ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
07/02/2016 08:47 EET | Updated 07/02/2016 08:48 EET

O πρώην εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ αποκαλύπτει το άγνωστο παρασκήνιο μυστικών διαπραγματεύσεων πριν το Ιούνιο

Bloomberg via Getty Images
The International Monetary and Financial Committee (IMFC) logo is seen at an IFMC meeting during the International Monetary Fund (IMF) and World Bank Group Spring Meetings in Washington, D.C., U.S., on Saturday, April 20, 2013. The IMF's Managing Director said the euro area has the only central bank with enough leeway to take more measures to boost growth as low interest rates fail to trickle down to the region's economy. Photographer: Andrew Harrer/Bloomberg via Getty Images

Το άγνωστο και δραματικό παρασκήνιο των μυστικών διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με την Κριστίν Λαγκάρντ το διάστημα μεταξύ Απριλίου-Ιουνίου 2015 φωτίζει για πρώτη φορά μετά την παραίτηση του τον περασμένο Μαίο ο πρώην Αναπληρωτής Εκτελεστικός Διευθυντής και εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ, Θάνος Κατσάμπας.

Μιλώντας στην Realnews και τον Θανάση Τσίτσα υποστηρίζει ότι ενώ πήρε εντολή από τον Αλέξη Τσίπρα να διαπραγματευθεί απ’ ευθείας με την Kριστίν Λαγκάρντ το θέμα της αποπληρωμής των δόσεων αλλά και των σχέσεων της χώρας με το ΔΝΤ, για άγνωστους λόγους ο πρωθυπουργός υπαναχώρησε, κάτι που αποτέλεσε για τον ίδιον, την αντίστροφη μέτρηση στις σχέσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές.

Όπως υποστηρίζει «παραιτήθηκα στις 7 Απριλίου μετά την αναχώρηση των κκ. Βαρουφάκη και Ρουμελιώτη από τη Ουάσιγκτον για τη διαβόητη επίσκεψη στο ΔΝΤ τη Κυριακή 5 Απριλίου και στο υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ τη Δευτέρα 6 Απριλίου. Ο λόγος ήταν ο αποκλεισμός μου από τις διαβουλεύσεις και, ειδικότερα, από τη συζήτηση με την Διευθύνουσα Σύμβουλο Κριστίν Λαγκάρντ στην οποία έπρεπε να παρίσταμαι ex officio, αν όχι σαν θέμα κοινής λογικής”.

Σημειώνει ότι δεν του δόθηκε καμία εξήγηση «αν και είχα πάρει εντολή από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να διαπραγματευτώ εγώ με την κ. Λαγκάρντ το αίτημα περί παράτασης της αποπληρωμής της δόσης στις 9 Απριλίου, και γενικότερα τις μελλοντικές σχέσεις του Ταμείου με την Ελλάδα».

Ο ίδιος δηλώνει ότι είχε εντολή από τον Αλέξη Τσίπρα να διαπραγματευτεί με το ΔΝΤ το διήμερο 2-3 Απριλίου 2015. «Με τον πρωθυπουργό είχα μια τηλεφωνική επικοινωνία 58 λεπτών στην οποία μου ανέπτυξε τις θέσεις της κυβέρνησης. Μου ζήτησε να μεταφέρω στην κ. Λαγκάρντ την αδυναμία της Ελλάδας να αποπληρώσει την δόση της 9ης Απριλίου. Του απάντησα ότι αυτό θα ήταν λάθος και θα έστελνε λάθος μηνύματα. Τον απεθάρρυνα, αλλά επέμεινε, και έτσι είχα δύο διαδοχικές συναντήσεις με τη κ. Λαγκάρντ και ανώτατα διευθυντικά στελέχη για να καταλήξω σε μία υπεύθυνη στρατηγική που θα πρότεινα στη κυβέρνηση. Προσπάθησα να πείσω τον πρωθυπουργό ότι τουλάχιστον στην επιστολή που θα της έστελνε να μην το διατυπώσει γραπτώς ώστε να έχουμε περιθώρια να ζυγίσουμε αντιδράσεις και να καθορίσουμε τις κινήσεις μας».

Ο Θάνος Κατσάμπας υποστηρίζει ότι το ραντεβού με την Κρ. Λαγκάρντ ανήμερα του Πάσχα των Καθολικών δεν είχε αποτέλεσμα. «Οχι μόνον δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αλλά οδήγησε το ΔΝΤ, την Ευρωζώνη και τις ΗΠΑ στο συμπέρασμα ότι η διαπραγματευτική ομάδα της τότε κυβέρνησης ήταν αμαθής, απροετοίμαστη και αναξιόπιστη. Το διήμερο 5-6 Απριλίου θεωρώ ότι ήταν η πιο κρίσιμη καμπή της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τότε που οι εταίροι συναποφάσισαν ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να διαπραγματευθεί «καλή τη πιστει». Ο χειρισμός της υπόθεσης και η σύνθεση της αποστολής δημιούργησε την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση δεν διαπραγματευόταν υπεύθυνα. Μετά τρείς εβδομάδες, και αφού είχε προηγηθεί και δεύτερη επίσκεψη του κ. Βαρουφάκη στη Ουάσιγκτον για την εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ με παρόμοια τακτική, έλαβε χώρα το διαβόητο Eurogroup της 24ης Απριλίου, που ήταν η αρχή του τέλους του κ. Βαρουφάκη σαν υπουργού Οικονομικών”.

