ΔΙΕΘΝΕΣ
28/09/2015 09:51 EEST | Updated 28/09/2015 09:51 EEST

Και η Audi συμμετείχε στην απάτη με τα καυσαέρια. Γνώριζε η VW αναφέρει ο γερμανικός Τύπος

ASSOCIATED PRESS
A suv (sport utility wagon) car is seen in downtown Milan, Friday, Oct. 8, 2004. Authorities are considering a new tax based on vehicles' fuel consumes, emissions, and their environmental impact. (AP Photo/Luca Bruno)

Αμείωτο παραμένει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για το σκάνδαλο που πλήττει την αυτοκινητοβιομηχανία VW με αφορμή τις αποκαλύψεις για το λογισμικό παραποίησης των τιμών για τις εκπομπές ρύπων.

Σήμερα Δευτέρα, η Audi, η οποία ανήκει στον όμιλο VW, ανακοίνωσε ότι το λογισμικό που επέτρεπε τη χειραγώγηση των μετρήσεων για τις εκπομπές ρύπων είχε εγκατασταθεί σε 2,1 εκατομμύρια αυτοκίνητά της.

Εκπρόσωπος της εταιρίας είπε ότι το λογισμικό είχε εγκατασταθεί σε περίπου 1,42 εκατομμύρια οχήματα της Audi με τους λεγόμενους κινητήρες EU5 στην δυτική Ευρώπη, σε 577.000 στη Γερμανία και σε περίπου 13.000 στις ΗΠΑ.

Η ανακοίνωση αφορά τις σειρές μοντέλων A1, A3, A4, A5, A6, TT, Q3 και Q5, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο.

Εν τω μεταξύ σύμφωνα με πληροφορίες που διαρρέουν από τον τύπο η VW γνώριζε από καιρό ότι η παραποίηση των τιμών καυσαερίων είναι ποινικό αδίκημα. Ένα άλλο δημοσίευμα αναφέρει ότι η Bosch είχε και εκείνη από την πλευρά της προειδοποιήσει να μη γίνεται χρήση της συγκεκριμένης απαγορευμένης τεχνολογίας.

Ειδικότερα όπως μεταδίδει η Deutsche Welle, η Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung επικαλούμενη πηγές από το εποπτικό συμβούλιο αποκαλύπτει ότι ένας συνεργάτης ήδη από το 2011 είχε επιστήσει την προσοχή στον όμιλο ότι η χρήση του λογισμικού που «διαβάζει» τις τιμές καυσαερίων και κατεβάζει προς τα κάτω τη δύναμη της μηχανής, θα μπορούσε να είναι παράνομη. Η πληροφορία προέρχεται από εσωτερική έκθεση επιθεώρησης, που τέθηκε υπόψη του εποπτικού συμβουλίου την περασμένη Παρασκευή.

Παράλληλα η κυριακάτικη έκδοση της Bild γράφει ότι από εσωτερικές έρευνες βρέθηκε έγγραφο της εταιρείας εξαρτημάτων αυτοκινήτων Bosch προς τη VW από το 2007, με το οποίο την προειδοποιεί ότι το συγκεκριμένο λογισμικό δικής της τεχνολογίας είναι μόνο για δοκιμές και όχι για την κανονική κίνηση του αυτοκινήτου. Σημειώνει μάλιστα ότι η χρήση του είναι παράνομη. Εκπρόσωπος της VW δεν θέλησε να σχολιάσει τα δημοσιεύματα επικαλούμενος τις τρέχουσες έρευνες.

Η Deutsche Welle συνεχίζει λέγοντας ότι την ώρα που βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαδικασίες για να διερευνηθούν οι λόγοι για τους οποίους δεν είχαν συνέπειες οι προειδοποιήσεις καθώς και ποια στελέχη της VW ήταν ενήμερα, η ΚΒΑ, η κρατική υπηρεσία που είναι αρμόδια για την άδεια κυκλοφορίας των μοντέλων, ζητά από τη Volkswagen να καταθέσει εντός των επόμενων δέκα ημερών δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Σε περίπτωση που η εταιρεία δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι τα προβληματικά αυτοκίνητα θα τηρούν μελλοντικά τους κανονισμούς εκπομπής ρύπων, η ΚΒΑ θα αναγκασθεί να αποσύρει την άδεια κυκλοφορίας για τα εν λόγω μοντέλα.

