ΚΟΙΝΩΝΙΑ
20/04/2015 07:45 EEST | Updated 20/04/2015 12:40 EEST

Διεκόπη για τις 7 Μαΐου η δίκη της Χρυσής Αυγής

SOOC

Στις 7 Μαΐου και στην ασφυκτική και... τριτοκοσμική αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού θα συνεχιστεί η δίκη για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής, που ξεκίνησε σήμερα, Δευτέρα, αλλά διεκόπη σε προκαταρκτικό στάδιο, προκειμένου να ενημερωθεί ο συνήγορος ενός εκ των κατηγορουμένων, που διορίστηκε από το δικαστήριο.

Παρά τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, που είχαν ληφθεί μέσα και έξω από τη δικαστική αίθουσα, αλλά και σε όλη τη γύρω περιοχή σε ακτίνα χιλιομέτρων, η πρώτη ημέρα σημαδεύτηκε από την άγρια επίθεση, που δέχτηκαν από αγνώστους, νωρίς το πρωί, δύο από τους μάρτυρες στην υπόθεση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα την ώρα που προσέρχονταν στο δικαστήριο. Και οι δύο μεταφέρθηκαν τραυματισμένοι σε νοσοκομείο.

Ηχηρή ήταν η απουσία του Νίκου Μιχαλολιάκου και των άλλων πρωτοκλασάτων στελεχών της Χρυσής Αυγής Ηλία Κασιδιάρη, Χρήστου Παππά, Γιώργου Γερμενή, Ηλία Παναγιώταρου, Ελένης Ζαρούλια, Παναγιώτη Ηλιόπουλου, Χρυσοβαλάντη Αλεξόπουλου, Μιχάλη Αρβανίτη, Αντώνη Γρέγου, Νίκου Κούζηλου, Δημήτρη Κουκούτση, Ιωάννη Λαγού, Νίκου Μίχου και Κωνσταντίνου Μπαρμπαρούση και όταν η πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Μαρία Λεπενιώτη εκφώνησε τα ονόματα τους, οι συνήγοροι τους φώναξαν “απών”.

Προσήλθαν, ωστόσο, ο Αρτέμης Ματθαιόπουλος και οι αποχωρήσαντες από τη ΧΑ και πλέον ανεξάρτητοι βουλευτές Πολύβιος Ζησιμόπουλος και Στάθης Μπούκουρας. Παρόντες στο δικαστήριο ήταν επίσης ο κατηγορούμενος για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, Γιώργος Ρουπακιάς και επίσης εμπλεκόμενος στην ίδια υπόθεση Ιωάννης Καζαντζόγλου, οι οποίοι οδηγήθηκαν στη δικαστική αίθουσα λίγο πριν από τις 9 το πρωί φορώντας χειροπέδες, ενώ απούσες ήταν η Βενετία Πώπωρη και η Θέμις Σκορδέλη.

Λίγο μετά τις 8 το πρωί στον χώρο διεξαγωγής της δίκης έφτασαν, χωρίς να κάνουν δηλώσεις οι γονείς, αλλά και φίλοι του Παύλου Φύσσα. Ο πατέρας του δολοφονημένου μουσικού είναι ο πρώτος μάρτυρας που θα καταθέσει στην πολύκροτη δίκη.

Στο εδώλιο κάθισαν τη Δευτέρα 44 από τους συνολικά 68 κατηγορούμενους.

Οι συνθήκες, στην αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού, όπου διεξάγεται η δίκη, ήταν τραγικές. Η αίθουσα κατάμεστη από δικηγόρους, που υπερβαίνουν τους 250, οι οποίοι στριμώχνονταν όρθιοι, καθώς – όχι μόνο – δεν είχαν προβλεφθεί θέσεις, για να καθίσουν, αλλά ούτε και χώρος για να κινηθούν.

Ασφυκτικές ήταν οι συνθήκες και για τους εκπροσώπους του Τύπου με Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους αλλά και δεκάδες φωτορεπόρτερ και τηλεοπτικά συνεργεία να παραμένουν όρθιοι, πατείς με πατώ.

Αντιπροσωπεία της ΕΣΗΕΑ, με επικεφαλής την πρόεδρο Μαρία Αντωνιάδου παραβρέθηκαν στο δικαστήριο, προκειμένου να θέσουν αίτημα, για να διευκολυνθεί το έργο των δημοσιογράφων, που γινόταν μετ΄εμποδίων...

Με το ξεκίνημα της διαδικασίας παρουσιάστηκαν τα πρώτα προβλήματα, καθώς τα μικρόφωνα ήταν κλειστά και ο ήχος δεν έφτανε στην κατάμεστη αίθουσα. Ο εξαερισμός σχεδόν ανύπαρκτος, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις ελλιπείς, ενώ δεν υπήρχε ούτε σύνδεση στο Διαδίκτυο, ούτε καν τηλέφωνο. Το πρόβλημα με τον ήχο βελτιώθηκε, όταν οι δημοσιογράφοι «απείλησαν» να αποχωρήσουν, διαμαρτυρόμενοι ότι, οι συνθήκες διεξαγωγής της δίκης ακυρώνουν το ρόλο του Τύπου.

Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής ζήτησαν να μεταφερθεί η δίκη στο Εφετείο καθώς δεν εξυπηρετείται, όπως είπαν, ούτε η δημόσια τάξη ούτε η δημοσιότητα της δίκης.

Ο δήμαρχος Κορυδαλλού παρενέβη, λέγοντας ότι, στις 7 Μαΐου θα είναι και πάλι κλειστά τα σχολεία και πάλι θα έχουμε τραυματίες...

«Κάνω έκκληση. Υπάρχουν 11 σχολικές μονάδες τριγύρω», τόνισε ο δήμαρχος.

Η εισαγγελέας δήλωσε ότι συμφωνεί ότι υπάρχει πρόβλημα τονίζοντας ωστόσο ότι «είναι θέμα της πολιτείας να το λύσει και πρέπει να ληφθεί υπόψη ο μεγάλος αριθμός των κατηγορουμένων».

Όπως είπε, η εισαγγελική λειτουργός, «η αίθουσα τελετών του εφετείου είναι ήδη κατειλημμένη και πρέπει να βρεθεί λύση».

Ωστόσο η πρόεδρος του δικαστηρίου δεν επέτρεψε, σε αυτό το στάδιο, στους συνηγόρους και τους εκπροσώπους φορέων (δήμου Κορυδαλλού, ΕΣΗΕΑ κ.α.), να θέσουν θέμα για την αίθουσα διεξαγωγής της δίκης, ενώ όπως είπε, θα ακουστούν όλοι στην επόμενη συνεδρίαση και μετά θα αποφασίσει το δικαστήριο.

Στη συνέχεια εκφωνήθηκαν τα ονόματα των 132 μαρτύρων κατηγορίας, εκ των οποίων απουσίαζαν 34.

Πρώτος στον κατάλογο είναι ο πατέρας του αδικοχαμένου Παύλου Φύσσα, ενώ μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας είναι και ο δήμαρχος Αθήνας Γιώργος Καμίνης, η Βασιλική Κατριβάνου, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ, που ήταν παρόντες σε επεισόδια με χρυσαυγίτες, και άλλοι.

Με τηλεδιάσκεψη εκφωνήθηκαν οι πέντε προστατευόμενοι μάρτυρες ως μάρτυρες Α, Β, Γ, Δ, και Ε αντίστοιχα. Και οι πέντε βρίσκονταν σε ειδικό χώρο στη Γ.Α.Δ.Α, από όπου και θα καταθέσουν όταν έρθει η σειρά τους.

Χαμηλούς τόνους θα προσπαθήσουν να κρατήσουν – σύμφωνα με πληροφορίες, τουλάχιστον σε αρχικό στάδιο - ο Νίκος Μιχαλολιάκος αλλά και τα υπόλοιπα στελέχη του κόμματος, που δεν ενδεχομένως δεν θα εμφανίζονται στο δικαστήριο, όταν θα εξεταστούν υποθέσεις, όπως αυτή του Παύλου Φύσσα.

Η πλευρά των κατηγορουμένων αναμένεται ότι, θα προσπαθήσει με κάθε ευκαιρία, να καταδείξει πως δεν υπάρχει ευθύνη της ηγεσίας του κόμματος για τις εγκληματικές πράξεις άλλων κατηγορουμένων, όταν σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο Νίκος Μιχαλολιάκος φέρεται ως αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής, συντονίζοντας και καθοδηγώντας την εγκληματική δράση των μελών της.

Βασικό επιχείρημα των κατηγορουμένων αναμένεται ότι, θα αποτελέσει η άποψη, που έχει εκφράσει ο εφέτης, Νίκος Σαλάτας, ο οποίος έχει την άποψη ότι, δεν έπρεπε να παραπεμφθούν σε δίκη οι κατηγορούμενοι για το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης, καθώς όπως υποστηρίζει, δεν στοιχειοθετείται.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστή, που μειοψήφησε έναντι των άλλων δύο (πρόεδρος εφετών Ισιδώρα Πόγκα και εφέτης Ιωάννης Σάββας) εκλείπει ο πορισμός οικονομικού οφέλους, που είναι απαραίτητο στοιχείο της ειδικής υπόστασης του συγκεκριμένου αδικήματος με βάση τη σύμβαση του Παλέρμο. Η συγκεκριμένη σύμβαση καταρτίστηκε το Δεκέμβριο του 2000 υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και κυρώθηκε από την Ελλάδα δέκα χρόνια αργότερα με το νόμο (3875/2010) και πια αποτελεί νόμο του κράτους.