάρου». Πρόκειται για διπλωματικά επεισόδια, μεταξύ Ισλανδίας και Βρετανίας, με αφορμή την αλιεία.

Ο Α' Πόλεμος του Μπακαλιάρου διήρκησε, σύμφωνα με το Wikipedia, από την 1η Σεπτεμβρίου ως τις 12 Νοεμβρίου 1958. Ξεκίνησε όταν η Ισλανδία επέκτεινε μονομερώς τη ζώνη επιτρεπόμενης αλιείας της από τα 4 στα 12 ναυτικά μίλια (από τα 7.4 στα 22.2 χλμ.), με εφαρμογή από την 1η Σεπτεμβρίου 1958. Η Βρετανία αντέδρασε (είχε ήδη 20 μηχανότρατες, 4 πολεμικά και ένα εφοδιαστικό σκάφος εντός αυτών των υδάτων). Ακολούθησαν διάφορα περιστατικά ναυτικής εμπλοκής, τα οποία διήρκεσαν σχεδόν δυόμιση μήνες και στα οποία ενεπλάκησαν 53 πολεμικά βρετανικά σκάφη, ενώ από την πλευρά της Ισλανδίας μόνον 7 περιπολικά σκάφη (patrol vessels).

Τελικά, στις 12 Νοεμβρίου 1958 οι δύο πλευρές κατέληξαν σε ένα είδος συμφωνίας, που επέτρεπε στους Βρετανούς να αλιεύουν σε συγκεκριμένες ζώνες, από τα 6 ως τα 12 μίλια. Επίσης εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση με τον οποία παρέπεμπαν το ζήτημα του ορισμού των χωρικών υδάτων στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Καθώς τα παγκόσμια αποθέματα των ψαριών μειώνονταν δραστικά, η Ισλανδία κήρυξε μια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, που ξεπερνούσε τα χωρικά της ύδατα και παράλληλα ενίσχυσε τις ποσοστώσεις που είχε θέσει στις γειτονικές της χώρες.

Το 1972-1973 είχαμε τον Β' Πόλεμο του Μπακαλιάρου, που ξεκίνησε επίσης την 1η Σεπτεμβρίου, όταν η Ισλανδία ανακοίνωσε ότι επέκτεινε τη τη ζώνη επιτρεπόμενης αλιείας της στα 50 μίλια (92.6 χλμ.). Και πάλι αρκετά βρετανικά (αλλά και δυτικογερμανικά) σκάφη αγνόησαν την απαγόρευση και εξακολουθούσαν να αλιεύουν σε αυτά τα ύδατα -που τα θεωρούσαν διεθνή και όχι ισλανδικά- ήδη από την 1η ημέρα της νέας κατάστασης. Η ένταση αυξήθηκε όταν ο αριστερός συνασπισμός που κυβερνούσε εκείνη την περίοδο την Ισλανδία δήλωσε ότι δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης για παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Τους επόμενους μήνες, το ισλανδικό ναυτικό χρησιμοποιούσε μεγάλα ψαλίδια με τα οποία έκοβε τα δίχτυα των ξένων σκαφών, απελευθερώνοντας ταυτόχρονα στη θάλασσα τα αλιεύματα που αυτά είχαν πιάσει.

Ο Γ' Πόλεμος του Μπακαλιάρου έφερε ξανά σε αντιπαράθεση την Ισλανδία και τη Μεγάλη Βρετανία και διάρκεσε από τον Νοέμβριο του 1975 ως τον Ιούνιο του 1976. Η αιτία ήταν η νέα μονομερής επέκταση των χωρικών υδάτων της Ισλανδίας στα 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές της. Η βρετανική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε την πράξη αυτή και έτσι συνέβησαν και πάλι περιστατικά εμπλοκής ανάμεσα σε σκάφη των δύο χωρών, αυτή τη φορά σε μεγαλύτερη έκταση και ισχυρότερη ένταση από τις δυο προηγούμενες. Η ισλανδική ακτοφυλακή εξακολουθούσε να κόβει τα δίχτυα σε βρετανικά ψαράδικα, ενώ το βρετανικό ναυτικό, ενισχυμένο πλέον και με φρεγάτες διεμβόλιζε ισλανδικά σκάφη, συχνά προκαλώντας τη βύθισή τους.

Καθώς τα γεγονότα χειροτέρευαν, η Ισλανδία απείλησε να κλείσει τη στρατιωτική βάση του NATO στο Κεφλαβίκ, κίνηση που θα δυσχέραινε σημαντικά την αμυντική ικανότητα του ΝΑΤΟ στον Ατλαντικό, έναντι της Σοβιετικής Ένωσης. Σαν συνέπεια της όξυνσης, η βρετανική κυβέρνηση αποδέχθηκε να υποχρεώσει τα αλιευτικά της σκάφη να παραμένουν εκτός των 200 ναυτικών μιλίων, με εξαίρεση μόνον 24 πλοιαρίων το χρόνο στην αμφισβητούμενη περιοχή.