Παράλληλα με αυτή τη συζήτηση ερωτηματικά προκαλεί η στάση της γερμανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με δημοσίευμα στην κυριακάτικη Welt, το Βερολίνο προσπαθεί να καθυστερήσει την εφαρμογή μιας νέας αξιόπιστης μεθόδου ελέγχου των ρύπων αυτοκινήτων, όπως αυτή έχει αποφασιστεί από την ΕΕ. Επικαλούμενη εσωτερικό κυβερνητικό έγγραφο η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει να μεταθέσει την έναρξη της δοκιμαστικής περιόδου νέων μεθόδων από το 2017 στο 2021.

Πως αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο

Στη Deutsche Welle μιλά ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας που πρώτη εντόπισε την απάτη της VW με τις παραποιημένες τιμές καυσαερίων εξηγεί στη DW πώς oι αμερικανοί ερευνητές έφτασαν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα σε έναν έλεγχο ρουτίνας.

To 2014 η αμερικανική ΜΚΟ «Clean Transport System» ανέθεσε στην ερευνητική ομάδα του Κέντρου Έρευνας Καυσίμων, Μηχανών και Εκπομπών Καυσαερίων (CAFEE) με επικεφαλής τον Ντάνιελ Κάρντερ, να ελέγξει τις εκπομπές οξειδίου του αζώτου σε πετρελαιοκίνητα οχήματα μεσαίου μεγέθους στις ΗΠΑ. Το οξείδιο του αζώτου συμβάλει στη δημιουργία της τρύπας του όζοντος και έτσι οι εκπομπές του οφείλουν τα πληρούν αυστηρές προδιαγραφές ήδη από τη δεκαετία του ´70. H oμάδα του Πανεπιστημίου της Δ. Βιρτζίνια επέλεξε δειγματοληπτικά τρία ελαφρά ντιζελοκίνητα αυτοκίνητα: το ΒMWX5, το VW Passat καθώς και το VW Jetta.

«Ήταν η πρώτη έρευνα τέτοιου είδους. Δεν ήταν κάτι νέο σε επίπεδο τεχνικό. Ήταν απλώς η πρώτη φορά που ένας τέτοιος έλεγχος θα διεξαγόταν στην αμερικανική αγορά», αναφέρει ο Ντάνιελ Κάρντερ επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του από το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Βιρτζίνια απ΄όπου ξεκίνησαν οι τυπικοί έλεγχοι σε διάφορα οχήματα ως προς τις εκπομπές καυσαερίων.

Κι ενώ οι έλεγχοι που αφορούσαν την BMW πήγαν καλά, δεν συνέβη το ίδιο και με τα μοντέλα Passat και Jetta της VW.

«Όταν διενεργήσαμε ελέγχους σε πραγματικές συνθήκες οι εκπομπές καυσαερίων ήταν υψηλότερες από ό,τι είχε καταγραφεί στο τεχνικό κέντρο δοκιμών και ελέγχου των εκπομπών της Καλιφόρνια. Εκεί οι τιμές των εκπεμπόμενων ρύπων ήταν εμφανώς χαμηλότερες από ό,τι στην έρευνα πεδίου», σημειώνει ο Κάρντερ.

Ωστόσο η ερευνητική ομάδα δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει εάν αυτή η ανωμαλία οφειλόταν σε τεχνικό λάθος ή σε μια οργανωμένη χειραγώγηση των επίμαχων συστημάτων από την πλευρά της εταιρείας. Μετά από ειδικότερη έρευνα φάνηκε ότι δεν είχε μεσολαβήσει κάποιο τεχνικό πρόβλημα, αλλά ότι το σύστημα καταγραφής εκπομπών καυσαερίων δεν ήταν ενεργό όταν έπρεπε, μολονότι μπορούσε.

Την υπόθεση έκτοτε ανέλαβε η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA), η οποία βασίστηκε στα προκαταρκτικά πορίσματα της ομάδας Κάρντερ. Σύμφωνα με την EPA η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία είχε εγκαταστήσει λογισμικό που «έκλεβε» στα τεστ ελέγχου ρύπων. Κατά συνέπεια η Volkswagen είναι αντιμέτωπη με σοβαρές αστικές και ποινικές ευθύνες, ενώ αναμένεται να καταβάλει έως και 18 δις σε πρόστιμα. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Η VW παραδέχτηκε ότι είχε εγκαταστήσει αντίστοιχο λογισμικό σε 11 εκατομ. αυτοκίνητα παγκοσμίως. Την ίδια ώρα σχετικοί έλεγχοι έχουν ξεκινήσει και στην Ευρώπη. Από την πλευρά του ο Ντάνιελ Κάρντερ αναφέρει: «Εμείς κάναμε απλώς τη δουλειά μας. Δεν είχαμε ιδέα για το μέγεθος που θα λάμβανε η υπόθεση».