Ο ίδιος πιστεύει ότι υπήρχαν ευθύνες στην κυβέρνηση Σαμαράγια το γεγονός ότι δεν έγινε αποφασιστικό βήμα εξόδου από την κρίση. «Πιστεύω ότι η η αποπομπή του κ. Θεοχάρη από τη ΣΔΟΕ και η αποχώρηση του κ. Στουρνάρα τον Ιούνιο του ’14 από το Υπουργείο Οικονομικών ήταν δύο δυσάρεστες εξελίξεις, οι οποίες πάντως δεν ήταν μεμονωμένα γεγονότα. Ήταν ενσυνείδητη απόφαση της κυβέρνησης Σαμαρά να αρχίσει να πλειοδοτεί σε λαϊκισμό έναντι της τότε αντιπολίτευσης, μετά την εκλογική νίκη της τελευταίας στις Ευρωεκλογές του Μαΐου 2014.

Με την αξιοπιστία που είχε αποκτήσει έναντι των διεθνών δανειστών, νομίζω ότι ο κ. Στουρνάρας θα μπορούσε να εξακολουθεί να εκπροσωπεί τη χώρα με αποτελεσματικότητα για μεγαλύτερο διάστημα. Αυτό, βέβαια, με τη προϋπόθεση ότι θα είχε κατορθώσει να μεταπείσει τον κ. Σαμαρά να επανέλθει η κυβέρνηση στη συστηματική εφαρμογή των μεγάλων μεταρρυθμίσεων».

Διατυπώνει γνώμη και για τον Αλέξη Τσίπρα: «Η γνωριμία μου με τον πρωθυπουργό ήταν περιορισμένη. Η εντύπωση που απεκόμισα είναι ότι ήταν ευφυής, αλλά άπειρος πολιτικόςσε διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Επεσε θύμα ημιμαθών συμβούλων, συμπεριλαμβανομένων και μελών του υπουργικού συμβουλίου. Ολα κατέρρευσαν με την επιμονή του να διατηρήσει τόσο καιρό στην θέση του τον κ. Βαρουφάκη, ενώ γνώριζε τουλάχιστον από τον Μάρτιο ότι δεν τον παίρνουν στα σοβαρά στο ΔΝΤ και στην αμερικανική κυβέρνηση».

Οσο για το ποιοι είναι οι λόγοι που επέτυχε το πρόγραμμα του ΔΝΤ, υποστηρίζει ότι «Tο πρόγραμμα απέτυχε στο τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. 'Ένα πρόγραμμα προσαρμογής έχει δυο πλευρές, όπως και κάθε οικονομική σχέση. Για να επανέλθει μακροοικονομική ισορροπία χρειάζεται, πρώτον, να περιοριστεί η ζήτηση και, δεύτερον, να αυξηθεί η προσφορά.

Επίτευξη του δευτέρου στόχου είναι απαραίτητο στοιχείο αφενός για να μη πέσει όλο το βάρος της προσαρμογής στο περιορισμό των εισοδημάτων και αφετέρου για ανάκτηση της χαμένης ανταγωνιστικότητας. Αλλά η αύξηση της προσφοράς απαιτούσε ριζικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα διόρθωναν τις μακροχρόνιες δυσκαμψίες του συστήματος και θα εξανέμιζαν τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας.

Αυτές οι προσδοκίες πραγματοποιήθηκαν σε πολύ μικρό βαθμό. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, το πρόγραμμα απέτυχε στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και, όπως έχω υποστηρίξει δημόσια, όχι μόνο λόγω της ολιγωρίας των κυβερνήσεων αλλά και λόγω της υπερεκτίμησης των ικανοτήτων της ελληνικής δημόσιας διοίκησης από τους διεθνείς οργανισμούς. Όταν οι τελευταίοι συνειδητοποίησαν την πρωτόγονη κατάσταση των ελληνικών δημοσίων υπηρεσιών άρχισαν να παρέχουν μαζική τεχνική βοήθεια, αλλά χωρίς παράλληλη μείωση των στόχων ή τουλάχιστον, την επανεξέταση των προτεραιοτήτων. Σ' αυτό τον τομέα η ευθύνη βαρύνει απόλυτα τους διεθνείς οργανισμούς».

Sponsored Post